Στη σκιά του Βούδα

Greecejapan_Kamakura_DaibutsuΚείμενο-φωτογραφία:
Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Πάνε σχεδόν πέντε χρόνια από τότε που βρέθηκα για πρώτη φορά στο ναό Κοτόκου-ιν στην Καμακούρα και που, κάνοντας το μικρό ζιγκ-ζαγκ από την είσοδο ως τον κήπο,  αντίκρισα τον Μεγάλο Βούδα Αμίντα-νιόραι να κάθεται στο στρογγυλό πέτρινο βάθρο του, φαινομενικά αδιάφορος στις εκατοντάδες τουριστών που τον τραβούσαν φωτογραφίες από κάθε πιθανή γωνία. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ίδιο το μέγεθος του αγάλματος, το περπάτημα κάτω απ’ τον καυτό ήλιο –το Κοτόκου-ιν βρίσκεται στην περιοχή Χάσε, περίπου μισή ώρα από τον κεντρικό σταθμό της Καμακούρα-, η ακαριαία γείωση στην πραγματικότητα των αμέτρητων εικόνων του που είχα δει ως τότε ή η ανάμνηση του πατέρα μου να μιλάει για τον «μεγάλο Βούδα της Καμακούρα», ίσως η πρώτη σπίθα που πυροδότησε το ενδιαφέρον μου για την Ιαπωνία πριν από περίπου τριάντα πέντε χρόνια, όμως δεν υπερβάλλω καθόλου λέγοντας ότι για μερικά δευτερόλεπτα μου κόπηκε κυριολεκτικά η ανάσα. Ακόμα πιο ενδιαφέρον (;) είναι το γεγονός ότι παρότι έκτοτε έχω επισκεφθεί το ναό τουλάχιστον έξι φορές (η τελευταία ήταν προχτές), δεν υπάρχει ούτε μια που να μην αισθάνθηκα το ίδιο ξάφνιασμα  ακόμα και αν ήταν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Η ιδέα της υπέρ-μεγέθυνσης των θρησκευτικών συμβόλων και προσώπων δεν είναι, βεβαίως, πρωτοτυπία των Ιαπώνων: οι ιερείς πάντοτε και παντού κατασκεύαζαν τεράστια μνημεία, ναούς ή ομοιώματα των θεών με κίνητρα τόσο προφανή που στο νου του σύγχρονου ανθρώπου θα έπρεπε να φαντάζουν παιδικά. Εντούτοις, φαίνεται ότι όσο και αν εξελιχθούμε, κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάτι μεγάλο (ειδικά αν είναι ανθρωπόμορφο και ειδικά αν είναι ενδεδυμένο με ένα μανδύα υπερφυσικού) ενεργοποιείται μέσα μας ένας μηχανισμός σύγκρισης και αισθανόμαστε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μικρότεροι και, άρα, πιο ασήμαντοι. Αναμφίβολα οι άνθρωποι που τον δημιούργησαν (η ιστορία μιλάει για την Ινάντα-νο-Τσουμπόνε, κυρία επί των τιμών του σογκούν Μιναμότο νο Γιοριτόμο, για έναν ιερέα από το Τοτόμι ονόματι Τζόκο και για τους τεχνίτες μετάλλου Όνο Γκοροεμόν και Τάντζι Χισατόμο) πριν από επτάμισι αιώνες τα είχαν όλα αυτά στο νου τους όμως δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό που κάνει το Μεγάλο Βούδα εντυπωσιακό είναι απλώς και μόνο το μέγεθός του.

Παρότι αρχικά στεγασμένος σε ένα κτήριο που καταστράφηκε δύο φορές από τυφώνες και μια από τσουνάμι –μετά την τρίτη φορά οι υπεύθυνοι του ναού μάλλον έπιασαν το υπονοούμενο και δεν το ξανάχτισαν- ο Βούδας μοιάζει σαν να έχει φτιαχτεί για να δένει με το φυσικό του περιβάλλον  –η καλύτερη θέση για να τον δει κανείς είναι από πιο μακριά, από ένα σημείο που το μέγεθός του δείχνει να εξουδετερώνεται από το λόφο που βρίσκεται πίσω του. Ακόμα και το χρώμα του, το πράσινο της σκουριάς του μπρούτζου που έχει αντικαταστήσει πλήρως την αρχική του επιχρύσωση δείχνει πολύ πιο φυσικό και τον κάνει ένα με τα δέντρα που βρίσκονται στο περίβολο του ναού∙ ξέροντας το πάθος των Ιαπώνων για το «πάθος των πραγμάτων» (μόνο νο αουάρε/物の哀れ) τη ματαιότητα του κόσμου μας, δε θα εκπλησσόμουν αν μάθαινα ότι οι εμπνευστές του τον έφτιαξαν για να λειτουργήσει όχι στην εποχή τους αλλά στη δική μας και όχι για να προκαλέσει δέος αλλά για να υπενθυμίσει –ότι κανένας, θεός, άνθρωπος ή βούδας δεν μπορεί να αποφύγει την παροδικότητα.

ENGLISH

scroll to top