Εκπαίδευση: Σαουαγιανάγκι Μασαταρό

Ο Σαουαγιανάγκι Μασαταρό είναι άλλη μία από τις λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της ιαπωνικής ιστορίας, οι οποίες συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ιαπωνίας. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και γραφειοκράτης, συμβάλλοντας σημαντικά στην εξέλιξη του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, αναπληρωτής υπουργός παιδείας, ενώ βρέθηκε στη διοίκηση αρκετών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όλων των βαθμίδων (όπως των πανεπιστημίων Τόχοκου και Κιότο). Ήταν πολυγραφότατος και άσκησε σημαντική επιρροή στον χώρο της εκπαίδευσης.

Σαουαγιανάγκι Μασαταρό (澤柳 政太郎). Φωτ.: Japan National Diet Library’s website (https://www.ndl.go.jp/en/index.html)

Ο Σαουαγιανάγκι Μασαταρό (澤柳 政太郎) γεννήθηκε το 1865, στο Ματσουμότο της επαρχίας Σίνσιου (信州松本, σήμερα τμήμα του νομού Ναγκάνο). Ήταν ο μεγαλύτερος γιος μιας οικογένειας σαμουράι της επαρχίας. Λέγεται πως ήταν αρκετά ενεργητικό παιδί, αλλά ταυτόχρονα υπάκουος στο σπίτι και εξαίρετος μαθητής. Μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της νέας εποχής Μέιτζι (1868-1912), κατά την οποία η τάξη των σαμουράι έχασε τη θέση της. Ο πατέρας του συνεπώς, αναζητούσε νέες ευκαιρίες και έτσι, ο Σαουαγιανάγκι βρέθηκε να φοιτά σε διάφορα σχολεία και μέρη.

Ξεκίνησε (1873) στην πόλη Κόφου, στον νομό Γιαμανάσι, όπου εργαζόταν για λίγο καιρό ο πατέρας του, ενώ τον επόμενο χρόνο (όταν εκείνος παραιτήθηκε) μεταφέρθηκε στο νεοϊδρυθέν σχολείο Κάιτσι (開智学校), πίσω στο Ματσουμότο. Το σχολείο αυτό αποτελούσε ένα από τα πρώτα σχολεία ημι-δυτικού τύπου στη χώρα1. Το 1875 η οικογένειά του μετακόμισε στο Τόκιο και έτσι ο Σαουαγιανάγκι συνέχισε τις σπουδές του εκεί.

Επηρεασμένος από τα έργα του Φουκουζάουα Γιουκίτσι, ο πατέρας του πίστευε ότι το μέλλον βρισκόταν στον επιχειρηματικό κόσμο (実業界) και για αυτό θέλησε να δοκιμάσει τη τύχη του στο Τόκιο. Τα σχέδιά του ωστόσο, δεν είχαν την επιτυχία που θα ήλπιζε2 και έτσι η οικογένεια σύντομα περιήλθε σε οικονομική στενότητα. Παρ’όλα αυτά, ο Σαουαγιανάγκι υποστηρίχθηκε στις σπουδές του, στις οποίες φαίνεται πως διέπρεψε. Έτσι, το 1884 ξεκίνησε να φοιτά στο τμήμα Φιλοσοφίας της Σχολής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Τόκιο (αργότερα Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκιο -東京帝国大学)3. Κατά τα φοιτητικά του χρόνια συνδέθηκε με φιγούρες όπως ο Χίντακα Μάζανε (日高真實, 1861-1944) και ο Κιγιοζάουα Μάνσι (清沢 満之, 1863-1903), οι οποίοι αργότερα θα άφηναν το στίγμα τους σε τομείς όπως η εκπαίδευση και η θρησκεία.

