Οϊράν Ντότσου: ένα ταξίδι στο χρόνο

OiranDochu1

Κείμενο-φωτογραφίες: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Όπως έχω γράψει αρκετές φορές στα «Γράμματα από έναν αιωρούμενο κόσμο» η πιο συναρπαστική διάσταση της Ιαπωνίας για μένα βρίσκεται στον πολιτισμό της περιόδου Έντο (1603-1868), όταν η χώρα είχε βγει από μια μακρόχρονη περίοδο εμφύλιων πολέμων και ξεκινούσε το δρόμο της προς αυτό που σήμερα αποκαλούμε «Ιαπωνία». Αν και τα όρια του «μεσαίωνα» στην ιαπωνική ιστορία είναι δυσδιάκριτα, η περίοδος Έντο, δυόμιση αιώνες στρατιωτικής δικτατορίας από τη δυναστεία που ξεκίνησε με τον Τοκουγκάουα Ιεγιάσου (1543-1616) και τελείωσε με τον Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου (1837-1913), τον κατ’ όνομα σογκούν που παρέδωσε τη διοίκηση της χώρας στον αυτοκράτορα Μέιτζι, υπήρξε ό,τι κοντινότερο σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε «αναγέννηση».

Είναι πολύ δύσκολο για έναν δυτικό να θεωρήσει ένα δικτατορικό καθεστώς το οποίο εκχωρούσε σωρεία προνομίων στην τάξη των πολεμιστών, μια κοινωνία οργανωμένη βάσει σαφώς διαχωρισμένων τάξεων που θυμίζουν τις ινδικές κάστες και στηριγμένη σε μια αυστηρή κομφουκιανική ιδεολογία και ένα πολιτικό σύστημα τα οποίο περιόριζε στο ελάχιστο την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, «προοδευτικά» –και σίγουρα δεν ήταν. Από την άλλη, και επειδή στην Ιαπωνία υπάρχει πολύ πιο έντονα από οπουδήποτε αλλού η «ομοτέ» και η «ούρα» πλευρά, δηλαδή το εμπρός, το φανερό και το κοινώς παραδεκτό και το πίσω, το κρυμμένο και το κοινώς πρακτέο, στα χρόνια του Έντο διαμορφώθηκε ένας αστικός πολιτισμός πολύ πιο φιλελεύθερος από ό,τι θα φανταζόταν κανείς.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού αυτού ήταν ο τρόπος ψυχαγωγίας των πολιτών –των γραφειοκρατών σαμουράι αλλά και των εμπόρων και τεχνιτών που αποτελούσαν τη λαϊκή βάση τόσο του ίδιου του Έντο όσο και των υπόλοιπων μεγάλων πόλεων. Και φυσικά, ιδιαίτερα σε κοινότητες οι οποίες ανδροκρατούνταν, μέρος αυτής της ψυχαγωγίας ήταν η πορνεία η οποία, όπως συμβαίνει σχεδόν με τα πάντα στην Ιαπωνία, τότε και σήμερα οργανώθηκε σχεδόν από την αρχή της περιόδου (δηλαδή από τις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα) σε κλειστά συστήματα-συνοικίες σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Στην τυπική πρωτεύουσα, το Κιότο ήταν η Σιμαμπάρα, στην Οσάκα το Σινμάτσι και στο Έντο η Γιοσιουάρα, πρώτα κοντά στο Νιχονμπάσι και αργότερα κοντά στη σημερινή Ασακούσα, στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Σενζόκου.      

Αυτό που εκπλήσσει περισσότερο είναι ότι η Γιοσιουάρα ήταν κάτι παραπάνω από ένα ψυχρό παζάρι σάρκας: τα τεϊοποτεία και τα «σπίτια» της λειτουργούσαν για πολλά χρόνια σαν πόλος έλξης των καλλιτεχνών και των εστέτ του Έντο, των προσωπικοτήτων που διαμόρφωσαν την έννοια «αιωρούμενος κόσμος» (ούκι-γιο) και που την αποτύπωσαν στα κείμενα, τα ποιήματα, τις εικόνες και τα θεατρικά τους έργα. Και στις συνευρέσεις των ανθρώπων αυτών, οι κορυφαίες εταίρες της Γιοσιουάρα έπαιζαν ισότιμο και, συχνά, πρωταγωνιστικό ρόλο καλύπτοντας κατά ένα μέρος τις δραστηριότητες που αργότερα θα περνούσαν στα χέρια των γκέισα (οι οποίες παρεμπιπτόντως επίσης προέκυψαν από τους ίδιους χώρους).

Όπως γράφω στο σχετικό μου «Γράμμα» εδώ, στο Greecejapan.com  η Γιοσιουάρα αποκαθηλώθηκε εντελώς μετά την αμερικανική κατοχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ταυτόχρονα με την ανακήρυξη της πορνείας σε παράνομη δραστηριότητα. Η περιοχή που τη φιλοξενούσε άλλαξε δραστικά –όπως άλλωστε και όλο το Τόκιο- και σήμερα τίποτα δε θυμίζει την εποχή που αποτελούσε το επίκεντρο της πολιτισμικής δραστηριότητας του Έντο∙ ορισμένα σημάδια είναι ακόμα εκεί όμως ο επισκέπτης θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός και να έχει αρκετή εξοικείωση με την ιαπωνική γλώσσα, κουλτούρα και σημειολογία για να τα εντοπίσει. Εκτός αν τύχει να βρεθεί εκεί στα μέσα Απριλίου, τις ημέρες του «Ιτσιγιό Σακούρα Ματσούρι».

