Συνέντευξη με την Δρα Κλαίρη Παπαπαύλου, ιστορικό της Απωανατολικής Τέχνης

Η Δρ Παπαπαύλου με τον Ιάπωνα Πρέσβη κο Κιταμούρα Tακανόρι στην απονομή του Επαίνου του Υπουργείου Εξωτερικών της Ιαπωνίας (2006)

Η δρ Κλαίρη Παπαπαύλου επί σειρά ετών έχει συμβάλει – με το εκπαιδευτικό και συγγραφικό της έργο – τα μέγιστα για την διάδοση του ιαπωνικού πολιτισμού στην Ελλάδα. Στην άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε, μας μίλησε εκτενώς για την γοητεία των ιαπωνικών τεχνών, και το παρελθόν και το μέλλον των ιαπωνικών σπουδών στη χώρα μας.

Μαρία Φραϊδάκη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πρόσφατα σας απονεμήθηκε ο Έπαινος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ιαπωνίας για τη συμβολή σας στην διάδοση του ιαπωνικού πολιτισμού στην Ελλάδα.  Κατά την γνώμη σας, είναι αρκούντως διαδεδομένος ο ιαπωνικός πολιτισμός στην χώρα μας;

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια διασάφηση σχετική με την τιμητική διάκριση που αναφέρατε. Σύμφωνα με το κείμενο του Υπουργού των Εξωτερικών στον κύλινδρο που συνόδευε το αργυρό κύπελλο που μου απονεμήθηκε, βραβεύτηκε η προσφορά μου «στην προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και φιλίας της Ιαπωνίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας», δηλαδή μια συμβολή σε αμοιβαία προσέγγιση, σύσφιγξη και όχι διάδοση πολιτισμών. Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι κάνουν π.χ. οι διδάσκοντες αγγλικό ή γαλλικό ή όποιον άλλο πολιτισμό στα αντίστοιχα τμήματα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ή σε ιδιαίτερα μαθήματα, αν εξαιρέσουμε το ότι ασχολήθηκα με έναν πολιτισμό που κάποιοι θεωρούν ακόμη «ασυνήθιστο».
Στην πραγματικότητα, με βάση την εικοσιπενταετή εμπειρία μου από την Ελλάδα, που ακολούθησε τη δεκαετή Απωανατολική ειδίκευσή μου στο εξωτερικό, θα σας έλεγα ότι το αθηναϊκό κοινό τουλάχιστον, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 και μετά, έχει κάνει άλματα στην προσέγγιση και εξοικείωση με τον ιαπωνικό πολιτισμό, για τον οποίο συνήθως αισθάνεται ζωηρό ενδιαφέρον και εντυπωσιακή έλξη. Το διαπιστώνω καθημερινά αυτό: από την αυξανόμενη προσέλευση σε σχετικές εκδηλώσεις ως τα δικά μου ανοιχτά σε όλους σεμινάρια στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, όπου βλέπω να μετέχουν τόσο απόφοιτοι της Μέσης Εκπαιδεύσεως όσο και επιστήμονες των πλέον διαφορετικών ειδικοτήτων.
Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι ενδείξεις για αυξανόμενο ενδιαφέρον από την πλευρά του ανδρικού ακροατηρίου και της ελληνικής περιφέρειας γενικότερα, για ανάλογες εκδηλώσεις. Φυσικά, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει πάντοτε το καλύτερο και το πληρέστερο, που δεν πρέπει να παύουμε να το επιδιώκουμε.

Η ιαπωνική τέχνη καλύπτει μία μεγάλη γκάμα εκφραστικών μέσων από την κεραμική, την γλυπτική σε ξύλο και χαλκό, ζωγραφική με μελάνη σε μετάξι και χαρτί, έως καλλιγραφία, αρχιτεκτονική, ποίηση, δράμα και εκτείνεται από τις απαρχές της ανθρώπινης παρουσίας στην Ιαπωνία την 10η χιλιετία π.Χ. έως σήμερα.  Ποιες είναι οι μορφές τέχνης που σας συγκινούν ιδιαιτέρως και θα θέλατε να καταστήσετε αγαπητές και στο ευρύτερο ελληνικό κοινό;

Θα έλεγα «όλες», με την έννοια ότι όλες είναι συνδεδεμένες σ’ ένα πλαίσιο αισθητικής αντίληψης, έναν τρόπο προσεγγίσεως των πραγμάτων, που με συγκινεί και με θέλγει ιδιαίτερα. Kαι πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου δύσκολο να μεταδίδεις άμεσα στους άλλους κάτι, όταν το αγαπάς.
Η διδακτορική μου έρευνα, βέβαια, αφορούσε στην ποίηση του χάϊκου και στην τέχνη τη συναρτημένη μαζί του, στο έργο συγκεκριμένου ποιητή-καλλιτέχνη του 18ου αι. (Γιόσα Μπουσόν). Αλλά οι εκάστοτε διδακτικές ανάγκες συνυφαίνονται με το επίπεδο της διδασκόμενης επιστήμης σε κάθε χώρα. Άλλες π.χ. οι δυνατότητες για την αρχαιολογία, όπου μπορούμε να έχουμε εξειδικευμένη διδασκαλία σε τομείς της αρχαίας, βυζαντινής, νεότερης τέχνης κλπ. και άλλες οι δυνατότητες για τον ιαπωνικό πολιτισμό, όπου προέχει η παρουσίαση μιας κατά το δυνατόν σφαιρικής εικόνας και δεν υπήρχε, όταν εγώ ξεκινούσα τη διδασκαλία, ούτε ένα σχεδόν – ουσιαστικό – βοήθημα στην Απωανατολική λογοτεχνία και τέχνη, πράγμα που με υποχρέωνε να αντιμετωπίσω και αυτό το θέμα περίπου από το μηδέν. Έτσι, αναγκάστηκα να προσαρμόσω ανάλογα τις δημοσιεύσεις μου και εναλλάσσω και τώρα τους διδακτικούς μου κύκλους, χρονικά όσο και θεματικά, μολονότι οι ακροατές μου με ξαφνιάζουν συχνά με ένα έντονο ενδιαφέρον και για κάποια εξειδικευμένα  θέματα, ίσως λόγω προσωπικών ενδιαφερόντων ή ίσως και λόγω της εξοικείωσής τους με τα θέματα, αφού ένα σημαντικό μέρος από αυτούς μου κάνουν την τιμή να με παρακολουθούν σταθερά, χρόνια τώρα.
Ο τρόπος (η μεθοδολογία) της διδασκαλίας, ξέρετε, θεωρείται κάτι πολύ σημαντικό στα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Στη Σχολή Ιστορίας της Τέχνης του Μπέρκλεϋ π.χ. όπου οι διδακτορικές εξετάσεις -μαζί με τις εξετάσεις δύο ξένων γλωσσών, εκτός της αγγλικής και της μητρικής του υποψηφίου-προηγούνται και προϋποτίθενται ως επιτυχείς για τη συγγραφή της διατριβής, στην τρίωρη προφορική δοκιμασία που ακολουθεί τις δύο εξάωρες γραπτές εξετάσεις, μία από τις ερωτήσεις που μου τέθηκαν από την εξεταστική επιτροπή αφορούσε στον τρόπο με τον οποίο θα διοργάνωνα έναν κύκλο διδασκαλίας.
Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι, στη διδασκαλία μου στα πανεπιστήμια  Κρήτης και Αθηνών, είχα πολύτιμο αρωγό, τουλάχιστον στην αγγλική, το εξαίρετο βιβλιογραφικό υλικό που αποκτήθηκε (με δική μου πρωτοβουλία στην Κρήτη και με πρωτοβουλία του αείμνηστου πρέσβυ T. Yabu στην Αθήνα), χάρη σε δωρεές της Japan Foundation προς τις βιβλιοθήκες των Φιλοσοφικών Σχολών αυτών των Πανεπιστημίων. Στην Κρήτη, επιπρόσθετα, είχα αμέριστη οικονομική και γενικότερη συμπαράσταση από τον τότε πρόεδρο καθηγητή Γρηγόρη Σηφάκη, στα προβλήματα της διδασκαλίας και στην εργασία μου για τη δημιουργία ενός αρκετά καλού φωτογραφικού αρχείου Απωανατολικής τέχνης, που ελπίζω να βρίσκεται πάντοτε, όπως και το βιβλιογραφικό υλικό που προανέφερα, στις βιβλιοθήκες των δύο πανεπιστημίων, για μελλοντική χρήση. Ίσως να γνωρίζει περισσότερα γι’ αυτό και ο καθηγητής Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, που με διαδέχτηκε για ένα διάστημα στη διδασκαλία μου στην Αθήνα.

