Ουκιγιόε: H παραδοσιακή ιαπωνική ξυλογραφία (3ο μέρος)

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


 
Του καθηγητή  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου

Συνέχεια από το 2ο μέρος

Στον ύστερο 18ο αιώνα εμφανίζονται κάποιες από τις γνωστότερες μορφές του καλλιτεχνικού ρεύματος των ουκιγιόε, αλλά και νέες εξελίξεις. Η πιο μυστηριώδης μορφή στον κόσμο των ουκιγιόε υπήρξε ο Τοσουσάι Σαράκου (Toshusai Sharaku). Μυστηριώδης, εφόσον η ταυτότητα του καλλιτέχνη, εκτός από το όνομα είναι άγνωστη. Ο Σαράκου εμφανίστηκε ξαφνικά στην αγορά το 1794 και εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη το 1795, αφού φιλοτέχνησε, στο σύντομο διάστημα δέκα περίπου μηνών, περισσότερα από 150 έργα. Επειδή το 1794 συμπίπτει με τη χρονιά που και ο Χοκουσάι είχε εξαφανιστεί, παλιότερα κάποιοι πρότειναν την υπόθεση ότι πρόκειται για τον μεγάλο καλλιτέχνη με ψευδώνυμο, πράγμα που σήμερα λίγοι δέχονται. Όλα τα έργα του Σαράκου παριστάνουν ηθοποιούς που έπαιζαν σε έργα του Καμπούκι εκείνη τη χρονιά. Φτιαγμένα με εξαιρετική επιμέλεια, λαμπρά χρώματα και κάμπο από ασημένια μίκα (τουλάχιστο τα πρώτα –κατόπιν, όταν ένας νόμος της κυβέρνησης των Τοκουγκάουα, απαγόρευσε τη χρήση πολυτελών υλικών, κατέφυγε σ’ ένα κιτρινωπό υπόβαθρο) θεωρούνται από τα καλύτερα, και από τεχνική άποψη, ουκιγιόε. Πρωτότυπα του Σαράκου είναι σήμερα πολύ δυσεύρετα. Γι αυτό και όταν ανακαλύφτηκε στο Ασιατικό Μουσείο της Κέρκυρας από Ιάπωνα καθηγητή ένας άγνωστος Σαράκου, στην Ιαπωνία το γεγονός προκάλεσε πολλή αίσθηση.

Ο Τοσουσάι Σαράκου είναι ένας πολύ ξεχωριστός και νεωτερικός καλλιτέχνης. Αν ο Ουταμάρο, με τον οποίο υπήρξε σύγχρονος, προσπάθησε να εκφράσει τον γυναικείο ψυχικό κόσμο με ρεαλισμό, ο Σαράκου προχώρησε το ρεαλισμό προς μια ιδιαίτερη κατεύθυνση, δηλαδή στην αποκάλυψη  των μη ιδανικών πλευρών των ανθρώπων που αποτελούσαν τα θέματά του: του ναρκισσισμού τους, της ματαιοδοξίας τους, της επιδεικτικότητας, της έκδοσης σε πάθη κ.λπ., που προβάλλουν πίσω από τη θεατρική αμφίεση.  Ο κόσμος του Σαράκου αποτελείται από περιπτώσεις της σκοτεινής πλευράς της ψυχής των ανθρώπων του κόσμου τού θεάματος και, βέβαια, κατ’ επέκταση των ανθρώπων γενικά. Η βαθειά διείσδυση στον χαρακτήρα και η εξαιρετική εκφραστική δύναμη είναι οι αρετές του. Θα έλεγε κανείς ότι είναι ένας Ουταμάρο, που επιδιώκει μέσω της υπερβολής την έκφραση μόνο του ελαττωματικού. Όμως, πρέπει να συμπληρώσει κανείς, την ταυτόχρονα έντονα παρούσα τάση για διακωμώδηση, που λειτουργεί σαν αντίβαρο του τονισμού των μη κολακευτικών πλευρών των χαρακτήρων του. Τα έργα του μπορούν, πραγματικά, να θεωρηθούν κάλλιστα τόσο εξπρεσσιονιστικά, όσο και  γελοιογραφίες.

Μετά από το θάνατο του Ουταμάρο, που ακολούθησε αμέσως μετά από τη φυλάκιση και το μαρτύριο του αλυσοδεσίματος των χεριών του για πενήντα μέρες, το οποίο του επεβλήθη επειδή παρέστησε τον Χιντεγιόσι με τις πέντε παλλακίδες του σε ένα από τα συμπόσιά του, και μέχρι την εμφάνιση των δύο μεγάλων τοπιογράφων, του Χοκουσάι και του Χιρόσιγκε, το ουκιγιόε παίρνει άλλη τροπή. Τη δεκαετία του 1820 εμφανίζονται δύο συμμαθητές στο εργαστήριο ενός μάλλον άσημου σύγχρονου του Ουταμάρο, του Ουταγκάουα Τογιοχάρου, οι Ουταγκάουα Τογιοκούνι και Κουνιγιόσι. Το μπούστο δίνει στη θέση του σε ολόσωμες μορφές πολεμιστών, μπιτζίν κ.λπ. Ο Κουνιγιόσι προτίμησε τις ηρωικές παραστάσεις με πολεμιστές (musha-e), συχνά σε τρίπτυχα, που αποδείχτηκαν πολύ εμπορικές. Δημοφιλή όμως ήταν αυτή την εποχή και θέματα τρομακτικά ή αλλόκοτα, δηλαδή αυτό που θα περιγράφαμε σήμερα ως γκόθικ. Ένα έργο που παριστάνει μια τέτοια σκηνή είναι το διάσημο «η μάγισσα Τακιγιάσα και το φάντασμα του σκελετού», όπου η Τακιγιάσα, έχοντας αποτύχει να ελκύσει το ερωτικό ενδιαφέρον ενός σαμουράι, κάνει να εμφανιστεί από πάνω του ένας πελώριος σκελετός.

Συνέχεια στο 4ο μέρος

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος

Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 τιμήθηκε με το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη του στο GreeceJapan.com

scroll to top

Send this to a friend