Ο Σαουαγιανάγκι αποφοίτησε το 1888 και λίγο αργότερα, ξεκίνησε να εργάζεται στο υπουργείο παιδείας (文部省), ως γραμματέας4. Το 1891 παντρεύτηκε5. Το 1902 παραιτήθηκε από τη θέση του επικεφαλής της γραμματέας του υπουργείου, λόγω ενός περιστατικού διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών, για το οποίο ανέλαβε την ευθύνη.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ανέλαβε τη θέση του διευθυντή σε διάφορα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (σε Τόκιο, Κιότο και Γκούνμα). Επιλύοντας αναταραχές σε κάποια από αυτά, κέρδισε τη φήμη του ειδικού στην επίλυση συγκρούσεων. Λέγεται ότι η δίκαιη, γενναιόδωρη και ειλικρινής του στάση κέρδιζε την εμπιστοσύνη μαθητών και καθηγητών. Πρέπει επίσης, να σημειωθεί ότι από την αποφοίτησή του και ύστερα, ο Σαουαγιανάγκι ήταν δραστήριος συγγραφικά, εκδίδοντας αρκετά συγγράμματα και δημοσιεύοντας πολλά του κείμενα, ενώ έδινε και διαλέξεις για ζητήματα ηθικής, φιλοσοφίας και εκπαίδευσης, μεταξύ άλλων. Το πρώτο του σύγγραμμα «Συγκριτική Μελέτη Δημόσιων και Ιδιωτικών Σχολείων (公私学校比較論)» εκδόθηκε το 1890 και αμέσως «τράβηξε» την προσοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Το 1895, το βιβλίο του «Το πνεύμα των εκπαιδευτικών/παιδαγωγών (教育者の精神)», ήταν επίσης αρκετά επιδραστικό. Έτσι ο Σαουαγιανάγκι αναδείχθηκε τα χρόνια αυτά ως ένας αξιόλογος διοικητικός υπάλληλος, αλλά και σταδιακά, σε ηγετική φιγούρα στον τομέα της εκπαίδευσης.

Το 1898 κλήθηκε και πάλι στο υπουργείο παιδείας, αυτή τη φορά στη θέση του διευθυντή γενικής εκπαίδευσης (文部省普通学務局長). Την περίοδο 1902-3 επισκέφθηκε την Ευρώπη και την Αμερική. Αρχικά, παρακολούθησε το 13ο Διεθνές Συνέδριο Ανατολιστών (International Congress of Orientalists) στο Αμβούργο της Γερμανίας και στη συνέχεια, επισκέφθηκε αρκετές χώρες, με βασικό σκοπό να μελετήσει τα εκπαιδευτικά τους συστήματα και να παρατηρήσει την πραγματική κατάσταση της εκπαίδευσης σε άλλες χώρες, όπως έγραψε αργότερα. Το ταξίδι του αυτό, όπως και εκείνα που θα έκανε στο μέλλον, φαίνεται πως επηρέασαν σημαντικά την προσέγγισή του στην εκπαίδευση. Το 1906 προήχθη σε αναπληρωτή υπουργό παιδείας. Το 1908 ωστόσο, αναγκάστηκε να παραιτηθεί, λόγω ενός προβλήματος υγείας.

Κατά τη διάρκεια των θητειών του στο υπουργείο εισήχθησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο της εκπαίδευσης, σχετικών τόσο με οργανωτικά όσο και πρακτικά ζητήματα. Συμμετείχε στη σύνταξη του 2ου Διατάγματος για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (第二次小学校令) του 1890, αλλά και του αναθεωρημένου Διατάγματος (第三次小学校令) του 1900. Μέσα από αυτά, μεταξύ άλλων, επεκτάθηκε η υποχρεωτική εκπαίδευση -αρχικά σε τέσσερα και στη συνέχεια σε έξι χρόνια-, θεσπίστηκαν συγκεκριμένοι σχολικοί κανονισμοί, εφαρμόστηκε εθνικός σχεδιασμός των σχολικών εγχειριδίων του δημοτικού, ενώ καταργήθηκαν τα δίδακτρα στα δημόσια δημοτικά σχολεία.

