Ιαπωνική ζωγραφική: «Νιχόνγκα»

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


 
Του καθηγητή  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου

Ανάμεσα στα πολλά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού που η Ιαπωνία προσπάθησε ν’ απορροφήσει την εποχή Μέϊτζι ήταν και η δυτική ζωγραφική, που την ονόμαζαν γιόογκα. Για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός είχαν ανοίξει σχολές και είχαν καλέσει, όπως και για τόσα άλλα πράγματα, ξένους ειδικούς, σ’ αυτή την περίπτωση ζωγράφους, ὁπως ο Ιταλός Φοντανέζι. Αυτοί έστειλαν μαθητές στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι, που διέπρεψαν τόσο εκεί όσο και μετά από την επιστροφή τους στην πατρίδα. Γνωστοί ζωγράφοι που ζωγράφιζαν με δυτικό ύφος φτιάχνοντας σπουδαία έργα υπήρξαν ο περίφημος Κουρόντα Σέϊκι («Στη λίμνη»), ο Αόκι Σιγκέρου («Παλάτι κάτω από τη θάλασσα»), ο Ασάϊ Τσού κ.α. Παράλληλα, όπως επίσης για τόσα άλλα πράγματα, η παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική απαξιώνεται και περιφρονείται.

Όμως, την ίδια εποχή που συμβαίνει αυτό στην Ιαπωνία, στη Δύση ακμάζει το ρεύμα της λατρείας για τις παραδοσιακές ιαπωνικές τέχνες, μάλιστα για τις ξυλογραφίες (ουκιγιόε) γνωστό με το όνομα «japonisme». Εν μέρει με το ρεύμα αυτό ως έναυσμα, εν μέρει για άλλους λόγους, από το 1880 η ματιά των Ιαπώνων στρέφεται στο δικό τους πολιτισμικό παρελθόν. Στο χώρο της ζωγραφικής άνθρωποι όπως ο Τομιόκα Τεσσάϊ, Κόονο Μπουνρέϊ και κριτικοί της τέχνης όπως ο Έρνεστ  Φενολλόσα και ο μαθητής και συνεργάτης του Οκακούρα Κακουζό, θέλησαν να αναβιώσουν την εγχώρια ιαπωνική ζωγραφική. Ωστόσο, όχι όπως ήταν στο παρελθόν, αλλά εμπλουτισμένη στη θεματολογία και με σύγχρονα στοιχεία, ενώ στον τρόπο ζωγραφικής με δυτικά στοιχεία. Έτσι δημιουργήθηκε ένα ρεύμα, που κρατάει μέχρι σήμερα, και είναι γνωστό ως «Νιχόνγκα» (= «ιαπωνική ζωγραφική» σε αντιδιαστολή προς τη «γιόογκα»). Η Νιχόνγκα είναι ένα υβρίδιο, που αποτελείται από αυτό τον συνδυασμό, ο οποίος (μαζί, βέβαια, με την προσωπική ιδιαιτερότητα κάθε ζωγράφου) συνιστά τη γοητεία της.

Επειδή υπήρξαν στη διάρκεια της ανάπτυξής του πολλοί συνδυασμοί ή αναμείξεις διαφόρων ιαπωνικών παραδοσιακών τεχνικών, ρευμάτων κ.λπ. με διάφορες δυτικές τεχνικές και ρεύματα, δημιουργήθηκε μια μεγάλη ποικιλία Νιχόνγκα. Μπορεί π.χ., όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις πολλών καλλιτεχνών, η εγχώρια ζωγραφική που αναμειγνύεται με δυτικά στοιχεία να είναι η τέχνη των ουκιγιόε (ξυλογραφίες, που άκμασαν στη διάρκεια της εποχής Εντό, από τον 17ο αι. και μετά). Στα ουκιγιόε το σχέδιο, η γραμμή που δημιουργεί τις μορφές, είναι το σημαντικότερο στοιχείο. Οι καλλιτέχνες που πήραν το ουκιγιόε ως βάση πρόσθεσαν στο σχέδιο φωτοσκίαση, όγκο, πλαστικότητα, προοπτική και έτσι, μεγαλύτερο ρεαλισμό και φυσικότητα. Βέβαια υπάρχουν πολλές «υποδιαιρέσεις», π.χ. το σχέδιο (γραμμή) να διατηρείται και να προστίθενται τα παραπάνω στοιχεία ή να διατηρείται μόνο εν μέρει (όπως π.χ. στην περίπτωση του Κιγιοκάτα Καμπουράγκι) ή η γραμμή να καταργείται και να μένουν μόνο οι πλακάτ επιφάνειες κ.λπ. Μπορεί το στοιχείο της παράδοσης που αναμειγνύεται με δυτικά να είναι η ζωγραφική τύπου «Γιαμάτο ε» (αυτή που εκπροσωπείται κυρίως από τα εμάκι, όπως το «Γκέν’τζι μονογκατάρι εμάκι»)· μπορεί να είναι η ζωγραφική του τύπου της Σχολής Κανόο (χρυσός κάμπος, διακοσμητικότητα) κ.α.