Οργανωμένο από τους συλλόγους κατοίκων της «όκου» ή «μέσα» Ασακούσα, των περιοχών δηλαδή πίσω από το ναό Σενσότζι, τον κύριο λόγο για τον οποίο οι τουρίστες έρχονται σ’ αυτή την περιοχή του Τόκιο και την αδιαφιλονίκητη καρδιά της Ασακούσα (και, ίσως, όλου του ανατολικού Τόκιο και της παλιάς «κάτω πόλης» ή «σιταμάτσι»), το συγκεκριμένο πανηγύρι έχει σαν κέντρο του ένα «Οϊράν Ντότσου», δηλαδή μια πομπή-αναπαράσταση των αντίστοιχων πομπών που έκαναν οι οϊράν, οι εταίρες της Γιοσιουάρα προκειμένου να διαφημίσουν τα σπίτια στα οποία εργάζονταν. Και παρότι οι άνθρωποι (κατά κύριο λόγο γυναίκες) που πρωταγωνιστούν στα σημερινά Οϊράν Ντότσου δεν είναι παρά ερασιτέχνες που ζουν στην περιοχή, η όλη εκδήλωση δίνει μια γεύση από το πώς ήταν τα πράγματα τότε, τουλάχιστον οπτικά.

OiranDochu

Και πέρσι και φέτος, είχα την τύχη να μου επιτραπεί να παρακολουθήσω την εκδήλωση εκ των έσω, προσκεκλημένος από τους ανθρώπους της Γιοσιουάρα/Σενζόκου και από την κ. Οκίτα, τη σκηνοθέτη του δρώμενου∙ η κ. Οκίτα γνώρισε την τελευταία γενιά της πραγματικής Γιοσιουάρα, ακριβώς την περίοδο του κλεισίματός της και σαν χορεύτρια κλασσικών ιαπωνικών χορών εργάστηκε στην πρώτη «μετενσάρκωση» ενός από τα «σπίτια» της Γιοσιουάρα σε εστιατόριο-κέντρο αναψυχής με θέμα τις παλιές εταίρες. Αν και με το πέρασμα του χρόνου το ενδιαφέρον για αυτού του είδους την ψυχαγωγία χάθηκε, οι γνώσεις της για τις λεπτομέρειες σχετικά με την εμφάνιση και την συμπεριφορά των οϊράν παραμένουν και έτσι μεταμορφώθηκε στον de facto εδικό για παρόμοιες εκδηλώσεις αναπαράστασης.

Για να περιγράψει κανείς όλες τις λεπτομέρειες της πομπής θα χρειαζόταν άλλο ένα κείμενο και δε θα ήθελα να δοκιμάσω την υπομονή του αναγνώστη. Επιγραμματικά αναφέρω ότι στην κεφαλή βρίσκονται χορευτές και μουσικοί με μάσκες της αλεπούς «Κιτσούνε» συμβολίζοντας τον θεό Ινάρι, προστάτη των γυναικών της Γιοσιουάρα, ακολουθούν οι νυχτοφύλακες «κάναμπο-χίκι» κρατώντας μεταλλικά ραβδιά με κρίκους τραβώντας με τον ήχο τους την προσοχή του κοινού, οι γκέισα «τεκομάι» με αντρικό ντύσιμο και κόμμωση, ο «τσότσιν-μότσι» με το χάρτινο φανάρι που γράφει το όνομα της «τάγιου», της κορυφαίας εταίρας, οι «καμούρο», οι υπηρέτριές της και τέλος η ίδια η τάγιου συνοδευόμενη από τον «κατακάσι νο οτοκοσού» που τη στηρίζει καθώς εκτελεί το βηματισμό «σότο-χάτσι-μότζι» με τα ψηλά τσόκαρά της και τον «κάσα-μότσι νο οτοκοσού» που κρατάει την τεράστια ομπρέλα της ενώ τελευταίες έρχονται οι μαθητευόμενες οϊράν, οι «φουρισόντε-σίνζο». 

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο αυτό δίνουν ίσως μια ιδέα για το πώς είναι η εκδήλωση. Αυτό που δεν μπορούν να μεταφέρουν είναι οι δεκάδες πρόβες που προηγήθηκαν ώστε οι κοπέλες που συμμετέχουν να καταφέρουν να κινούνται με τα βαριά κιμονό που φορούσαν οι εταίρες της Γιοσιουάρα, τα ειδικά τσόκαρα (που ειδικά στην περίπτωση της τάγιου έχουν ύψος περί τα είκοσι εκατοστά), τις περούκες με τις μεταλλικές κατασκευές που ζυγίζουν περίπου πέντε κιλά και το βαρύ λευκό μακιγιάζ, ανάλογο μ’ αυτό του θεάτρου Καμπούκι. Όπως δε μπορούν να μεταφέρουν τη δουλειά δέκα περίπου ειδικών (ραφτών, μακιγιέρ, κομμωτών κ.λπ.) καθένας από τους οποίους έχει αφιερώσει τη ζωή του σε κάποια από τις διαστάσεις της εμφάνισης αυτή και της συμπεριφοράς που τη συνοδεύει.

Ακόμα περισσότερο, αυτό που σίγουρα δεν μπορούν να μεταφέρουν είναι ο ενθουσιασμός των εμπλεκόμενων, σχεδόν κανείς από τους οποίους δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός ή χορευτής –πρόκειται απλώς για ανθρώπους της περιοχής που θέλουν να κάνουν κάτι που θα φέρει κόσμο στη γειτονιά τους και που σιγά-σιγά μεταμορφώνονται σε ειδικούς στη Γιοσιουάρα και στα ιδιότυπα έθιμά της. