“Πήγα να ψάξω για την Αμερική…” (Σάιμον και Γκαρφάνκελ)

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Στα δέκα χρόνια που κάνω, ανεπίσημα και επίσημα, δωρεάν ή επί πληρωμή, προφορικά ή γραπτά, δια ζώσης ή εξ αποστάσεως, έμμεσα ή άμεσα τον ξεναγό στην Ιαπωνία υπάρχει μια ερώτηση που επαναλαμβάνεται στερεότυπα από τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που ζητούν πληροφορίες για τη χώρα. Και αυτή είναι, η επιθυμία να δουν την “αληθινή Ιαπωνία”. Ανεξάρτητα αν οι ενδιαφερόμενοι είναι συνταξιούχοι που κάνουν το ταξίδι της ζωής τους, πολεμικοτεχνίτες που έρχονται για να ασκηθούν στην “Πηγή” (πάντα με κεφαλαίο, για λόγους βαρύτητας, βεβαίως), καθ’ έξιν ταξιδιώτες που προσπαθούν να ικανοποιήσουν το ουόντερλαστ τους, εισοδηματίες που συγκεντρώνουν χαρακιές στις χειρολαβές των βαλιτσών τους ή φούντι που θέλουν να κερδίσουν πόντους στον μικρόκοσμο του Instagram, το ζητούμενο είναι πάντα το ίδιο: θέλω να βιώσω την πραγματική Ιαπωνία!

Θα ακουστώ σαν να μιλάω από τη σκοπιά του βουδισμού Ζεν (και δικαίως γιατί σίγουρα ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης είναι μια από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τον δικό μου), ο καλύτερος τρόπος να μη βιώσει κανείς την πραγματική Ιαπωνία ή το πραγματικό οτιδήποτε εδώ που τα λέμε, είναι υπερτονίζοντας την επιθυμία για να τη βιώσει –μ’ άλλα λόγια, προβάλλοντας επάνω στην Ιαπωνία τη δική του φαντασίωση περί Ιαπωνίας. Θέλω να πω, αν έρθει κανείς στην Ιαπωνία, οτιδήποτε δει, γευτεί, ακούσει, μυρίσει ή αγγίξει δεν είναι, εξ ορισμού, η πραγματική Ιαπωνία; Πραγματικά οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι αυτό που ζούμε όλοι εμείς, Ιάπωνες και ξένοι μόνιμοι κάτοικοι, είναι κάτι διαφορετικό το οποίο το κρύβουμε επιμελώς όταν έρχονται εκείνοι και μετά το ξαναβγάζουμε στην επιφάνεια όταν φεύγουν;

Επί οκτώ χρόνια, έχω ένα μπλογκ για την Ιαπωνία, το “Nihon Arekore” με περισσότερα από 1800 ποστ στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα ιαπωνικά και όπως λέει και ο τίτλος του, δηλαδή “διάφορα περί Ιαπωνίας”, προσπαθώ καθημερινά να βάζω μια εικόνα με κάποιο, συνήθως σύντομο και συνήθως θλιβερά εξυπνακίστικο, σχόλιο από πράγματα που βλέπω εδώ και που τα θεωρώ χαρακτηριστικά. Και είναι εντυπωσιακό ότι τα ποστ με τις περισσότερες επισκέψεις είναι αυτά που παίζουν με τα στερεότυπα: το Φούτζι, οι γκέισα, τα κιμονό, τα μπονσάι, το σούσι, τα νέον κ.λπ. Και το ίδιο συμβαίνει και με τα κείμενα που βάζω κατά καιρούς εδώ στο Greecejapan.com ή δίπλα, στο Iaponia.gr. Αν λοιπόν τα πιο δημοφιλή κομμάτια είναι τα στερεότυπα ποιοι θέλουν να δουν την πραγματική Ιαπωνία;

Βεβαίως η απάντηση είναι απλή: η “πραγματική Ιαπωνία” των πελατών μου είναι, κατά 50 τοις εκατό τα στερεότυπα και κατά 50 τοις εκατό, οι προεκτάσεις των στερεοτύπων στη φαντασία τους. Δηλαδή θέλουν να δουν γκέισα, αλλά όχι να συνωστιστούν στο Ποντοτσό για να τις πετύχουν, θέλουν να δουν μπονσάι αλλά όχι στο μουσείο μπονσάι στη Σαϊτάμα και θέλουν να δοκιμάσουν σούσι αλλά όχι σε κάποιο από τα σούσι-για που παίρνουν καλές κριτικές στο Tripadvisor. Επειδή θεωρούν ότι τα παραπάνω, και πολλά ακόμα, είναι κατασκευές για τους τουρίστες και δεν ανταποκρίνονται στη “βαθιά Ιαπωνία” που “μόνο οι Ιάπωνες γνωρίζουν” -παρεμπιπτόντως, ειδικά σε ό,τι αφορά τα σουσί-για στο Tripadvisor θα συμφωνήσω καθώς για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα πράγματα που ανεβαίνουν στα Τοπ 10 του, είναι συχνά αλλοπρόσαλλα.

