Ο τελευταίος χαιρετισμός

Του καθηγητή  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου

Την περασμένη Πρωτοχρονιά, ο επί 30 χρόνια αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Ακιχίτο, χαιρέτισε τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά στα ανάκτορα για τελευταία φορά. Όπως έχει αποφασιστεί, στις 30 Απριλίου θα παραιτηθεί και τη θέση του θα πάρει ο διάδοχος του θρόνου, Ναρουχίτο. Ο Ακιχίτο, επειδή μια τέτοια πράξη δεν προβλέπεται από το ιαπωνικό Σύνταγμα, είχε εκδηλώσει ήδη από το 2010 με έμμεσο τρόπο τη διάθεση να απέλθει, λόγω του ότι η ηλικία και η φθίνουσα υγεία δεν του επέτρεπαν την κανονική τέλεση των καθηκόντων του. Παρά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, με τη συμβολή και της λαϊκής υποστήριξης που βρήκε το αίτημα του γηραιού μονάρχη, οδήγησε στην ψήφιση, τον Ιούνιο του 2017, ενός νόμου που ισχύει μόνο για την περίπτωσή του. Φαίνεται ότι ο Ακιχίτο λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας πραγματικά δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί πλέον στις κουραστικές απαιτήσεις του αξιώματος. Η παραίτηση έχει δρομολογηθεί. Το όνομα της νέας εποχής θα αρχίσει να ισχύει από την 1η Μαΐου και η τελετή ενθρόνισης του νέου μονάρχη προβλέπεται να γίνει στις 22 Οκτωβρίου του 2019.

Υπάρχει κάποια σύγχυση σχετικά με το τι είναι και τι αντιπροσωπεύει ο Ιάπωνας αυτοκράτορας. Μεγάλο μέρος της προέρχεται από το γεγονός ότι στη μακρόχρονη ιστορία του, ο θεσμός που αντιπροσωπεύει πέρασε από διάφορες φάσεις, στις οποίες πήρε διάφορες μορφές. Πρώτη του μορφή υπήρξε ο ηγεμονικός ρόλος που κατέκτησε ο αρχηγός του οίκου (πατριάς) του Γιαμάτο, όταν ο εν λόγω οίκος αναδείχθηκε ο ισχυρότερος ανάμεσα σε πολλούς άλλους που ανταγωνίζονταν για τον ίδιο ρόλο, γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Ο τίτλος αυτού του ηγεμόνα ήταν τότε “οο-κίμι”, που μπορεί να μεταφρασθεί ως “ο μέγας άρχων”. Εφόσον (πράγμα που δεν ήταν καθόλου μόνιμα δεδομένο) οι άλλοι οίκοι, σε ένα προφανώς φεουδαρχικό σύστημα, του αναγνώριζαν την κεντρική αρχηγία, μπορούμε να δούμε το αξίωμα αυτό ως αντίστοιχο μ’ αυτό που θα λέγαμε βασιλικό. Οι υφιστάμενες βέβαιες μαρτυρίες δείχνουν ότι ο τίτλος άλλαξε, έτσι που ν’ αντιστοιχεί σ’ αυτό που μεταφράζομε ως “αυτοκράτορας”, στη διάρκεια της βασιλείας του Τέμμου (672-686 μ.Χ.), οπότε και εμφανίζονται τίτλοι που δείχνουν ότι η εξουσία προέρχεται από τον ουρανό, όπως ο όμοιος με του Κινέζου αυτοκράτορα (“τένσι” =”γυιός του ουρανού”) και άλλοι, μεταξύ των οποίων “ουράνιος μονάρχης” (“τεννόο”) που χρησιμοποιείται έως σήμερα.

