Ουκιγιόε: H παραδοσιακή ιαπωνική ξυλογραφία (4ο μέρος) – ΧΟΚΟΥΣΑΪ

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Του καθηγητή  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου

Συνέχεια από το 3ο μέρος

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η τοπιογραφία αποτέλεσε το τελευταίο σημαντικό κύμα στην ιστορική εκδίπλωση του ξυλογραφικού ιαπωνικού δαιμονίου. Οι δύο μεγάλοι εκπρόσωποι του είδους, ο Kατσούσικα Χοκουσάι (1760-1869) και ο Άντο Χιρόσιγκε είναι οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι όχι μόνο της τέχνης των ουκιγιόε, αλλά και της ιαπωνικής τέχνης ως συνόλου. Το «Κύμα ανοιχτά της Καναγκάουα» ή απλώς «το Κύμα», όπως συνήθως λέγεται, του Χοκουσάι, είναι το πιο γνωστό έργο της ιαπωνικής τέχνης παγκοσμίως. Ως μαθητευόμενος πέρασε από διάφορες σχολές, κυρίως από τη σχολή του Κατσουκάουα Σουνσό (Katsukawa Shunshō). Αυτή την εποχή ο Χοκουσάι ασχολήθηκε με διάφορους τύπους έργων, μπιτζίν-γκα, αθλητές κ.λπ., διακόσμηση και εικονογράφηση βιβλίων, έως ευχετήριες κάρτες με πουλιά και άνθη. Η τέχνη του πέρασε από διάφορες φάσεις, καθώς, ξεκινώντας από την εποχή της μαθητείας και για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, υιοθέτησε το στυλ, και, κατά το έθος, επίσης το όνομα διάφορων σχολών.

Από το 1795 υιοθέτησε ένα καινούργιο στυλ: οι γραμμές του, από καθαρές γίνονται τρεμουλιαστές, θα λέγαμε λικνιζόμενες. Διαλέγει επίσης το ύπαιθρο, τα τοπία, για θέμα του. Υιοθετεί επίσης δικά του ονόματα, από τα οποία το Χοκουσάι, σε διάφορους συνδυασμούς, διατήρησε μέχρι το 1811. Από το 1799 άρχισε ανεξάρτητη σταδιοδρομία, αναπτύσσοντας ένα όλο και περισσότερο δικό του στυλ. Το χάρισμά του στο σχέδιο, όπως μπορούμε να το δούμε στους δέκα τόμους σχεδίων του που έχομε ξεκινώντας από το 1814, στα γνωστά «μάνγκα», τετράδια για σκίτσα όπου σχεδίαζε εκ του φυσικού, είναι γνωστό. Θα μπορούσε να αποκτήσει τη φήμη του και μόνο ως ζωγράφος. Μέσα στο 1790 συναντάμε για πρώτη φορά μια δοκιμή για το «Κύμα ανοιχτά της Καναγκάουα».

Η ιδιαιτερότητα των τοπίων του Χοκουσάι, πέρα από το ιδιαίτερο σχέδιο, που το χαρακτηρίζει η λικνιζόμενη γραμμή, είναι ότι αυτά αποτελούν σχεδόν πάντα το υπόβαθρο μιάς ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία αποτελεί το κεντρικό θέμα. Αυτό φαίνεται καλά στη σειρά «36 όψεις του Φούτζι» (Fugaku sanjūrokkei), σειρά που έφερε εις πέρας μεταξύ του 1823 και του 1830, στα εβδομήντα του, όπου το Φούτζι φαίνεται κάπου μακρυά, στο βάθος, ενώ το μπροστινό πλάνο καταλαμβάνει κάποια ανθρώπινη δράση, όπως κάποιος επαγγελματίας, που μοχθεί πάνω στο έργο του. Έτσι στο περίφημο «Bishū Fujimigahara» («[Η πεδιάδα] Φουμιγκαχάρα στην επαρχία Οουάρι», το θέμα δεν είναι καθόλου η «πεδιάδα που δεν τη βλέπεις δυό φορές» (不二見原) αλλά ένας βαρελάς, που σκυφτός μέσα στο πελώριο βαρέλι, λειαίνει το εσωτερικό του με μια έκφραση που δείχνει πλήρη ταύτιση της στιγμής, αλλά και όλης της ζωής του, μ’ αυτό το έργο. Το Φούτζι, τοποθετημένο κι αυτό μέσα στο βαρέλι, φαίνεται στο μακρυνό βάθος, μικρό, ένα αμέτοχο, ασήμαντο σχεδόν, στοιχείο, στο οποίο ο βαρελάς δεν δίνει καμμιά σημασία, ενώ η πεδιάδα που αποτελεί το θέμα του τίτλου, μπροστά του, δηλώνεται μόνο με κάποιες τεμνόμενες γραμμές.