Μετά την αποχώρησή του από το υπουργείο, επικεντρώθηκε στη συγγραφή κειμένων και συγγραμμάτων6 σχετικών με εκπαιδευτικά ζητήματα και φαίνεται πως ήταν πλέον ευρέως σεβαστός ως ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών θεμάτων στη χώρα. Εκδόθηκαν αρκετά του βιβλία τα χρόνια αυτά, ενώ κάποια χαίρουν εκτίμησης μέχρι και σήμερα.

Το 1909 έγινε μέλος της «Άνω Βουλής (貴族院)». Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε μέλος του Ανώτερου Συμβουλίου Εκπαίδευσης του υπουργείου παιδείας. Το 1911 ανέλαβε τη θέση του πρώτου πρύτανη του νεοϊδρυθέντος Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου Τοχόκου (東北帝国大学) και εφάρμοσε την πολιτική των «ανοιχτών θυρών (門戸開放)» στην εκπαίδευση, επιτρέποντας έτσι τη συμμετοχή των γυναικών στις εισαγωγικές εξετάσεις του πανεπιστημίου. Το 2014 μάλιστα, το πανεπιστήμιο Τοχόκου θεσμοθέτισε σχετικό βραβείο στη μνήμη του (Masataro Sawayanagi Memorial DEI – Diversity, Equity, and Inclusion- Award)7.

Το 1913 διορίστηκε πρύτανης του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Κιότο (京都帝国大学). Η θητεία του εκεί συνδέθηκε με το περίφημο «Περιστατικό Σαουαγιανάγκι (京都帝大澤柳事件)», το οποίο οδήγησε στην παραίτησή του το 1914. Το Περιστατικό είχε να κάνει με την απόφαση του Σαουαγιανάγκι να απομακρύνει σημαντικό αριθμό καθηγητών από τη θέση τους και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν την απόφαση αυτή. Αυτό που στην ουσία διακυβευόταν ήταν το ποιος θα είχε την εξουσία διορισμού και απόλυσης καθηγητών και η δικαίωση της πλευράς των διαμαρτυρόμενων καθηγητών έθεσε τις βάσεις για μεγαλύτερη αυτονομία των πανεπιστημίων.

Ο Σαουαγιανάγκι τα επόμενα χρόνια δεν ανέλαβε άλλες κυβερνητικές θέσεις ωστόσο, η σχέσεις του με το υπουργείο παιδείας έμειναν στενές και συχνά ζητούταν (ή προσέφερε) η συμβουλή του σε διάφορα ζητήματα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, το 1914, του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα των γραμμάτων (文学博士) από το υπουργείο. Το 1916 διορίστηκε ακόμη, πρόεδρος της Αυτοκρατορικής Ένωσης Εκπαίδευσης (帝国教育会), του μεγαλύτερου εθνικού οργανισμού εκπαιδευτικών στη χώρα και λέγεται ότι ως πρόεδρός της, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της θέσης και της «ποιότητας» των εκπαιδευτικών.

Περίπου την ίδια περίοδο ανέλαβε τη διεύθυνση του Γυμνασίου Σέιτζο, ενώ λίγο αργότερα (1917) ίδρυσε στα εδάφη του το Δημοτικό Σχολείο Σέιτζο (成城小学校), στο οποίο έδωσε έμφαση σε φιλελεύθερες, πειραματικές εκπαιδευτικές πρακτικές. Πλέον μπορούσε να εστιάσει στην εφαρμογή των παιδαγωγικών του θεωριών στην πράξη. Σταδιακά, επεκτάθηκε και σε άλλες βαθμίδες: μεταξύ άλλων, το 1922 ίδρυσε και διηύθυνε το Δεύτερο Γυμνάσιο Σέιτζο (成城第二中学校), το 1925 το Νηπιαγωγείο Σέιτζο, ενώ το 1927 ίδρυσε και έγινε διευθυντής του Γυμνασίου Θηλέων Σέιτζο (成城高等女学校). Παράλληλα, το 1923, ίδρυσε την «Εταιρεία Ντάλτον (ダルトン協会長)» και έγινε πρόεδρος της Διεθνούς Εκπαιδευτικής Ένωσης της Ιαπωνίας (日本国際教育協会).