Για να ενισχύσει το λεγόμενο “οο-κεν”, δηλαδή το “δικαίωμα της εξουσίας” πάνω στις άλλες πατριές, ο Τέμμου διαμόρφωσε τους προγονικούς μύθους του οίκου του έτσι, ώστε να δείχνουν ότι η καταγωγή του προέρχεται από τη θεά του ήλιου, Αματεράσου, μέσω του εγγονού της, Νινίγκι νο Μικότο, στον οποίο έδωσε την εντολή να κατεβεί από τον ουρανό στο ιαπωνικό αρχιπέλαγος και να το κυβερνήσει. Αυτή η μορφή του Σίντο, δηλαδή η οικογενειακή θρησκεία της πατριάς του Γιαμάτο, έγινε η κρατική θρησκεία, με την Αματεράσου ως ανώτατη θεότητα και τον αυτοκράτορα μεσολαβητή μεταξύ του λαού και της υψηλής προγόνου του, δηλαδή ένα είδος αρχιερέα. Η περίοδος αυτή είναι η μόνη στην ιαπωνική ιστορία, στη διάρκεια της οποίας ο αυτοκράτορας υπήρξε ο πραγματικός κυρίαρχος της χώρας. Πολύ γρήγορα, επιβάλλοντας με τη βία τους διαδόχους της αρεσκείας τους, οι ανταγωνιστές οίκοι πήραν την εξουσία στα χέρια τους. Στη διάρκεια της εποχής Χεϊάν (794-1182 μ.Χ.), οπότε πρωτεύουσα της Ιαπωνίας ήταν το Κυότο, άρχουσα οικογένεια ήταν εκείνη των Φουτζιουάρα, που εξασφάλιζε την εξουσία μέσω γάμων των κορών της με τους αυτοκρατορικούς γόνους. Όταν, μετά από αυτή την εποχή, απέκτησαν ισχύ οι οίκοι που ανήκαν στην τάξη των πολεμιστών (σαμουράι), ο αρχηγός του οίκου που ως αποτέλεσμα εμφυλίων πολέμων εξασφάλιζε εκάστοτε την κεντρική εξουσία, έπαιρνε την αναγνώρισή της από τον αυτοκράτορα μέσω της χορήγησης σ’ αυτόν του τίτλου του “σόγκουν” (αρχιστρατήγου). Διαδοχικά στρατιωτικά καθεστώτα κυβέρνησαν τη χώρα επί αιώνες. Στη διάρκειά τους ο αυτοκράτορας, μια σκιώδης πιά από πολιτική άποψη μορφή, όχι μόνο δεν είχε καμμιά ισχύ, αλλά κατά περιόδους μάλιστα επένετο, εξαρτώμενος για την επιβίωση του ίδιου και της οικογένειάς του από την οικονομική βοήθεια πλούσιων εμπόρων και σαμουράι.

Όταν, τελικά, στο τέλος του 19ου αιώνα, η φθορά του σογκουνάτου έφτασε σε σημείο να χρειάζεται να αντικατασταθεί, οι ανταγωνιστές οίκοι πρόβαλαν ως λύση την επαναφορά του αυτοκρατορικού θεσμού. Καταλύτης υπήρξε η ξένη, αρχικά αμερικανική, επιβολή του ανοίγματος της χώρας διά της βίας, η οποία προκάλεσε την πτώση του σόγκουν και την παλινόρθωση του αυτοκράτορα, στο πρόσωπο του νεαρού τότε Μέιτζι, όχι όμως ως απόλυτου, αλλά ως συνταγματικού, τώρα μονάρχη. Κάτι που θέλησαν οι εκσυγχρονιστές να επαναφέρουν, για να δοθεί κύρος στο θεσμό, ήταν η σχέση του αυτοκρατορικού οίκου με το Σίντο της μορφής που περιγράψαμε. Αυτή επανατονίσθηκε, με τη δημιουργία τελετών οι οποίες παρουσιάζονταν ως τελετές του κράτους. Μια κατηγορία από αυτές (τις λεγόμενες “σινσάι”) τελούσε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στα ανάκτορα, σε μια άλλη (τις λεγόμενες “τσοκουσάι”), στο μεγάλο ιερό της Αματεράσου στο Ίσε, συμμετείχε με προσφορές που πήγαινε εκπρόσωπός του. Ενώ στη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Μέιτζι ο τονισμός αυτής της διάστασης, όπως δείχνει η μεταθανάτια ίδρυση του ιερού Μέιτζι-τζίνγκου, όπου λατρεύεται το πνεύμα του, αύξαινε, η πραγματική εξουσία έπεσε βαθμηδόν και πάλι στα χέρια φιλόδοξων στρατιωτικών και όσων εξέθρεψαν στη δεκαετία του τριάντα το φασιστικό καθεστώς, που οδήγησε τελικά την Ιαπωνία στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι τελευταίοι, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν ένα θρησκευτικό μέσον για τους σκοπούς τους, δημιούργησαν μια νέα μορφή του Σίντο, γνωστή ως “κρατικό Σίντο” (“κόκκα Σίντο”), με κύρια στοιχεία τη θεία καταγωγή του αυτοκράτορα, το δικαίωμα να κυβερνήσει τον κόσμο, την αδιάσπαστη “αιώνια” διαδοχή (“μπανσέι ικκέι”), την Ιαπωνία ως “ιερή χώρα” (“σινκόκου Νιππόν”) κ.λπ. Καθιστώντας τον εκπρόσωπο αυτών των ιδεών, τον μετέτρεψαν σε ένα λατρευόμενο θεό. Τη θεία του ιδιότητα, ως γνωστόν, αποποιήθηκε ο Σόουα (γνωστός ως Χιροχίτο) μετά την καταστροφική ήττα, που οδήγησε και σε δραστικές μεταβολές στον ρόλο του.