Στο «Κύμα ανοιχτά της Καναγκάουα» το Φούτζι συγχέεται με τις κορυφές των κυμάτων, που έχουν περίπου ίδιο σχήμα και χρειάζεται προσοχή για να διακριθεί. Προσωπικά με συγκινεί πολύ το έργο «Koshu, Kajikazawa» όπου ο ψαράς, ντυμένος μ’ έναν αχυρένιο επενδύτη, σκυφτός, σε μια στάση που με λίγες γραμμές αριστουργηματικά υποβάλλει πολλαπλάσιες καταστάσεις, όπως τον κόπο, την υπομονή, τη φτώχεια, τα χρόνια που έχει θυσιάσει σ’ αυτό τον τρόπο επιβίωσης, στέκεται ισορροπώντας επικίνδυνα ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα, εντύπωση που την επιτείνει η οριζόντια, λευκή ζώνη ομίχλης που πλέει μεταξύ τους, σ’ ένα περιβάλλον που, ελεύθερο από το βάρος της ανάγκης που σηκώνει εκείνος, τον περιβάλλει αμέτοχο, μ’ ένα αδιάφορο, μικρό απ’ την απόσταση, Φούτζι στο βάθος, ενώ κάτω αφρίζει απειλητικά η θάλασσα.

Η ανθρώπινη μορφή, οι στάσεις, οι κινήσεις της, όπως φαίνεται και από τις μελέτες που μας άφησε στα «μάνγκα» του, τον γοήτευε. Είναι ίσως άδικο για άλλα έργα του Χοκουσάι, ότι το «Κύμα στα ανοιχτά της Καναγκάουα» είναι το πιο γνωστό από τα έργα του. Όμως ο Χοκουσάι υπήρξε ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης. Κάποιες φορές το τοπίο τον θέλγει από μόνο του, όπως στο γνωστό «Κόκκινο Φούτζι» ή στο «Χιόνια κάτω από την κορυφή» όπου η τρεμουλιαστή γραμμή δίνει ένα σχεδόν ακκιζόμενο Φούτζι. Ακόμα, κάτι διαφορετικό, μια τάση για το ονειρικό, υπάρχει στον «Καταρράκτη του Αμίντα Βούδα στο τέρμα του δρόμου Κισοκαϊντό» (1834–35), όπου το φωτοστέφανο του δημοφιλή Βούδα είναι το στόμιο της λίμνης, από όπου κατρακυλάει ο καταρράκτης, ενώ στην πρώτη πρόσκρουση σε βράχους αντιστοιχούν οι ώμοι του. Το στόμιο έχει αποδοθεί με τέτοιο τρόπο που το κάνει να φαίνεται ταυτόχρονα σαν ρέον νερό, αλλά και σαν ένας ακίνητος κύκλος με μαρμαρυγές, που υποδηλώνουν τους ιριδισμούς του φωτοστέφανου.

Όπως και άλλους καλλιτέχνες των Ουκιγιόε (και όχι μόνο) το μεταφυσικό, συγκεκριμένα τα φαντάσματα, υπήρξε επίσης μια άλλη πηγή έμπνευσής του, από την οποία βγήκε μια ακόμα σειρά αριστουργημάτων. Από τις «Εκατό ιστορίες [φαντασμάτων]», τις οποίες ξεκίνησε μόλις τελείωσε τις 36 όψεις του Φούτζι, πέντε μόνο τελείωσε. Μια από αυτές, η «Σαραγιάσικι», συνδυάζει το αλλόκοτο με το συγκινητικό στοιχείο: μια νεαρή υπηρέτρια στο σπίτι ενός πλούσιου σαμουράι κατηγορείται άδικα ότι έσπασε δέκα πολύτιμα, πορσελάνινα πιάτα. Την ρίχνουν στο πηγάδι, όπου πνίγεται. Από τότε η θρηνητική φωνή της σκίζει τα σκοτάδια τις νύχτες, μετρώντας αργά μέχρι το δέκα και ξεσπώντας μετά σε αναφιλητά. Ο Χοκουσάι την έφτιαξε να βγαίνει από το ξύλινο πηγάδι, με τον λαιμό της ν’ αποτελείται από τα πιάτα που υπήρξαν η αιτία του θανάτου της.

Στο επόμενο: Άντο Χιρόσιγκε

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος

Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 τιμήθηκε με το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα.

scroll to top