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δραστηριοποιήθηκε επίσης στη διεθνή σκηνή. Το 1921 έκανε άλλη μία περιοδεία σε Ευρώπη και Αμερική, για να μελετήσει τις σύγχρονες παιδαγωγικές τάσεις που αναπτύσσονταν σε άλλες χώρες8. Συμμετείχε σε συνέδρια της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών Ενώσεων (World Federation of Education Associations -WFEA), το 1923 και 1927 και σε συναντήσεις του Ινστιτούτου Σχέσεων Ειρηνικού (Institute of Pacific Relations -IPR) τις χρονιές 1925 και 19279. Επιστρέφοντας ύστερα από ένα σχετικό ταξίδι (σε Χονολουλού και Τορόντο), αρρώστησε και πέθανε λίγο μετά την επιστροφή του στην Ιαπωνία, τον Δεκέμβριο του 1927.

Ο Σαουαγιανάγκι, τόσο μέσω των κυβερνητικών του θέσεων, όσο και μέσω της δράσης του ως εκπαιδευτικός, άφησε το προσωπικό του στίγμα στην ανάπτυξη του κινήματος της φιλελεύθερης εκπαίδευσης στην Ιαπωνία. Το σχολείο του ήταν ένα από τα πρώτα πειραματικά σχολεία στην Ιαπωνία που ασπάστηκαν το πνεύμα της φιλελεύθερης εκπαίδευσης και συχνά αναφέρεται ως εκείνο που «οδήγησε» το αντίστοιχο κίνημα της δεκαετίας του 1920 και των αρχών της δεκαετίας του 1930, μέχρι την καταστολή του και την άνοδο του μιλιταρισμού που ακολούθησε.

Ο ίδιος ο Σαουαγιανάγκι έβλεπε θετικά τον κρατικό έλεγχο και ρύθμιση της εκπαίδευσης και όπως επισημαίνει ένας μελετητής του, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στους πιθανούς κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν. Θωρούσε ότι το κράτος είχε την ευθύνη να διασφαλίζει τη βασική εκπαίδευση και να προωθεί τη διατήρηση ενός βασικού επιπέδου πολιτισμού και μάθησης στη χώρα. Πίστευε επιπλέον, ότι μέσω του κρατικού ελέγχου μπορούσε να υπάρξει γενικότερη βελτίωση της εκπαίδευσης, κάτι που θα μπορούσε ως παιδαγωγός να αξιοποιήσει.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού τώρα, ήταν πολύ σημαντικός για τον ίδιο, καθώς πίστευε ότι το επάγγελμα αυτό ήταν καθοριστικό για την ανάπτυξη των νέων. Η εκπαίδευση δε «είναι ανάπτυξη. Είναι αλλαγή. Είναι η αλλαγή που συντελείται στο μυαλό και το σώμα του εκπαιδευόμενου (教育は発達である。変化である。被教育者の心身の上に及ぼす所の変化である)», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η έννοια της εκπαίδευσης για τον Σαουαγιανάγκι δεν περιοριζόταν στην παθητική λήψη γνώσεων από τον μαθητή, αλλά απαιτούσε τη συμμετοχή του.