Στα υλικά, διατηρούνται τα παραδοσιακά ιαπωνικά, δηλ. χρώματα φτιαγμένα από φυσικά υλικά, που ανακατεύονται με νερό και με συνδετικό υλικό ζωϊκές κόλλες (νικάουα). Έτσι η Νιχόνγκα παραμένει αυτό που είναι βασική η παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική, δηλ. μια υδατογραφία και έτσι έχει πάντα τη φωτεινότητα και την ελαφρότητα εκείνης. Με το χρόνο προστέθηκαν διάφορα υλικά, όπως τριμμένα όστρακα ή κόκκαλο σουπιάς (για το λευκό), τριμμένα ορυκτά, συχνά ημιπολύτιμα, όπως μαλαχίας, αζουρίτης κ.λπ. Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί τριψίματος. Συχνά αυτό είναι αρκετά αδρό, ώστε να αφήνει ορατούς κόκκους στην επιφάνεια του χαρτιού ή του μεταξιού, που λαμπυρίζουν με την πρόσπτωση του φωτός στον πίνακα.  Χρησιμοποιούνται επίσης, από αρκετούς ζωγράφους Νιχόνγκα, φύλλα χρυσού, βέβαια με δημιουργικούς τρόπους (όπως στην περίπτωση της Μορίτα Κόοχεϊ) και σπανιότερα ασημιού.

Σχολές, όπως η «Νιχόν μπιτζούτσου ιν» (Ιαπωνική Ακαδημία Καλών Τεχνών) δημιουργήθηκαν για την καλλιέργεια αυτού του ρεύματος, από τις οποίες αποφοίτησαν περίφημοι ζωγράφοι στυλ Νιχόνγκα, αρχικά με κέντρο το Τόκυο και μετά το Κυότο. Ένας από τους πρώτους υπήρξε ο Κανόο Χόογκαϊ, με πιο γνωστό έργο την περίφημη «Χίμπο Κάννον». Ακολουθεί ο Χασιμότο Γκαχόο, που ως βασικός εκπαιδευτής στην παραπάνω σχολή εκπαίδευσε τους τρεις κορυφαίους επόμενους, δηλαδή τους Γιοκογιάμα Ταϊκάν, Σιμομούρα Κανζάν και Χισίντα Σουνσό. Όλοι αυτοί καταργούν τη γραμμή και χρησιμοποιούν, αντίθετα, επίπεδα χρώματος. Τον εικοστό αιώνα αποφοιτά από την ίδια σχολή η δεύτερη γενιά: οι Γιασούντα Γιουκίχικο, Ιμαμούρα Σικό, Μαέντα Σεϊσόν, Κομπαγιάσι Κοκέϊ. Με κέντρο το Κυότο έλαμψε το άστρο του Τακεούτσι Σεϊχό και της συντρόφου του, Ουεμούρα Σοέν, της σημαντικότερης ζωγράφου της προπολεμικής Ιαπωνίας. Η Σοέν καλλιέργησε ένα από τα βασικά θέματα της ιαπωνικής ξυλογραφίας, δηλ. το «μπιτζίνγκα» (εικόνες ωραίων γυναικών). Ένας άλλος καλλιτέχνης που δημιούργησε στην ίδια πόλη και που προήλθε από τον κόσμο των ουκιγιόε υπήρξε ο Καμπουράγκι Κιγιοκάτα. Πολύ γνωστοί Νιχόνγκα ζωγράφοι εκείνης της εποχής είναι ακόμα ο Ματσουμούρα Μπαϊσό, ο Σιμομούρα Καϊζάν, Kομπαγιάσι Κοκέϊ, Καουάϊ Γκυοκουντό κ.α. Από τους ζωγράφους Νιχόνγκα των εποχών Ταϊσό και Σόουα γνωστότατος και πολύ αγαπητός, επίσης διεθνώς, είναι ο Τακέχισα Γιουμέτζι. Ακόμα πιο σύγχρονοι είναι η Μορίτα Κόοχέϊ, ο Τακαγιάμα Τατσούο κ.α. Σήμερα σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως μάλιστα όταν το δυτικό στοιχείο που υιοθετείται είναι η αφαίρεση, συχνά το ιαπωνικό παραδοσιακό στοιχείο υποχωρεί και σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ένα έργο Νιχόνγκα από ένα έργο που θα μπορούσε να φτιάξει ένας ζωγράφος άσχετα από οποιαδήποτε παράδοση. Βέβαια αυτό είναι ένα είδος Νιχόνγκα – στις περισσότερες περιπτώσεις ακόμα η γοητεία αυτής της ζωγραφικής, που έχει αποκτήσει ανά τον κόσμο πολλούς αφοσιωμένους φίλους, προέρχεται από την ανάμειξη ορατών και διαγνώσιμων ιαπωνικών και δυτικών στοιχείων.

 

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος

Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 τιμήθηκε με το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη του στο GreeceJapan.com

scroll to top

Send this to a friend