Σήμερα, την ταυτότητα του αυτοκρατορικού αξιώματος καθορίζει το μεταπολεμικό (1946) σύνταγμα της Ιαπωνίας. Σύμφωνα με αυτό ο αυτοκράτορας είναι ένα πρόσωπο χωρίς καμμιά πολιτική εξουσία. Ο ρόλος του είναι ν’ αποτελεί μόνο το σύμβολο της αρμονίας και της ενότητας του ιαπωνικού λαού, με τη βούληση του οποίου κατέχει το αξίωμά του. Μπορεί να κάνει μόνο τις επίσημες πράξεις που προβλέπει γι αυτόν το Σύνταγμα, όπως να προκηρύσσει εκλογές, να εγκρίνει τη νέα βουλή, να τη συγκαλεί, να διορίζει τον πρωθυπουργό, να παίζει τον ρόλο της κεφαλής του κράτους σε διπλωματικές λειτουργίες κ.λπ. Η ιαπωνική αυτοκρατορική οικογένεια δεν έχει δική της περιουσία και συντηρείται από τη φορολογία του ιαπωνικού λαού. Ο χωρισμός της θρησκείας από το κράτος που επέβαλε αυτό το σύνταγμα απάλλαξε τον αυτοκράτορα από τη θρησκευτική διάσταση. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συνήθως, η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όρια των νομικών κανόνων. Παρά τον χωρισμό της θρησκείας από το κράτος, υπολείμματα της ιδιότητάς του ως αρχηγού της εγχώριας θρησκείας, του Σίντο, κυρίως η συνέχεια των τελετών που περιγράψαμε, αυτών που τελεί προσωπικά, μεταξύ των οποίων εκείνες που συνοδεύουν την καινούργια σπορά, αλλά και την καινούργια σοδειά (“νιινάμε νο ματσούρι”), η ιδιαίτερη σχέση που έχει με κάποια ιερά, κυρίως με το ιερό Ίσε-τζίνγκου, όπου λατρεύεται η Αματεράσου, στην οποία ειδικοί απεσταλμένοι συνεχίζουν να φέρνουν κάθε χρόνο προσφορές από τον ίδιο, δείχνουν ότι η θρησκευτική διάσταση του θεσμού επιμένει. Επιμένει επίσης στον νού αρκετών Ιαπώνων, που συνεχίζουν να τον βλέπουν ως τον απόγονο της θεάς.