Η ιαπωνική λογοτεχνία, αν και έχει να επιδείξει αριστουργήματα εδώ και μία χιλιετία και πλέον, είναι εν πολλοίς άγνωστη στην Ελλάδα. Θα μπορούσατε να μας δώσετε μία σύντομη ιστορική αναδρομή της ιαπωνικής λογοτεχνίας;

Έχετε δίκιο στη διαπίστωσή σας και θα σας πω ότι η ερώτησή σας με απασχολούσε, ως θέμα, ήδη από την εποχή των σπουδών μου στο Berkeley. Σκεπτόμουν ότι θα χρειαζόμαστε στη γλώσσα μας ένα ευσύναπτο «εγχειρίδιο» ιαπωνικής λογοτεχνίας. Καθώς οι βιβλιοθήκες του πανεπιστημίου μου παρείχαν απεριόριστες δυνατότητες έρευνας και επιλογής, ξεχώρισα ένα όμορφο βιβλίο του Donald Keene, του πανεπιστημίου Columbia, ενός προικισμένου δασκάλου και συγγραφέα τόσο ταλαντούχου όσο υπήρξε, επίσης στον Απωανατολικό τομέα, ο πρόδρομός του, ο Arthur Waley, στη Βρετανία. (Τα έργα του Waley θεωρούνται σήμερα ότι παρουσιάζουν ελλείψεις, υπέρμετρα ελεύθερες αποδόσεις κλπ., αλλά ο ίδιος δεν παύει να τιμάται πάντοτε,  για την πολύτιμη προσφορά του ως προδρόμου).
Το βιβλίο, που το μετέφρασα σε δι’ αλληλογραφίας συνεργασία με τον Keene και το συμπλήρωσα όσο μπορούσα από πλευράς επεξηγήσεων, υπομνηματισμού κλπ. κατά δική του επιθυμία, κυκλοφόρησε με τον τίτλο του πρωτοτύπου, Ιαπωνική Λογοτεχνία-Εισαγωγή για αναγνώστες από τη Δύση, από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα το 1987, απέσπασε, πρέπει να πω, εξαίρετες κριτικές και έκτοτε αποτελεί, όπως είχα ελπίσει, ένα σημείο αναφοράς στον τομέα του. Εκεί λοιπόν βρίσκει κανείς μια σαφή, ζωντανή και θελκτική συνοπτική εικόνα της ιαπωνικής λογοτεχνίας ως τον πρώιμο 20ό αι., και ας ελπίσουμε ότι η εικόνα αυτή θα συμπληρωθεί στο μέλλον από νεότερους μου επιστήμονες, με παρουσίαση – πρωτότυπη ή σε άλλες μεταφράσεις – και της πιο σύγχρονης περιόδου της ιαπωνικής λογοτεχνίας στη γλώσσα μας.
Ένα σημείο που θα ήθελα να τονίσω, με την ευκαιρία που μου δίνει η ερώτησή σας, είναι η αναγκαιότητα των μεταφράσεων και η προσοχή που πρέπει να επιδεικνύεται στην απόδοση των ιαπωνικών ονομάτων και όρων στη γλώσσα μας. Όλοι γνωρίζουμε, λίγο πολύ τι εννοούμε με τη λέξη Shakespeare και πως να την προφέρουμε, έστω και αν τη βλέπουμε γραμμένη στην αγγλική, δεν συμβαίνει όμως απαραιτήτως έτσι με την ιαπωνική ορολογία και οφείλουμε, νομίζω, όταν γράφουμε κάτι, να θυμόμαστε και αυτούς προς τους οποίους απευθυνόμαστε. Πολλές φορές μάλιστα είναι ανάγκη, για λόγους σαφήνειας, να παρακάμπτουμε τις μοντέρνες ελληνικές «απλοποιήσεις” στις μεταφράσεις μας, π.χ. να αποδίδουμε πάντοτε με «τον” τις αιτιατικές των άρθρων των αρσενικών ονομάτων, αφού δεν έχουμε άλλον τρόπο διάκρισης ανάμεσα σε ονόματα προσώπων και σε γεωγραφικούς ή άλλους όρους – τον Ναγκάο (πρόσωπο), τον Ναγκάνο (πρόσωπο), το Ναγκάνο (πόλη) – να μην παραλείπουμε το ν, όπου απαντά προ του γκ σε δυτικές μεταγραφές – nagai (ναγκάι=μια λέξη), nanga (νάνγκα=δύο ενωμένες λέξεις: ναν-γκα) κ.ο.κ. Όσοι ενδιαφέρονται για τέτοια θέματα μπορούν να βρουν περισσότερες σκέψεις μου, όπως και στοιχεία για τις δυσκολίες και τους προβληματισμούς που προκύπτουν, στην εισήγησή μου «Παρατηρήσεις γύρω από την ιαπωνική ποίηση και την απόδοσή της στην ελληνική”, στα Πρακτικά του 23ου τόμου του Συμποσίου Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών (έκδ. Περί Τεχνών, Πάτρα 2004), καθώς και στην πιο εξειδικευμένη εργασία μου «Παρατηρήσεις και σκέψεις επί της μεταγραφής των σινο-ιαπωνικών λέξεων στην ελληνική”, στον 8ο τόμο (1999-2000) της έκδοσης Ιστοριογεωγραφικά του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Ποια είναι τα ένα-δύο έργα που θα έπρεπε να διαβάσει κάποιος ανά ιστορική περίοδο ως πρόγευση της ιαπωνικής λογοτεχνίας;