Στο κείμενο της διακήρυξης ίδρυσης του σχολείου του (私立成城小学校創設趣意) μπορεί κανείς να βρει μερικές από τις ιδέες του για τη διαδικασία της εκπαίδευσης. Σε αυτό αναφέρονται τέσσερις βασικές αρχές πάνω στις οποίες θα βασιζόταν η λειτουργία του σχολείου του:

  1. Ατομική εκπαίδευση (個性尊重の敎育): Εκπαίδευση που βασίζεται στον σεβασμό της ατομικότητας (με την έννοια του προσωπικού χαρακτήρα, της ιδιοσυστασίας). Σεβασμός και ανάδειξη των μοναδικών ικανοτήτων, αξιών και προτύπων σκέψης κάθε παιδιού και η καλλιέργειά τους. Ανάπτυξη των μοναδικών χαρακτηριστικών κάθε μαθητή. Εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις ανάγκες των παιδιών.
  2. Φυσική εκπαίδευση (自然と親しむ教育): Εκπαίδευση που προάγει την εξοικείωση και επαφή με τη φύση. Ο Σαουαγιανάγκι πίστευε στη σημασία του να μπορούν τα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τη φύση, να επαναλάβουν, κατά μία έννοια, όσο το δυνατόν περισσότερο την πρωτόγονη ζωή των προγόνων τους, ώστε να αναπτύξουν τη φυσική τους κατάσταση, αλλά και τις σχετικές νοητικές διαδικασίες, λειτουργίες και ικανότητες.
  3. Συναισθηματική εκπαίδευση (心情の教育): Εκπαίδευση της ενσυναίσθησης και των συναισθημάτων. Εκπαίδευση που βασίζεται σε μια αληθινή σχέση ανθρώπου με άνθρωπο και που στοχεύει στην «εκπαίδευση από καρδιά σε καρδιά (心から心への教育)». Ταυτόχρονα, εκπαίδευση που καλλιεργεί την αισθητική, την εκτίμηση των τεχνών (鑑賞の教育).
  4. Επιστημονική εκπαίδευση (科學的研究を基とする敎育): Εκπαίδευση βασισμένη στην επιστημονική έρευνα. Ο Σαουαγιανάγκι ήθελε το σχολείο να έχει ερευνητικό προσανατολισμό ώστε να παρέχει εκπαίδευση που θα βασίζεται σε επιστημονικές πρακτικές, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην καθιέρωση νέων. Οι εκπαιδευτικοί πίστευε, πρέπει να είναι και ερευνητές.

Ο Σαουαγιανάγκι έβλεπε την εκπαίδευση ως κάθε παρέμβαση που στόχευε στην ανάπτυξη ενός ατόμου. Ο σκοπός της πίστευε, δεν περιοριζόταν στην απόκτηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή ικανότητας ή γνώσης, αλλά μάλλον στην ενεργοποίηση της αναπτυξιακής ικανότητας του ατόμου. Η διαδικασία θα έπρεπε να έχει ενδιαφέρον και αξία για τα παιδιά και να προωθεί την ανάδειξη των ικανοτήτων τους, για μια σωστή επαγγελματική εξέλιξη, ανεξαρτήτως οικονομικού υπόβαθρου και οικογενειακής κατάστασης. Στο βιβλίο του «Πρακτική Παιδαγωγική (実際的教育学)» (1909) περιέγραψε χαρακτηριστικά πως για να μεταδοθεί η γνώση, έπρεπε ο εκπαιδευτικός να αντιλαμβάνεται ότι το παιδί «κουβαλάει» συγκεκριμένες αναμνήσεις και εμπειρίες και σε σύνδεση με αυτές να κεντρίζει το ενδιαφέρον του, ώστε η γνώση που μεταδίδει να μη ξεχαστεί. Η εκπαίδευση έπρεπε να βασίζεται στην πραγματικότητα και τα πραγματικά δεδομένα και όχι σε αφηρημένες θεωρίες.

Όπως βεβαίως και για κάθε άλλη ιστορική προσωπικότητα, δεν έχει λείψει η κριτική στο πρόσωπό του Σαουαγιανάγκι. Αυταρχισμός, υποκρισία και υπεροψία είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που οι κριτικοί του αποδίδουν. Το γεγονός ότι είχε συχνά ασκήσει κριτική στην ιδιωτική εκπαίδευση, αλλά ο ίδιος αργότερα καταπιάστηκε με αυτή, οδήγησε πολλούς να θεωρήσουν πως δεν έμεινε πιστός στα λόγια του. Κάποιοι μελετητές του ωστόσο, αναγνωρίζουν πως παρά την κριτική που ασκούσε ο Σαουαγιανάγκι, δεν πρότεινε την κατάργηση του ιδιωτικού τομέα, αλλά τη μεταρρύθμισή του.