Ωστόσο, ο Ιάπωνας αυτοκράτορας δεν είναι μόνο αυτό που μεταφέρει η λέξη “σύμβολο” και δεν αντιπροσωπεύει μόνο την “ενότητα” του ιαπωνικού λαού. Στην πράξη είναι πολύ περισσότερα πράγματα. Ακριβέστερα, βαθύτερα από την ενότητα, πρέπει να πούμε ότι αποτελεί την προσωποποίηση της ιαπωνικής εθνικότητας, αυτής που θα λέγαμε “ιαπωνικότητας”. Κατά κάποιο τρόπο ενσαρκώνει τη συνείδηση αυτής της ιαπωνικότητας. Ταυτόχρονα, ως η παρούσα συνέχεια ενός θεσμού που κρατάει από την αυγή της ιαπωνικής ιστορίας, αποτελεί την προσωποποίηση αυτής της ιστορίας και της παράδοσης. Μ’ αυτές τις έννοιες ο ίδιος και όλη η αυτοκρατορική οικογένεια έχει μια θέση στην καρδιά μεγάλου μέρους αυτού του λαού. Ωστόσο ο Ακιχίτο έχει κατακτήσει στην ίδια καρδιά και μια θέση ως άνθρωπος. Τόσο διαφορετικά από τον πατέρα του, τον ζωντανό θεό γύρω από τον οποίο υπήρχαν τόσα ταμπού και που ο λαός του άκουσε τη φωνή του για πρώτη φορά το 45 με την αναγγελία της ήττας, ο Ακιχίτο εγκαινίασε μια άμεση επαφή με τους κατοίκους της χώρας, μάλιστα επισκεπτόμενος περιοχές πληγείσες από καταστροφές και συζητώντας με τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι και ο πρώτος αυτοκράτορας που παντρεύτηκε μια κοινή θνητή, την Μίτσικο Σόντα, κόρη παλιάς επιχειρηματικής οικογένειας. Τον “εξανθρωπισμό” του θεσμού συνέχισε και η υπόλοιπη οικογένεια, βρίσκοντας ανταπόκριση στην αγάπη που όλ’ αυτά δημιούργησαν σε μεγάλο μέρος του ιαπωνικού λαού, έτσι ώστε τώρα, όταν εκδήλωσε την ανάγκη να αποσυρθεί, πολλοί πήραν το μέρος του εκφράζοντας κατανόηση.

Όμως κάθε αυτοκράτορας είναι σε μεγάλο βαθμό και σύμβολο της εποχής στην οποία βασιλεύει. Η ιστορία της χώρας διαιρείται σε εποχές που παίρνουν τ’ όνομά τους και αρχίζουν με την ανάρρηση στο θρόνο του καινούργιου μονάρχη. Έτσι ο αυτοκράτορας είναι ο φορέας και μιάς χρονικής διάστασης που ξεπερνάει τα όρια της προσωπικής του ύπαρξης: Γι αυτό ακριβώς και συμβολίζει αυτό που θα λέγαμε το “πνεύμα” του χρονικού διαστήματος της βασιλείας του, το οποίο συνοψίζει στο πρόσωπό του. Έτσι, ο αποχαιρετισμός του κόσμου προς αυτόν ήταν κι ένας αποχαιρετισμός στην εποχή Χεισέι: μια εποχή που, ενώ συνέχισε τη μεταπολεμική άνοδο της χώρας οδηγώντας την στο αποκορύφωμα της ευημερίας και της δύναμης, τελείωσε με την έναρξη της καθόδου. Η τραγωδία της Φουκουσίμα, η άνοδος της Κίνας στη θέση που κατείχε η Ιαπωνία ως δεύτερη παγκόσμια οικονομική δύναμη και τα αισθήματα του σταδιακού σβησίματος ως έθνους που φέρνει η γήρανση του πληθυσμού, συνοδευόμενη από φαινόμενα που παλιότερα θα ήταν αδιανόητα, όπως η μαζική εισαγωγή ξένων εργατικών χεριών, έχουν συντελέσει σε βαθειές αλλαγές στην ιαπωνική ψυχοσύνθεση, με κυριότερη ίσως την πτώση του ηθικού, της αισιοδοξίας και της φυσικής αλαζονείας που συνόδευαν τη συνείδηση της μεγάλης δύναμης. Μ’ αυτή την έννοια ο αποχαιρετισμός στον Ακιχίτο ήταν αποχαιρετισμός όχι μόνο στη Χεισέι, αλλά στην ευρύτερη εκείνη περίοδο που άρχισε με την είσοδο της Ιαπωνίας στην παγκόσμια σκηνή και που με αισιοδοξία, δουλειά και πίστη, έφερε τη χώρα στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας οικονομικής ηγεμονίας. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει, βέβαια, εδώ. Η Ιαπωνία έχει δείξει αρκετές φορές ότι κατορθώνει να ξεπερνά τις πτώσεις και να επανέρχεται στο προσκήνιο με ανανεωμένο δυναμισμό.

 

scroll to top