Το θέμα ωστόσο είναι αλλού: η Ιαπωνία είναι μια χώρα με ιδιαίτερα αναπτυγμένο τουρισμό και με ιδιαίτερα αναπτυγμένο μάρκετινγκ· ειδικά την περίοδο Έντο (1603-1868) όταν οι εμφύλιοι πόλεμοι των προηγούμενων αιώνων κόπασαν, επικράτησε μια επιβεβλημένη μεν αλλά εν πολλοίς πραγματική ειρήνη, οι σογκούν Τκουγκάουα έφτιαξαν ένα εξαιρετικά βολικό δίκτυο δρόμων και οι τάξεις των εμπόρων και των τεχνιτών κυριάρχησαν στις εμπορικές πόλεις όπως το Έντο (το σημερινό Τόκιο), η Οσάκα, το Καουαγκόε, η Ναγκόγια ή το Ίσε, αναπτύχθηκε και μια βιομηχανία τουρισμού, ταξιδιωτικών οδηγών, εμπορίου σουβενίρ και προώθησης όλων των παραπάνω (και πολλών ακόμα) πολύ μεγαλύτερη από αντίστοιχες σε άλλα μέρη του κόσμου. Το γεγονός ότι οι Ιάπωνες μόλις την τελευταία δεκαετία ανακάλυψαν τον εξωτερικό τουρισμό, δε σημαίνει ότι αγνοούν τον εσωτερικό –το αντίθετο μάλιστα.

Ήτοι, να προσπαθήσει κανείς να βρει στην Ιαπωνία κάτι που να μην έχει αγγιχτεί από τον τουρισμό είναι οριακά ακατόρθωτο γιατί σχεδόν παντού οι άνθρωποι προσπαθούν να προωθήσουν όσο περισσότερο μπορούν τον τόπο τους –σε αυτό βοηθάει πάρα πολύ και ο τρόπος που είναι οργανωμένη η τοπική αυτοδιοίκηση και η κομφουκιανική προσέγγιση περί συνεισφοράς στο κοινό καλό και η, από πολλές απόψεις σοσιαλιστική, συνεισφορά της εθνικής κυβέρνησης στους τοπικούς κορβανάδες. Αν προσθέσουμε την έλευση των ΜΜΕ και, πλέον, και των ψηφιακών Μέσων, τοπικών και διεθνών που προσπαθούν να “ανακαλύψουν” τις “κρυμμένες γωνιές” αλλά και τις λεγεώνες των, κυρίως, κινέζων και κορεατών τουριστών που καταφθάνουν καθημερινά στη χώρα και που συνεισφέρουν στα αποθέματα πληροφοριών γι αυτή στο Ίντερνετ, το “οριακά” ακατόρθωτο γίνεται, πρακτικά αδύνατο. Ή περίπου.

Βεβαίως παρθένα μέρη υπάρχουν. Όχι στον βαθμό που υπάρχουν στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής αλλά υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν αυτό που βλέπει κανείς στα μικρά χωριά αρκετά χιλιόμετρα μέσα από τους αυτοκινητοδρόμους, στις βουνοπλαγιές του δυτικού Χονσού ή στα μικρά νησάκια του Σέτο Νάικαϊ, της Εσωτερικής Θάλασσας του Ντόναλντ Ρίτσι και των νοσταλγών του Αιγαίου, είναι περισσότερο “πραγματική Ιαπωνία” από το Καμπουκιτσό του Τόκιο ή την αγορά Νισίκι του Κιότο ή τον ναό της Μιγιατζίμα. Ναι, ενδέχεται ο ηλικιωμένος αγρότης που μαζί με άλλους 94 συνομηλίκους του έχουν ξεμείνει σε ένα χωριό που δεν σταματούν καν τα τοπικά τρένα να έχει να πει ενδιαφέρουσες ιστορίες από την μεταπολεμική περίοδο. Όμως σε τι γλώσσα θα τις ακούσουν και θα τις καταλάβουν οι αναζητητές του ανόθευτου;

Και ακόμα περισσότερο, πόσο πραγματικά “ανόθευτες” θα είναι αυτές οι ιστορίες; Και από τι; Μια από τις αγαπημένες μου αφηγήσεις είναι ότι το μπέιζμπολ στην Ιαπωνία είναι παλιότερο από το τζούντο (αλήθεια!) και μια ακόμα και πολύ επιπόλαια ματιά στην ιαπωνική ιστορία δείχνει ότι οι κάτοικοι του αρχιπελάγους εισάγουν με ιδιαίτερη ευκολία και επί τουλάχιστον δεκαπέντε αιώνες, πολιτισμό από όπου τον βρίσκουν: από τις κοντινές Κίνα και Κορέα και μετά από την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, τις ΗΠΑ και, ειδικά από την περίοδο Μέιτζι (1868-1912) και μετά από οπουδήποτε. Και ακόμα το κάνουν όμως, όπως έχω πει και γράψει μέχρι αηδίας, μεταμορφώνουν ό,τι εισάγουν με έναν τρόπο που δεν επιτρέπει καμία αμφισβήτηση ότι δεν είναι δικά τους –οι ομάδες τυμπάνων τάικο είναι εξαιρετικό παράδειγμα.

Που θέλω να καταλήξω; Στο ότι όσοι κάνουν ένα ταξίδι εδώ, ακόμα και αν έρθουν μόνο για δυο μέρες στο Τόκιο και άλλες δύο στο Κιότο, ακόμα και αν το μόνο που θα δουν θα είναι η Ασακούσα, η Ντίσνεϊλαντ και οι αμέτρητες κόκκινες πύλες του Φουσίμι Ινάρι, αυτό που θα έχουν βιώσει θα είναι η αληθινή Ιαπωνία, τόσο αυθεντική όσο τα χαϊκού του Μπάσο, οι κούπες Ράκου του Σεν νο Ρίκιου και τα σπαθιά των σαμουράι του Χιντεγιόσι Τογιοτόμι. Ο ναός που είναι δίπλα στο σούπερ-μάρκετ θα είναι εξίσου ναός με το Χρυσό Περίπτερο του Κινκάκουτζι και το τέμπουρα της αλυσίδας “Tenya”, αν και στο ένα τέταρτο της τιμής από αυτό των μεγάλων εστιατορίων θα είναι εξίσου νόστιμο –και εξίσου και απολύτως ιαπωνικά πραγματικό!

 

scroll to top

Send this to a friend