Τέταρτος τοίχος

Greecejapan_Sudare

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Η πρώτη φορά που είδα τον Τανάκα-σαν, πέμπτης γενιάς τεχνίτη σουντάρε (簾/すだれ) ήταν στο μουσείο λαϊκών τεχνών στην Ασακούσα –το μουσείο παραχωρεί την κεντρική του αίθουσα σε διάφορους τοπικούς «σόκουνιν» προσφέροντάς τους την ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο την τέχνη τους και, ακόμα περισσότερο, προσφέροντας στον κόσμο την ευκαιρία να δει από κοντά την καταπληκτική δουλειά των ανθρώπων αυτών, δουλειά που σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει και εξελίσσεται από την εποχή του Έντο (ή και παλιότερα). Παρακολουθώντας τον να φτιάχνει τα στόρια σουντάρε υφαίνοντας λεπτές βέργες μπαμπού ή ξύλου είχα την αίσθηση ότι βλέπω έναν βιρτουόζο μουσικό να δίνει ρεσιτάλ: ευγενικά αδιάφορος για τα άτομα που στέκονταν μπροστά του και τον παρακολουθούσαν, κινούσε ασταμάτητα τα χέρια του στον αυτοσχέδιο «αργαλειό», διόρθωνε τις αποστάσεις μεταξύ βεργών και σπάγκων χωρίς να κοιτάζει –κυριολεκτικά: αρκετές φορές δούλευε με κλειστά τα μάτια- και είχε μια έκφραση ζωηρής ηρεμίας που για πολλούς ανθρώπους έρχεται μετά από αρκετά χρόνια ψυχοθεραπείας.

Λίγο καιρό μετά, στο εργαστήριό του στο Σενζόκου, λίγους δρόμους πιο δυτικά από εκεί που βρισκόταν η παλιά Γιοσιουάρα, συνειδητοποίησα ότι τα σουντάρε που κρεμάμε στο σπίτι μας κάθε χρόνο –και ακόμα και τα πολύ καλύτερης ποιότητας που η πεθερά μου έχει κρεμασμένα στο δωμάτιο του τσαγιού της- δεν είναι παρά η κορυφή ενός παγόβουνου που βυθίζεται ως την εποχή Χέιαν (794-1185) και που έχει ταυτιστεί με το ιαπωνικό καλοκαίρι, πρώτα στις επαύλεις των ευγενών και μετά την περίοδο Έντο σχεδόν σε όλα τα σπίτια. Όταν δε, ανεβήκαμε στο δεύτερο όροφο ο οποίος λειτουργεί σαν διαρκής έκθεση της δουλειάς που γίνεται στο εργαστήριο, συνειδητοποίησα τις αμέτρητες εφαρμογές της τέχνης της ύφανσης μπαμπού –από σουβέρ λίγων τετραγωνικών εκατοστών μέχρι παραβάν πέντε φύλλων, μέχρι ολόκληρες πόρτες σούντο (簀戸) και μέχρι τα συνηθισμένα στόρια που βγαίνουν από τις αποθήκες κάθε Μάιο και μένουν στα παράθυρα μέχρι το φθινόπωρο, απλά, με σχέδια, με μεταξωτά ή χάρτινα ρέλια και σε μια πλειάδα μηκών και πλατών.

Αντίθετα με άλλους σόκουνιν, ο Τανάκα-σαν δεν ανησυχεί πολύ για το μέλλον της τέχνης του: μπορεί τα παλαιού τύπου ιαπωνικά σπίτια να μη χτίζονται πια με τους ρυθμούς που χτίζονταν κάποτε όμως τα σουντάρε συνεχίζουν να εμφανίζονται κάθε χρόνο, ακόμα και στα νέου στιλ σπίτια με τα αλουμινένια κουφώματα και τα παράθυρα με τζάμια αντί για τα χάρτινα συρόμενα «σότζι» (障子). Και αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή οι άνθρωποι θέλουν να δώσουν μια γεύση «παράδοσης» στα σπίτια τους: αφενός είναι πραγματικά λειτουργικά σαν άμυνα απέναντι στο φως και τη ζέστη –καταφέρνουν μάλιστα να περιορίσουν και την αφόρητη υγρασία του ιαπωνικού καλοκαιριού-  και αφετέρου, μεταμορφώνουν τόσο τον χώρο στον οποίο βρίσκονται όσο και τον έξω κόσμο. Κοιτάζοντας μέσα από ένα σουντάρε, έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα όνειρο, ότι μπορείς να βλέπεις μέσα από τους τοίχους ή, αν βρίσκεσαι από την άλλη του πλευρά, ότι έχεις γίνει αόρατος∙ αν υπάρχει κάποια αλήθεια στο κλισέ ότι οι Ιάπωνες τρέφουν μια ιδιαίτερη αγάπη στο υπαινικτικό και στο αμφίβολο, το σουντάρε είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη.

ENGLISH

    scroll to top