Το βιβλίο που προανέφερα σας δίνει πολύ καλές απαντήσεις και σ’ αυτό το ερώτημα, συχνά μάλιστα, με χαρακτηριστικά αποσπάσματα κειμένων. Πάντως, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι, μέχρι στιγμής, τα σημαντικότερα ιαπωνικά λογοτεχνικά έργα είναι γενικώς διαθέσιμα σε άλλες δυτικές γλώσσες. Ελάχιστα έχουν παρουσιαστεί στη γλώσσα μας, όπως π.χ. το παλαιό χρονικό Κοτζίκι, βασικό για τις μυθικές και ιστορικές αρχές της Ιαπωνίας, από τον κ. Στέλιο Παπαλεξανδρόπουλο, ή το Βιβλίο του Μαξιλαριού της Σέι Σοναγκόν, που εγκαινιάζει το ιαπωνικό δοκίμιο το 10ο αι., από τον κ. Σωκράτη Σκαρτσή. Από εμένα έχουν δοθεί αποσπάσματα κλασικών ημερολογίων, κυρίως γυναικείων που είναι μοναδικά στη διεθνή λογοτεχνία του 10ου-12ου αιώνα, σε ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Ανακύκληση (Νο 25, 1990), που εξέδιδε ο αείμνηστος ποιητής και μελετητής της λογοτεχνίας Τάσος Κόρφης, το ταξιδιωτικό ημερολόγιο του ΜπασόΑνεμοδαρμένο Ταξίδι, σε μια μονογραφία μου γι’ αυτόν τον κορυφαίο ποιητή του χάϊκου (Ποίηση και Ζωγραφική στην Ιαπωνική Τέχνη), μια μερική ανάλυση της «Ιστορίας του πρίγκιπα Γκέντζι», του κορυφαίου επίσης αυλικού μυθιστορήματος της Μουρασάκι, σε συσχετισμό με την «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής, αποσπασματική παρουσίαση του έργου «Διάσπαρτες Σκέψεις» του σημαντικότερου εκπροσώπου του παραδοσιακού ιαπωνικού δοκιμίου, του Γιοσίντα Κένκο, σε συσχετισμό με κείμενα του θεμελιωτή του Δυτικού δοκιμίου, του Γάλλου Montaigne. Οι δύο τελευταίες εργασίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο μου Αναζητώντας τον Άνθρωπο σε μονοπάτια της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής, που όπως θα θυμάστε ίσως, χαρακτηρίστηκε λόγω του περιεχομένου του ως «μοναδικό στο είδος του», στο κείμενο του Επαίνου της Ακαδημίας Αθηνών. Έχω δώσει επίσης επιμέρους λήμματα και συνολική εικόνα της ιαπωνικής λογοτεχνίας (και τέχνης) σε τόμους του Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού και στους χωριστούς τόμουςΠαγκόσμια Λογοτεχνία και Παγκόσμια Τέχνη, της Ελληνικής Εκπαιδευτικής Εγκυκλοπαίδειας της Εκδοτικής Αθηνών.
Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν ακόμη πολλές μεταφράσεις ιαπωνικών ποιημάτων, καθώς και ελληνικές συλλογές σε στυλ παραδοσιακής ιαπωνικής ποίησης. Ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων τα ποιήματα του Αντωνίου και του Σεφέρη ως πρωτοπόρα στο χώρο μας, καθώς και οι συλλογές χάϊκου και κικό του κ. Κώστα Ιωάννου, ως μοναδικές ελληνικές μεταπλάσεις των ποιητικών ταξιδιωτικών ημερολογίων του Μπασό. Άξιες επισήμανσης είναι και οι ανθολογίες, με προεξάρχουσα την παγκόσμια ανθολογία της κ. Ζωής Σαβίνα και των συνεργατών της, εντυπωσιακής έκτασης εργασία, στην οποία κυριαρχούν οι ιάπωνες και έλληνες εκπρόσωποι του χάϊκου. Στη θεωρητική πλευρά του θέματος ανήκουν κάποιες δικές μου εισηγήσεις, σε τόμους των Πρακτικών του Συμποσίου Ποίησης που προανέφερα και που διεξάγεται κάθε χρόνο στην Πάτρα, υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών και με πρωτοβουλία του καθηγητή Σωκράτη Σκαρτσή.
Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν ακόμη όλο και περισσότερα έργα «σύγχρονης» λογοτεχνίας (γραμμένα δηλαδή μετά το 1868, στον 20ό αι. και ως τις μέρες μας), συχνά μάλιστα μεταφρασμένα από την ιαπωνική, που είναι και χρήσιμα και ελπιδοφόρα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται και σημαντικές μελέτες, όπως π.χ. Το εγκώμιο της σκιάς του Τανιζάκι και Το βιβλίο του τσαγιού του Οκάκουρα, βιβλία του Σουζούκι Ντάισετς κ.α. που εισάγουν τον αναγνώστη σε χαρακτηριστικές πλευρές της παραδοσιακής αισθητικής.
Σίγουρα, πολλά μου διαφεύγουν σε αυτήν την πρόχειρη γενική εικόνα που μου ήρθε στο νου με αφορμή την ερώτησή σας, αλλά ίσως να είναι και κάπως κατατοπιστική. Θα ήθελα επίσης να επιμείνω στη σημασία της εξοικείωσής μας με την κλασσική και την ευρύτερα λεγόμενη «παραδοσιακή» λογοτεχνία, έστω και μέσα από τις «δευτερογενείς» πηγές – δηλαδή τις πηγές τις στηριζόμενες κυρίως σε δυτικές γλώσσες, από τις οποίες πέρασαν και άλλες χώρες, στα πρώτα στάδια, και των οποίων (πηγών) το επίπεδο είναι σήμερα πολύ υψηλό, όπως μου επισημάνθηκε και από καθηγητές του Μπέρκλεϋ με τους οποίους είχα συζητήσει παλαιότερα το θέμα, που επίσης με απασχολούσε, δεδομένου ότι είναι άλλο το όφελος της έρευνας που προκύπτει από μια εργασία όπως η διατριβή μου και γενικότερα, από τη δημιουργία ενός εξειδικευμένου επιστημονικού έργου για το δημιουργό του, και άλλες οι ανάγκες που απαιτούνται για μια αποτελεσματική για τους άλλους διδασκαλία.
Η παραδοσιακή λογοτεχνία καλύπτει όλη την μέχρι τον ύστερο 19ο αι. ιστορία της ιαπωνικής λογοτεχνίας και σ’ αυτήν κρύβεται η ιδιόμορφη για πολλούς Δυτικούς γοητεία της ιαπωνικής αισθητικής. Ακόμη και όταν η τελευταία διασώζεται λίγο ή πολύ σε σύγχρονα «δυτικοποιημένα» έργα,  δύσκολα θα γίνει αντιληπτή και κατανοητή, αν δεν υπάρχει προηγούμενη εξοικείωση.
Είναι γεγονός ότι η Ιαπωνία, από την πλευρά της, ενδιαφέρεται και ενισχύει κατά κανόνα τη διάδοση της σύγχρονης λογοτεχνίας της. Αλλά αυτό συμβαίνει, πιστεύω, διότι γνωρίζει πως όλη σχεδόν η καθιερωμένη λογοτεχνία της είναι πλέον προσιτή στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. (Άλλωστε, πέρα από τις εργασίες των ξένων επιστημόνων, έχει φροντίσει η ίδια προ πολλού γι’ αυτό, με συστηματικές εκδόσεις των πανεπιστημίων της και άλλων οργανισμών, προοριζόμενες για το Δυτικό κοινό).

