Θαλπωρή

Greecejapan_Oden

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Κάθε χρόνο, μόλις ξεκινάει το φθινόπωρο (το οποίο, και σε πείσμα κάθε λογικής, οι Ιάπωνες θεωρούν ότι συμβαίνει τη πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου) αρχίζουν να εμφανίζονται στα κονμπίνι και, ειδικά στην Ασακούσα και στις άλλες περιοχές του σιταμάτσι, σε ειδικά μικρά μαγαζάκια και ακόμα και σε τροχήλατα ξύλινα περίπτερα που αράζουν σε συγκεκριμένα σημεία· στην αρχή δειλά-δειλά, σαν να θέλουν να δοκιμάσουν τους περαστικούς και αργότερα, όσο ο καιρός αλλάζει και γίνεται πραγματικό φθινόπωρο, πολύ πιο σίγουρα. Είναι τεράστιες τετράγωνες μεταλλικές κατσαρόλες μέσα στις οποίες σιγοβράζουν και διατηρούνται ζεστά διάφορα φαγώσιμα με παράξενα σχήματα –άλλα σαν πουγκιά, άλλα σαν σωλήνες, άλλα στρογγυλά, άλλα τετράγωνα, όλα στα καφέ και στα μπεζ και στα γκρι και στα υπόλευκα χρώματα της φύσης. Όταν είναι στα κομπίνι, ο κόσμος παραγγέλνει τα υλικά που προτιμάει με το κομμάτι (καθένα κοστίζει από 60 μέχρι 100 γεν) ενώ όταν είναι στα ειδικά περίπτερα-σταντ, κάθεται σε χαμηλά σκαμπό γύρω-γύρω από την αχνιστή κατσαρόλα και τα τρώει επιτόπου πίνοντας μπίρα ή σάκε ή σότσου.

Τα λένε “οντέν” (おでん) και η ιστορία τους πάει αρκετά παλιά, όταν οι αγρότες έβραζαν τα λαχανικά που έβγαζαν στα χωράφια τους μαζί με μίσο και κομμάτια τόφου –τότε τα έλεγαν “μίσο-ντενγάκου” (味噌田楽) όμως με τα χρόνια η ονομασία άλλαξε σε “ντενγάκου”, μετά σε “οντενγάκου” για να καταλήξει στα χρόνια του Έντο σε “οντέν”. Στο μεταξύ, η γεύση άλλαξε αισθητά, στη θέση του μίσο μπήκε η σόγια και στη θέση των λαχανικών διάφορα υποπροϊόντα ψαριού –αυτά που στα ιαπωνικά λέγονται συλλήβδην νεριμόνο (練り物) με πιο γνωστά το καμαμπόκο (かまぼこ), το τσίκουα (竹輪) και το χάνπεν (半片)-, διάφορες μαγειρεμένες εκδοχές τόφου (άτσου-άγκε/厚揚げ, πουγκιά κιντσάκου/巾着 γεμιστά με ρύζι μότσι ή κεφτέδες με λαχανικά γκάνμο-ντόκι/がんもどき), φύκια κόμπου, βραστά αυγά, λουκάνικα, κεφτέδες από κοτόπουλο τσουκούνε/つくね σε σουβλάκι, πλοκάμια χταποδιού, ζελέ κονγιάκου (こんにゃく) από το φυτό με την εντυπωσιακή ονομασία “γλώσσα του διαβόλου”, ραπάνι ντάικον (大根) και περίπου 100 ακόμα διαφορετικά υλικά, όλα βρασμένα για ώρες στο ίδιο ζουμί και σερβιρισμένα με την καυτή μουστάρδα καράσι/からし.

Οι Ιάπωνες λένε ότι αν δεν αισθάνεσαι την ανάγκη για οντέν όταν τα φθινοπωρινά βράδια αρχίζουν να ζητάνε επιτακτικά μακρύ μανίκι, δεν έχεις καταλάβει την χώρα τους. Ίσως και να έχουν δίκιο: η αλήθεια είναι ότι δεδομένης της συνέπειας στην επανάληψη των πραγμάτων στην κουλτούρα αυτή, αποκτάει κανείς μια Παβλοφική αντίδραση στα πάσης φύσεως ερεθίσματα και αρχίζει να αισθάνεται μια παράξενη έλλειψη στα μάτια, τη μύτη και τον ουρανίσκο του ακόμα και αν δεν είναι φανατικά φίλος του οντέν –το λέω από προσωπική εμπειρία καθώς ακόμα βρίσκομαι ακριβώς επάνω στη διαχωριστική γραμμή απέναντί του: κάποια από τα υλικά του μου αρέσουν πολύ και κάποια καθόλου. Όμως ειδικά εδώ στο σιταμάτσι, είναι πραγματικά δύσκολο να αντισταθείς στη γοητεία της οικειότητα μεταξύ των πελατών που κάθονται γύρω από την εστία και μοιράζονται πειράγματα και συζητήσεις, δημιουργώντας γνωριμίες της στιγμής που θα χαθούν με μια καληνύχτα. Οι μέρες του μεγάλου σεισμού του 1923 που έκαναν το οντέν  απαραίτητο σαν μια εύκολη πηγή θρεπτικών συστατικών που μπορούσε να σερβίρεται στα συσσίτια των σεισμοπαθών έχουν παρέλθει όμως η ανάγκη για συντροφικότητα απέναντι στο κυριολεκτικό και το μεταφορικό κρύο παραμένει και ίσως τελικά το οντέν να είναι αυτό που τη θρέφει με τον καλύτερο τρόπο.

 

ENGLISH

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΑΣ ΣΤΟ ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΚΟΙΝΟ

GreeceJapan
scroll to top