Πέτρινοι κήποι

 

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Στα 25 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από το θάνατο του πατέρα μου δεν έχω επισκεφθεί τον τάφο του ούτε μια φορά∙ πρόκειται για συνειδητή απόφαση που δεν έχει σχέση ούτε με το φόβο του θανάτου, ούτε με την απροθυμία να βιώσω την αναπόφευκτη νοσταλγία ή μελαγχολία που προκαλούν αυτές οι επισκέψεις αλλά με την πεποίθησή μου ότι μια τέτοια επίσκεψη όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα σε κανέναν αλλά στην πραγματικότητα είναι και επιζήμια καθώς προάγει ένα είδος συναισθηματισμού που τελικά λειτουργεί ανασταλτικά. Αυτό δε σημαίνει βεβαίως ότι δεν τον σκέφτομαι: κάθε φορά που βρίσκομαι στο πατρικό μου στην Κυψέλη, εκεί που τον γνώρισα και που πέρασα μαζί του εικοσιένα χρόνια, είναι σίγουρο ότι θα τον σκεφτώ τουλάχιστον μία φορά συνειδητά και αμέτρητες ασυνείδητα. Με δεδομένη αυτή μου την αντίληψη είναι ίσως περίεργο ότι έχω πάει αρκετές φορές μαζί με την Άτσουκο στον τάφο του πατέρα της κατά τη διάρκεια αυτού που οι ιάπωνες ονομάζουν «χάκα-μαΐρι» (墓参り).

Τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο, στις δύο ισημερίες και στα μέσα του Αυγούστου, την περίοδο που λέγεται «Ο-μπον» και που είναι αφιερωμένη στους νεκρούς, χιλιάδες ιάπωνες βρίσκουν μια ευκαιρία να επισκεφθούν τους τάφους των εκλιπόντων αγαπημένων ή των προγόνων τους, είτε αυτοί βρίσκονται κοντά, είτε μακριά. Όπως και το Ο-μπον, οι ισημερίες (στα ιαπωνικά «Ο-χίγκαν»/お彼岸) έχουν ταυτιστεί με τους νεκρούς λόγω Βουδισμού: τα ιδεογράμματα σημαίνουν «η άλλη όχθη» και παρότι οι βουδιστές ιερείς είχαν στο μυαλό τους την περιβόητη «φώτιση» οι άνθρωποι προτίμησαν την πιο εύκολη ερμηνεία του «άλλου κόσμου» και αφιέρωσαν την ημέρα στους νεκρούς τους∙ όχι και πολύ περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι στις αρχές του 9ου αιώνα, όταν οι ιερείς αποφάσισαν να καθιερώσουν τη γιορτή προς τιμή του πρίγκιπα Σαουάρα (早良親王), μιας αινιγματικής φιγούρας που ονομάστηκε αυτοκράτορας μετά θάνατο, η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν αγρότες που ήθελαν κάτι πιο χειροπιαστό από το αφηρημένο ιδεώδες των παπάδων.

Χειροπιαστός ο θάνατος; Μάλλον όχι, όμως το χάκα-μαΐρι σίγουρα είναι αρκετά συγκεκριμένο ώστε να πλησιάζει. Οι οικογένειες πλένουν τους τάφους που στην πραγματικότητα είναι πέτρινες τεφροδόχοι καθώς από την εποχή Μέιτζι και μετά έχει καθιερωθεί σχεδόν καθολικά η καύση των νεκρών κουβεντιάζοντας, συχνά με ζωηρή διάθεση, ενώ τα μικρά παιδιά παίζουν τριγύρω, αφιερώνουν κάποια από τα πράγματα που προτιμούσε ο εκλιπών –συχνά σάκε, καφέ, τσάι ή νερό- τοποθετούν λουλούδια και ανάβουν θυμιάματα και στο τέλος κάνουν μια γρήγορη προσευχή με τα ροζάριά τους περασμένα στο χέρι και φεύγουν ή κάνουν μια βόλτα στο χώρο και πίνουν ένα τσάι απολαμβάνοντας τη ζέστη (ο καιρός είναι συνήθως καλός στις ισημερίες) και την ηρεμία. Και παραδόξως η ηρεμία αυτή μεταδίδεται και στον άσχετο επισκέπτη∙ ίσως λόγω της διαφορετικής σημειολογίας στα μνημεία ή της γνώσης ότι κάτω από τα πόδια σου δεν αποσυντίθενται σάρκες. Ή, ίσως λόγω της φυσικότητας με την οποία συμπεριφέρονται όλοι σαν να αγνοούν το θάνατο και να επικεντρώνονται στην ουσία της ανάμνησης.

ENGLISH

    scroll to top