Θεωρείται ότι η ιαπωνική βουδιστική τέχνη έχει δεχθεί επιρροές από την ελληνική τέχνη μέσω της ινδικής τεχνοτροπίας Γκαντάρα. Υπάρχουν  άλλες ενδιαφέρουσες ομοιότητες και σημεία επαφής μεταξύ ιαπωνικής και ελληνικής τέχνης και λογοτεχνίας;

Το θέμα «Γκαντάρα» (ή Γανδάρα, όπως είναι το ορθότερο), που το δίδαξα και εγώ επανειλημμένα ως εισαγωγή στα μαθήματά μου παλαιότερα, έχει μελετηθεί ευρύτατα από ξένους επιστήμονες, Γάλλους πρώτα απ’ όλα, που έκαναν και βασικής σημασίας ανασκαφές στην επίμαχη περιοχή, αλλά και από δικούς μας επιστήμονες, π.χ. τον κ. Β. Σαριγιαννίδη. Ο αείμνηστος πρέσβυς Δ. Βελισσαρόπουλος, βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για τα σημαντικότατα για μάς έργα του για την ινδική και την Απωανατολική φιλοσοφία, αναφέρεται επίσης εκτενώς στην τέχνη της Γκαντάρα. Υπάρχουν και κάποιες δικές μου εργασίες («Γκανταρική και Σινο-ιαπωνική τέχνη, Παραλληλισμοί και Συγκρίσεις», «Γύρω από την Κινεζική και την Ελληνική Πλαστική») δημοσιευμένες στην έκδοση Ιστορικογεωγραφικά του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που διευθύνει ο καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας Μιχ. Κορδώσης, ειδικός, από τη δική του επιστημονική πλευρά, στο θέμα του «Δρόμου του Μεταξιού» και της σχέσης του Βυζαντίου με αυτό.
Το ελληνικό κοινό είχε πρόσφατα την ευκαιρία να πάρει μια άμεση ιδέα των γκανταρικών επιρροών στην Απωανατολική τέχνη, σε κάποια εξαίρετα δείγματα γλυπτικής των Τάνγκ, που περιλαμβάνονταν στη θαυμάσια έκθεση κινεζικής τέχνης του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας (2006), και μπορεί επίσης να δει πολλά γκανταρικά έργα στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης της Κέρκυρας. Το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών και πολλούς άλλους φορείς Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, που είχε διοργανώσει παλαιότερα και ημερίδα για το Δρόμο του Μεταξιού, όπως μπορεί να δει κανείς στα δημοσιευμένα Πρακτικά, περιέλαβε ήδη στο πρόγραμμά του διδασκαλία για τον Ελληνισμό της γκανταρικής περιοχής και γενικότερα, από την ειδική στο θέμα δρα Ποτίτσα Γρηγοράκου. Θα ήθελα να επισημάνω και το πολυετές και πολύμοχθο έργο των ελλήνων λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως (που δεν το έχω δει να προβάλλεται στα ΜΜΕ μας, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε), με κύριο εμψυχωτή τον κ. Λερούνη, από τις πρωτοβουλίες του οποίου ξεκίνησαν οι μέχρι στιγμής γνώσεις του ελληνικού κοινού για τη φυλή των Καλάς του βόρειου Πακιστάν, η έρευνα για την πιθανότατη σχέση τους με την κληρονομιά του Αλεξάνδρου στην Ασία, ακόμη και η ενίσχυσή τους. Στη συνέχεια προστέθηκε και το ελληνικό κράτος με δικές του πρωτοβουλίες και απομένει να δούμε τί θα κάνουν τα πανεπιστήμια μας και λοιπά εκπαιδευτικά ιδρύματα, για να μην εξακολουθούμε να αφήνουμε επιστημονικά αναξιοποίητο και αυτό το τεράστιας σημασίας για τον ελληνισμό θέμα. Ελπίζω, οι προσπάθειες της κυρίας Γρηγοράκου να έχουν πιο αίσια κατάληξη από άλλες παλαιότερες προσπάθειες για ανάλογα θέματα.
Όσο για άλλες σχέσεις ή αναλογίες μεταξύ ελληνικού και ιαπωνικού πολιτισμού σε συγκριτικό πεδίο, θα σας πω ότι το θελκτικό αυτό θέμα φαίνεται να προσελκύει και ιάπωνες μελετητές, αν κρίνω π.χ. από έρευνές τους για τους «απόηχους» αρχαίων ελληνικών θεών, που έφθασαν πιθανότατα ως την Ιαπωνία μέσα από το Δρόμο του Μεταξιού. Κάποια δείγματα ερευνών τους παρουσίασα παλαιότερα στο Συνέδριο Ελληνικών και Κινεζικών Σπουδών που διοργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με πρωτοβουλία του κ. Κορδώση. Θα μπορέσετε να διαβάσετε τις γενικά πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις που έγιναν σ’ αυτό το Συνέδριο, στα Πρακτικά των οποίων ετοιμάζεται τώρα η έκδοση.
Οι δικές μου συγκριτικές μελέτες στρέφονται γενικώς σε αισθητικά ή άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά και σε «συσχετισμούς» – όπως προτιμώ να τους αποκαλώ – που μπορεί να είναι όμοιοι ή αντιθετικοί. Παραδείγματα υπάρχουν σε κάποια άρθρα μου δημοσιευμένα στο εξωτερικό αλλά και στο βιβλίο μου Αναζητώντας τον Άνθρωπο των εκδόσεων Παπαζήση, που σας προανέφερα. Πρόσφατα προσέγγισα το θέμα των συσχετισμών ανάμεσα στην γκανταρική και την παλαιοχριστιανική, τη βυζαντινή και την ιαπωνική τέχνη, σε ομιλία μου στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων που θα τη δήτε προσεχώς, στο τμήμα Graecoindica – Graecoserica των Ιστορικογεωγραφικών. Ωστόσο, ό,τι αποτελεί θέμα έρευνας, που στηρίζεται σε ενδείξεις ή απόψεις, πρέπει να προσεγγίζεται με επιφύλαξη. Δεν μπορώ να σας μιλήσω για «δεδομένα», όπως συμβαίνει π.χ. με το γεγονός (που έχει επισημανθεί προ πολλού) ότι η Ελλάδα και η Ιαπωνία διαθέτουν την «συντομότερη ποίηση του κόσμου» (ελληνικό επίγραμμα – ιαπωνικό χάϊκου).

Οι Έλληνες και οι Ιάπωνες είναι από τους λίγους λαούς που έχουν αναπτύξει σε υψηλό βαθμό την δραματική τέχνη.  Μπορείτε να μας κάνετε μία σύντομη παρουσίαση των ειδών της ιαπωνικής δραματουργίας και να μας επισημάνετε κάποιες ενδεχομένως ομοιότητες με την αντίστοιχη ελληνική.