Παρά όμως από τις φωνές αυτές, το έργο του Σαουαγιανάγκι παραμένει σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της εκπαίδευσης της Ιαπωνίας. Ένας μελετητής του έχει δηλώσει ότι η συνεπής προσπάθεια του στη διάδοση και τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, ήταν η μόνιμη επιθυμία του. Αυτό που αναζητούσε και στο οποίο στόχευε ήταν η επιδίωξη αληθινής εκπαίδευσης (本当の教育).

Υποσημειώσεις

1 Το δυτικής επιρροής κτίριο στο οποίο στεγάστηκε το σχολείο αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα αρχιτεκτονικής της περιόδου που χαρακτηρίστηκε από το κίνημα «Μπούνμεϊ Κάικα (文明開化, Πολιτισμός και Διαφωτισμός)». Έχει χαρακτηριστεί εθνικός θησαυρός το 2019 και είναι παράρτημα του Μουσείου της Πόλης Ματσουμότο. Όταν φοιτούσε ο Σαουαγιανάγκι ωστόσο, το κτίριο δεν είχε λάβει ακόμη τη τελική του μορφή.
2 Αρκετοί πρώην σαμουράι τα χρόνια εκείνα βρέθηκαν σε παρόμοια θέση.
3 Όταν ξεκίνησε τη φοίτησή του, το πανεπιστήμιο δεν είχε χαρακτηριστεί ακόμα ως «Αυτοκρατορικό». Όταν ο Σαουαγιανάγκι αποφοίτησε, το επίσημο όνομά του ήταν «Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο», καθώς υπήρχε μόνο αυτό ως αυτοκρατορικό στη χώρα. Αργότερα ωστόσο (1897), όταν ιδρύθηκε το δεύτερο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο της χώρας στο Κιότο, μετονομάστηκε σε «Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο», ώστε να ξεχωρίζουν.
4 Υπουργός παιδείας ήταν ο Μόρι Αρινόρι.
5 Αργότερα απέκτησε πέντε γιους και τρεις κόρες.
6 Ο Σαουαγιανάγκι θεωρείται από πολλούς σπουδαίος συγγραφέας. Μια βιβλιογραφία του έργου του περιλαμβάνει 1.124 τίτλους που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Πολλά από τα κείμενα του βεβαίως προκάλεσαν αντιπαραθέσεις όταν εκδόθηκαν, ενώ εκατοντάδες άρθρα, μελέτες και βιβλία έχουν γραφτεί ως απάντηση σε αυτά.
7 Αρχικά ως «Masataro Sawayanagi Memorial Gender Equality Award».
8 Στο ταξίδι του γνώρισε και τον Βρετανό γλωσσολόγο Harold E. Palmer (1877-1949), στον οποίο πρότεινε να εργαστεί στην Ιαπωνία, ως επίσημος γλωσσικός σύμβουλος του υπουργείου παιδείας. Ο Palmer ειδικευόταν στη διδασκαλία ξένων γλωσσών και ξεκίνησε να εργάζεται στην Ιαπωνία το 1922.
9 Στη συνέχεια συμμετείχε ο Νιτόμπε Ιναζό.
Μαρία Γκουνγκόρ
Μαρία Γκουνγκόρ
Η Μαρία Γκουνγκόρ γεννήθηκε το 1990. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι διδάκτoρας στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η έρευνά της αφορά στην ιστορία της οικονομικής σκέψης της Ιαπωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η αναδημοσίευση περιεχομένου του GreeceJapan.com (φωτογραφιών, κειμένου, γραφικών) δεν επιτρέπεται χωρίς την εκ των προτέρων έγγραφη άδεια του GreeceJapan.com

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