Mε εντυπωσιάζει η ικανότητά σας (και η επιμονή σας, που σίγουρα πηγάζει από το ενδιαφέρον σας για τα ιαπωνικά πράγματα), να μου θέτετε ερωτήσεις που η απάντησή τους στην καθεμιά θα απαιτούσε περίπου ιδιαίτερη συνέντευξη! Είμαι υποχρεωμένη να σας παραπέμψω ξανά στο βιβλίο του Keene ή, αν θέλετε, και  στα επιμελημένα προγράμματα ή άλλες σχετικές δημοσιεύσεις που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς από διάφορους οργανισμούς, π.χ. του Φεστιβάλ Αθηνών, της Πειραματικής Σκηνής «Τέχνης» Θεσσαλονίκης, του «Αμφιθέατρου» του κ. Σπύρου Ευαγγελάτου, του θεάτρου της κ. Όλιας Λαζαρίδου κ.α. και, πιο πρόσφατα, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, με αφορμή έργα ιαπωνικού ρεπερτορίου που παρουσίασαν. (Και με αυτή την ευκαιρία, να υπενθυμίσω και μια θαυμάσια παλαιότερη παράσταση νοτιοανατολικού ασιατικού έργου βραβευμένου από το Ίδρυμα Ωνάση, την «Πριγκίπισσα του Φεγγαριού της Σαύρας», από την κ. Θέμιδα Μπαζάκα και τους συνεργάτες της, που με λύπη είχα δει να αδικείται από την επιφανειακή προσέγιση κάποιων κριτικών).
Υπάρχουν και τα δικά μου κείμενα για τις κύριες θεατρικές μορφές (πρώιμα είδη-Νο και κυόγκεν-κουκλοθέατρο-καμπούκι) που άνθισαν στην παραδοσιακή Ιαπωνία και παρουσιάζονται συνοπτικά στο σεμινάριό μου για τον ιαπωνικό πολιτισμό στην ελληνική, στην ιστοσελίδα της Πρεσβείας της Ιαπωνίας στο Διαδίκτυο. Καλό είναι να το επισημάνουμε το σεμινάριο αυτό, γιατί ξεκίνησε με την ελπίδα να προσφερθεί μια δυνατότητα πρόσβασης, σε «μακρινούς» πολιτισμούς όπως ο ιαπωνικός, στην ελληνική περιφέρεια και στα σχολεία μας, αφού τα παιδιά μας θα μεγαλώσουν ούτως ή άλλως σ’ έναν διεθνοποιημένο κόσμο.
Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν ότι η Ιαπωνία το φροντίζει αυτό προ πολλού στα σχολεία της, ήδη στα δημοτικά και όχι βέβαια σε βάρος της δικής της παράδοσης, αλλά κυκλοφορώντας επικουρικά βιβλία με επιλεγμένες ιστορίες διαφόρων λαών και παιδαγωγικό πάντοτε περιεχόμενο; Έχω υπόψη μου ένα παλαιότερο τέτοιο βιβλίο, που από την Ελλάδα περιλαμβάνει την «απαρχαιωμένη» για κάποιους εδώ ιστορία του Σωκράτη που ήπιε το κώνειο, όπως μαθαίνουν οι μικροί Ιάπωνες, από σεβασμό προς τους νόμους της πατρίδας του. Χαριτωμένα σκιτσάκια εξοικειώνουν τους μαθητές με τις φυσιογνωμίες και ενδυμασίες των αρχαίων Ελλήνων.
Για να επανέλθω πάντως στο ερώτημά σας, οι βασικές συγκρίσεις, που έχουν επανειλημμένως αποτελέσει αντικείμενο μελέτης ξένων δημοσιεύσεων, γίνονται ανάμεσα στη δική μας τραγωδία και το ιαπωνικό δράμα Νο. Λιγότερο -κατά τη γνώμη μου- εφικτές και ίσως γι’ αυτό σποραδικές, είναι οι συγκριτικές δημοσιεύσεις ανάμεσα στην κωμωδία μας και τα σατιρικά κυόγκεν. Να προσθέσω ότι υπάρχουν λίγα αλλά πολύ σημαντικά έργα Νο μεταφρασμένα στη γλώσσα μας, όπως στα προγράμματα που προανέφερα, ότι έχω από ετών παρουσιάσει κάποια βασικά κείμενα αισθητικής του κλασσικού ιαπωνικού θεάτρου, σε άλλο αφιέρωμα του περιοδικού Ανακύκληση που επίσης προανέφερα, και ότι το ιαπωνικό θέατρο, γενικά, αποτελεί δημοφιλές θέμα στα θεατρικά περιοδικά μας.

Οι Ιάπωνες εκφράστηκαν κυρίως με το πινέλο και λιγότερο μέσω της γλυπτικής, η οποία περιοριζόταν στον χώρο της βουδιστικής λατρείας.  Ποια είναι τα κύρια είδη της ιαπωνικής ζωγραφικής;

Να διασαφήσω ότι η ιαπωνική γλυπτική (όπως και η Απωανατολική γενικότερα) είναι κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά βουδδιστική. Περιλαμβάνει π.χ. και έργα εμπνευσμένα από τη ντόπια θρησκευτική παράδοση του σιντοϊσμού (συχνά, είναι αλήθεια, κάτω από βουδδιστική επίδραση), αρκετά κοσμικά έργα, κυρίως μορφές διάσημων ηγεμόνων, και πολλά φυτικά και άλλα συμβολικά μοτίβα που χρησιμοποιούνται στο διάκοσμο των ναών, μαυσωλείων κλπ. Yπάρχουν επίσης τα μοναδικά προϊστορικά αγγεία (περιόδου Τζομόν), με το γλυπτό τους διάκοσμο, και η πολύ χαριτωμένη τέχνη των προβουδδιστικών πήλινων ειδωλίων των γνωστών ως «Χανίουα”, που συνδέονται με την τοπική λατρεία.
Ως προς τη ζωγραφική, όπως ήδη αναφέρατε, υπάρχει η κινεζικής προέλευσης ζωγραφική με μελάνη, που θα έλεγα ότι φθάνει σε αξεπέραστα στο είδος της ύψη με τις «εξπρεσιονιστικές» δημιουργίες του Ζεν, και η επίσης δημοφιλέστατη ζωγραφική με χρώματα, ενδεχομένως συμπληρωμένα με χρυσό και ασήμι, που έχει περισσότερο διακοσμητικό χαρακτήρα και θεωρείται αντιπροσωπευτική της ιαπωνικής παράδοσης του Γιαμάτο (ονομασία προερχόμενη από το αρχαίο όνομα της χώρας).
Στην ιστορική τους πορεία, αυτά τα δύο ζωγραφικά είδη γνώρισαν το καθένα διάφορες υποδιαιρέσεις, «σχολές» ή «ρεύματα» για τα οποία, όσοι το επιθυμούν, μπορούν να βρουν περισσότερα στοιχεία (όπως άλλωστε και για τη γλυπτική) στο σεμινάριό μου στο Διαδίκτυο.
Μετά το οριστικό άνοιγμα της Ιαπωνίας στη Δύση (1868 κ.ε.) μελετήθηκαν στη χώρα και καλλιεργούνται σήμερα – στη ζωγραφική αλλά και γενικότερα, στη λογοτεχνία, τις τέχνες και τις επιστήμες – όλες οι κύριες Δυτικές σχολές και τάσεις. Η αφομοίωσή τους από τους Ιάπωνες υπήρξε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχής, ενώ η διακριτικά ανανεωμένη από τα Δυτικά χρώματα ντόπια καλλιτεχνική παράδοση αντανακλάται σήμερα, αρκετά συχνά, σε πανέμορφες δημιουργίες.
Από την πλευρά της, η ιαπωνική αισθητική άσκησε και ασκεί κατά καιρούς σημαντική επίδραση στη Δύση, σε ποικίλους τομείς – μέσα από τα παραδοσιακά χαρακτικά της, τα πασίγνωστα Ουκίγιο-ε, τα κεραμικά και τις λάκες της, τις τέχνες της ανθοδετικής και της κηποτεχνίας, την καλλιγραφία και βεβαίως τις τέχνες του Ζεν.

Tί ανταπόκριση έχετε εισπράξει από τους μαθητές σας αλλά και τους ακαδημαϊκούς κύκλους της χώρας μας όλα αυτά τα χρόνια;

Να πω κατ’αρχήν ότι, στο ξεκίνημα και τη διάρκεια των Απωανατολικών μου σπουδών, είχα συνεχή ενθάρρυνση και καθοδήγηση από τους αείμνηστους καθηγητές μου Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλο και Ν. Κοντολέοντα (που δυστυχώς, έφυγαν πριν προφθάσω να επιστρέψω και να τους ευχαριστήσω προσωπικά), καθώς και από μια πλειάδα ξένων καθηγητών στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και αλλού, με επικεφαλής τον εξαιρετικά προικισμένο και διεθνώς αναγνωρισμένο στην ειδικότητά του καθηγητή James Cahill, που είχα τη μεγάλη τύχη να μαθητεύσω κοντά του. Στη δύσκολη πορεία μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα, είχα αμέριστη ηθική συμπαράσταση από κάποιες διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως ο αείμνηστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ο επί έτη Πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιος Δοντάς, καθώς και επαγγελματική ή φιλική συμπαράσταση από ορισμένους πανεπιστημιακούς, ιδιαίτερα τους Γρηγόρη Σηφάκη, Νίκο Ζία, Ηλία Μουτσούλα, Τατιάνα Μηλιώνη κ.α. από τα πανεπιστήμια Κρήτης και Αθηνών όπου δίδαξα σε χωριστά διαστήματα και εγώ, ως ειδική επιστήμων και μετά σε θέση επίκουρης καθηγήτριας – στην περίπτωση της Αθήνας, με συμφωνία του πανεπιστημίου και του Ιαπωνικού Ιδρύματος (Japan Foundation) προκειμένου να οργανωθεί μόνιμο πρόγραμμα ιαπωνικών σπουδών, στο τότε εν ενεργεία Γενικό Τμήμα Ξένων Πολιτισμών της Φιλοσοφικής Σχολής.
Συνάντησα ευγενική αδιαφορία έως αχαρακτήριστη συμπεριφορά ή υποκριτικό ενδιαφέρον έως ανοιχτή πολεμική, από κάποια άλλα πρόσωπα των οποίων τα ονόματα προτιμώ να μη θυμάμαι. Λυπάμαι,  γιατί δεν έβλαψαν μόνον εμένα, την επιστήμη και τη δουλειά μου, αλλά αχρήστεψαν και τα έξοδα του ελληνικού κράτους. Βλέπετε, οι Απωανατολικές σπουδές μου ξεκίνησαν με χορηγία του ελληνικού Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) και αρχική πρόβλεψη για μεταπτυχιακό δίπλωμα, που θα επέτρεπε προσφορά υπηρεσίας στο Ασιατικό Μουσείο της Κέρκυρας. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1970 και δεν υπήρχε επαρκής γνώση της έκτασης και των δυνατοτήτων των Απωανατολικών σπουδών και για τη χώρα μας. Όταν αυτά συνειδητοποιήθηκαν, στην πορεία των σπουδών μου, ο εποπτεύων καθηγητής και το ΙΚΥ ενέκριναν τη συνέχισή τους (χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση του ιδρύματος) σε διδακτορικό επίπεδο, πράγμα που θα καθιστούσε δυνατή την αξιοποίησή τους και στον διδακτικό τομέα.
Oι σπουδές ολοκληρώθηκαν με ξένες υποτροφίες (και με προδιδακτορική διδασκαλία μου) στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, αλλά πάντοτε με την εποπτεία και την έγκριση του ΙΚΥ, του οποίου τα συμβόλαια προβλέπουν υποχρεωτική επάνοδο των επιστημόνων για παροχή υπηρεσίας στον τόπο τους. ΄Έτσι, εκείνα που τελικά ζημιώθηκαν πάνω απ’ όλα ήταν τα ίδια τα παιδιά, στα οποία έπρεπε να είχαν προσφερθεί τα αποτελέσματα της ειδίκευσής μου. Εάν αυτό είχε συμβεί, εάν, στην εικοσιπενταετία που πέρασε, η διδασκαλία μου ήταν μόνιμη και όχι περιστασιακή, τα πράγματα σήμερα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Επίσης, εάν είχα εισακουστεί στο πολύ έγκαιρο αίτημά μου να συνεχιστεί η ειδίκευση στον Απωανατολικό τομέα, μέσω του ΙΚΥ ή άλλου φορέα χορηγού, από κάποιο ή κάποια από τα ενδιαφερόμενα τότε και προετοιμαζόμενα από εμένα παιδιά, η ειδίκευσή τους θα πραγματοποιόταν πολύ γρήγορα, αφού θα διέθεταν μια προετοιμασία που στο δικό μου ξεκίνημα δεν υπήρχε, και θα είχαμε τώρα, ή μάλλον προ πολλού, έτοιμα δικά μας στελέχη για τη συνέχιση/εδραίωση του προγράμματος. Με τέτοιες υποδομές και προγραμματισμούς αντεπεξήλθε, επιτυχημένα και σχετικά γρήγορα, η Ιαπωνία της εποχής Μέιτζι στις τεράστιες ανάγκες μεταρρυθμήσεων που αντιμετώπιζε, στην αναμέτρησή της με την Ευρώπη. Αλλά βέβαια, αυτά προϋποθέτουν ότι δεν αγνοεί κανείς συστηματικά οτιδήποτε προηγήθηκε και δεν θεωρεί, κάθε φορά, ότι τα πάντα αρχίζουν με τη δική του εμφάνιση. Σήμερα ξέρετε τι συμβαίνει ουσιαστικά; To αντίστροφο από ό,τι συνέβαινε στη δεκαετία του 1980, δηλαδή θεσμοθετούμε ξανά τμήματα (όπως αυτό του 2004 με τον ακατανόητο, για να μην πω απαράδεκτο τίτλο «Τουρκικών και Ανατολικών Σπουδών”), που τώρα θα τα θέλαμε, αλλά δεν μπορούν να λειτουργήσουν, λόγω έλλειψης υποδομών τουλάχιστον στο Απωνατολικό σκέλος. Με αυτές τις συνθήκες, όποιος βρεθεί στη θέση μου στο μέλλον και με προοπτική να αναλάβει ουσιαστικές, όχι επιφανειακές δραστηριότητες, θα είναι πάλι αβοήθητος και αναγκασμένος να ξαναρχίσει από την αρχή. Εκτός αν ακολουθηθούν άλλες λύσεις, αν π.χ. η Πολιτεία ενδιαφερθεί για την ίδρυση ενός Κέντρου Απωανατολικών ή Ανατολικών Ασιατικών Σπουδών, διαπανεπιστημιακού χαρακτήρα, με επάνδρωση και από το εξωτερικό και με προβλεπόμενη σύμπραξη και συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων ακαδημαϊκών φορέων και φοιτητών.
Όσο για τη σχέση μου με τα παιδιά που με ρωτήσατε – και τους ακροατές μου γενικότερα, γιατί πάντα είχα ανοικτά μαθήματα, αφού πιστεύω ότι αυτή είναι η αποστολή του σωστού δασκάλου – υπήρξε το φωτεινό σημείο της προσωπικής πορείας μου. Είχα πολυάριθμους φοιτητές στην Κρήτη, αισθητά λιγότερους στην Αθήνα όπου το σύστημα τους επέβαλλε περιορισμούς στην παρακολούθηση, έστω και σ’ ένα πραιρετικό μάθημα όπως το δικό μου. Λίγοι ή πολλοί, δεν θα λησμονήσω την αγάπη και τον ενθουσιασμό που έδειχναν για το μάθημά τους – πως θα το μπορούσα άλλωστε, αφού μου το θυμίζουν χίλια δυό πράγματα: από τα σχόλια τους, που τους ζητούσα ανώνυμα και γραπτώς κατά τα πρότυπα του Μπέρκλεϋ για τη βελτίωση του μαθήματος, ως την επιμονή και την υπομονή τους να διορθώνουν μόνα τους ένα συνεχώς προβληματικό μηχάνημα προβολών, όταν με αισθάνονταν έτοιμη να διακόψω, κι ως τα αναπάντεχα σταματήματα και τους χαιρετισμούς στο δρόμο, από άλλοτε φοιτητές και ακροατές, ακόμη και χρόνια μετά… Αυτά όμως τα περιγράφει πολύ καλύτερα από εμένα ο Λευκάδιος Χερν που, όπως γνωρίζετε, είχε το προνόμιο ν’ αγαπηθεί με τρόπο μοναδικό από τους Ιάπωνες, ιδιαίτερα τους μαθητές και αργότερα τους φοιτητές του.

Με τις διαλέξεις αλλά και το συγγραφικό σας έργο, διατηρείτε στην επικαιρότητα τον Ελληνοιρλανδό συγγραφέα Λευκάδιο Χερν. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τη σπουδαιότητα του έργου του; Πιστεύετε ότι είναι αρκετά διαδεδομένο στην Ελλάδα, όταν μάλιστα έχει και ο ίδιος ελληνική καταγωγή;

O Λευκάδιος Χερν ή Γιάκουμο Κοϊζούμι έγινε γνωστός αρκετά νωρίς στη χώρα μας. Σύμφωνα με τον πρέσβυ ε.τ. κ. Κωνσταντίνο Βάσση ο οποίος έχει ασχοληθεί ουσιαστικά με τον Χερν, με άρθρα του και με τη βιβλιογραφία που τον αφορά, υπάρχουν δημοσιεύσεις κειμένων του Χερν σε ελληνικά περιοδικά σχεδόν από τα πρώτα χρόνια μετά το θάνατό του (1904). Το ενδιαφέρον όμως προήλθε και εδώ από μεμονωμένα άτομα, ενδιαφερόμενους ερευνητές, λογοτέχνες, συγγραφείς κλπ. Δεν τροφοδοτήθηκε με την ανάλογη επιστημονική γνώση ή αναζήτηση γνώσης, δεν άγγιξε την ακαδημαϊκή κοινότητα και δεν καλλιεργήθηκε ποιοτικά και συστηματικά. Έτσι, για παράδειγμα, αν εξαιρέσουμε το πραγματικά πολύτιμο υλικό της Χαραμόγλειας βιβλιοθήκης του Δήμου Λευκάδας – που και αυτή οφείλεται στο μεράκι του βραβευμένου από την Ακαδημία Αθηνών δημιουργού της, του αείμνηστου Αριστοτέλη Χαραμόγλη – δεν διαθέτουμε πανεπιστημιακές ή άλλες δημόσιες βιβλιοθήκες Λευκαδίου Χερν, όπως συμβαίνει στην Αμερική ή στην Ιρλανδία, ακόμη και στην ιρλανδική πρεσβεία στο Τόκυο, σύμφωνα με τον κ. Βάσση.
Είναι γεγονός ότι το 2004, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από το θάνατο του ελληνοιρλανδού συγγραφέα, οργανώθηκαν και στη χώρα μας πολλές εκδηλώσεις στη μνήμη του – και πάλι όμως, κυρίως ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών ιδιωτικών φορέων (όπως με πρωτοβουλία του κ. Βάσση είχε λάβει χώρα άλλο – διεθνές – Συμπόσιο για τον Λευκάδιο Χερν στην Αθήνα, το 1998). Κι ενώ ο Δήμος της Αθήνας δεν έχει ακόμη αξιωθεί ν’ αποκτήσει μια προτομή του Χερν, σαν αυτή της Λευκάδας, η Ιαπωνία τιμούσε το 2004 τον Χερν με έξι ιαπωνικά και διεθνή Συμπόσια, καθώς και με αναμνηστικό γραμματόσημο σε σειρά τιτλοφορημένη «ηγέτες του πολιτισμού».
Γιατί ο Λ.Χ. θεωρείται σημαντικός; Για πολλούς λόγους. Σαν άνθρωπος, υπήρξε ένα μοναδικό ίσως φαινόμενο αδάμαστης και αυτοδημιούργητης προσωπικότητας με μυθιστορηματική ζωή και διεθνή δράση («σύγχρονο Οδυσσέα» τον χαρακτηρίζουν κάποιοι ξένοι βιογράφοι του και εγώ τον αποκαλώ «Οδυσσέα Τριών Ηπείρων»). Σαν συγγραφέας, υπήρξε οικουμενικός στις αντιλήψεις του και βαθύτατα «ελληνοϊάπωνας» στην καρδιά και τα συναισθήματά του. Ερμήνευσε την Ιαπωνία πολύπλευρα (όπως προσπαθώ να δείξω με κάποιες επιλογές/μεταφράσεις μου κειμένων του στο βιβλίο μου Ο άλλος Λευκάδιος Χερν) και την έφερε κοντά στον Δυτικό κόσμο με τρόπο μοναδικό, συνδυάζοντας, σε αντίθεση με άλλους επίσης αξιόλογους μελετητές της, τη συναισθηματική με την πνευματική προσέγγιση.
Φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που θεωρούν χρέος τους να «απομυθοποιούν» τον Χερν, που έγραψαν ή γράφουν επικριτικά γι’ αυτόν, στηριζόμενοι σε τυπικά επιχειρήματα, όπως π.χ. ότι οι μεταφράσεις του ιαπωνικών ποιημάτων είναι ατυχείς (δεν αυτοχαρακτηρίστηκε ποτέ ποιητής, ούτε ήταν το ποιητικό στοιχείο που τον ενδιέφερε πάντοτε στα ποιήματα) ή ότι δεν διέθετε επίσημους ακαδημαϊκούς τίτλους για διδασκαλία (δεν είχαν σχέση με το συγγραφικό και διδακτικό ταλέντο του ούτε με τις ευρύτατες γνώσεις του). Άλλοι πάλι αισθάνονται ενοχλημένοι από τη μεγάλη του δημοτικότητα και τον «μύθο» του, που τον αποδίδουν σε ανεπάρκεια ερευνών. Προσωπικά, δεν κατανοώ γιατί μια έρευνα είναι οπωσδήποτε προοδευτική, επειδή έχει ως στόχο της να απογυμνώσει μια προσωπικότητα από κάθε στοιχείο χρεωμένο με υποψία εξιδανίκευσης. Και είναι άδηλο για μένα το πού θα καταλήξει αυτή η κατεύθυνση, οπωσδήποτε σαρωτική για όλους και όλα στις μέρες μας και χωρίς όρια. (Θυμάμαι πως όταν, πολύ παλαιότερα, μου είχε απονεμηθεί ένα βραβείο λογοτεχνίας από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών όπου φοιτούσα, κανείς δεν μου είπε ότι δεν το άξιζα επειδή δεν ήμουν επαρκώς κατατοπισμένη στις προσωπικές ιδιομορφίες και κακοτυχίες του αγαπημένου μου Βερλαίν και κάποιων συγχρόνων του, πράγμα που σήμερα, φαντάζομαι, θα εθεωρείτο περίπου ανεπίτρεπτο). Δέστε, ακόμη, πού μας έχουν οδηγήσει κάποιες «σύγχρονες» αντιλήψεις στην αποτίμηση της προσφοράς του ελληνισμού (γλώσσας, τέχνης κλπ.), που σε παλαιότερες εποχές «εξιδανικεύτηκε». Για να επανέλθουμε όμως στον Χερν, η σημασία του συνοψίζεται γλαφυρά στο βιβλίο μου και από ιαπωνική σκοπιά, χάρη στην ευγενική συμβολή του πρώην πρέσβυ της Ιαπωνίας στην Ελλάδα, του κ. S. Motoi Okubo.
Ο Λευκάδιος Χερν είναι, πιστεύω, ένας ισχυρότατος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη χώρα μας και τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου και απομένει πάλι σε μάς να το συνειδητοποιήσουμε και να το αξιοποιήσουμε ανάλογα.

Πού αποδίδετε το γεγονός της ανυπαρξίας των ιαπωνικών σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Μιλούσα προ καιρού, σε μια άλλη συνέντευξη, για την πεποίθησή μου ότι είμαστε μια χώρα αντιφάσεων: Δεν μας λείπουν ούτε η οξυδέρκεια, ούτε οι καλές προθέσεις, ούτε ακόμη η διάθεση για δουλειά αλλά μας λείπουν, τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι οι αρμόδιοι να εμπνεύσουν ή να καλλιεργήσουν αυτά τα συναισθήματα και τις δυνατότητές μας, οι άνθρωποι που να διαθέτουν όραμα, τόλμη, συνεργαστικότητα, ικανότητες και έγκαιρου πρακτικού προγραμματισμού. Και με δυό λόγια, ίσως, οι άνθρωποι που να νοιάζονται για πράγματα πέρα από τον εαυτό τους. Αν λοιπόν αυτά ευσταθούν, τους λόγους που ρωτάτε θα πρέπει να τους αναζητήσετε στις συνέπειες συμπεριφορών ατόμων τα οποία π.χ. έκριναν την ειδικότητά μου ως περιττή πολυτέλεια, ή ως απορριπτέα λόγω δύσκολης ορολογίας, ή και πιο πρόσφατα, όταν ιδρύθηκε ένας σύλλογος,  ιστορικών και κριτικών της τέχνης ή κάπως έτσι, είχαν την πρόνοια να αποκλείσουν από την ιδιότητα του μέλους όποιον επιστήμονα διέθετε διδακτορικό σε μή ευρωπαϊκή τέχνη κ.ο.κ.
Δεν θα ήθελα ωστόσο να κλείσουμε παραμένοντας σε χαμένο χρόνο και αρνητικά σημεία. Εκδηλώνονται παράλληλα στον τόπο μας, και το τόνισα ήδη, ένα πλήθος θετικών πρωτοβουλιών προερχόμενων (για να περιοριστώ σε όσες μου είναι οικείες λόγω ενημέρωσης και συνεργασίας) από ποικίλους φορείς: μουσεία, κάποια πανεπιστήμια, το ανοικτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, ιδρύματα όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ και η Σχολή Βακαλό, Ινστιτούτα Ξένων Γλωσσών και το ανάλογο Διδασκαλείο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, το Ελληνο-Ιαπωνικό Εμπορικό Επιμελητήριο και με πολιτιστικές εκδηλώσεις, ο Ελληνο-Ιαπωνικός Σύνδεσμος, ο Ελληνικός Σύλλογος Ανθοδετικής Ιkebana της Σχολής Ohara Ιαπωνίας και πολλοί άλλοι, καθώς και μεμονωμένα άτομα που προσφέρουν – όλοι μας γνωρίζουμε με πόσον κόπο, διάθεση χρόνου και θυσίες. Εδώ εντάσσεται και η εξαίρετη πρωτοβουλία σας για τη δημιουργία της ιστοσελίδας σας ειδικά για ιαπωνικά θέματα, που ελπίζω και εύχομαι να συνεχιστεί με την ίδια δημιουργική διάθεση.
Είναι υπέρτατη ανάγκη, για όλους μας και ιδιαίτερα τους νεότερους, να συνεχίζουμε να κοιτάζουμε μπροστά.

Βιογραφικό σημείωμα

Η ιστορικός της τέχνης Κλαίρη Β. Παπαπαύλου σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τέχνη στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, τη Σορβόννη και τη Σχολή του Λούβρου (υποτροφία της Γαλλικής Κυβερνήσεως), Άπω-ανατολική τέχνη και πολιτισμό στο Διαπανεπιστημιακό Κέντρο του Τόκυο (πρώτη Ελληνίδα που έγινε δεκτή, το 1973/74, κατόπιν διαγωνισμών και επιλογής, μαζί με είκοσι εννέα υποψηφίους δέκα αμερικανικών πανεπιστημίων) και στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ (1971-1981, υποτροφία ΙΚΥ κ.α.) από όπου πήρε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της δίπλωμα με εργασίες σε Σινοϊάπωνες ζωγράφους του δέκατου όγδοου αιώνα.
Περιόδευσε και μελέτησε με άλλες υποτροφίες σε μουσεία των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, καθώς και της Κίνας, ως προσκεκλημένη στο πρόγραμμα Ελληνοκινεζικών Πολιτιστικών Ανταλλαγών (1983-4). Έχει μετάσχει σε συνέδρια και δώσει πλήθος ομιλιών, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Υπήρξε για χρόνια μέλος της αμερικανικής Εταιρείας Ασιατικών Σπουδών (AAJS) και είναι το παλαιότερο από τον ελλαδικό χώρο μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιαπωνικών Σπουδών (ΕΑJS). 
To 1982 ξεκίνησε στην Ελλάδα τη διδασκαλία του Σινοϊαπωνικού πολιτισμού, το οποίον δίδαξε περιοδικώς ως το 1997, στις Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων Κρήτης και Αθηνών και σε διάφορους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και ιδρύματα: Αρχαιολογική Εταιρεία, ΕΛΙΑΜΕΠ, ανοικτό πανεπιστήμιο του Δήμου Αθηναίων  κ.α. Από το 1998 κ.ε. μετέχει μόνον στα διδακτικά προγράμματα του Λαϊκού Πανεπιστημίου της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, του μόνου σήμερα εκπαιδευτικού ιδρύματος που περιλαμβάνει ανελλιπή διδασκαλία κινεζικού και ιαπωνικού πολιτισμού στα σεμινάριά του (ανοικτά σε όλους τους ενδιαφερόμενους). Ξεκίνησε επίσης παρουσίαση του ιαπωνικού πολιτισμού στην ελληνική στο Διαδίκτυο, σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Ιαπωνίας στην Αθήνα, στην ιστοσελίδα της.
Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει πλήθος δημοσιεύσεων σχετικών με τον Σινοϊαπωνικό πολιτισμό: συνεργασίες σε περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, επιμέλεια και συμμετοχή σε συλλογικές και άλλες εκδόσεις, μεταφράσεις, κριτικές και τα βιβλία  Αναζητώντας τον Άνθρωπο σε μονοπάτια της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής (Παπαζήσης 1999), Ποίηση και Ζωγραφική στην Ιαπωνική Τέχνη (Πρόσπερος 1988), Ο άλλος Λευκάδιος Χερν (Παπαζήσης (2002), Λογοτεχνία και Τέχνη της Κίνας (υπό έκδοση).
Για το έργο της έχει τιμηθεί με Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (2000) και με Έπαινο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ιαπωνίας (2006).

Η συνέντευξη δόθηκε στη Μαρία Φραϊδάκη τον Ιούλιο του 2007

scroll to top

Send this to a friend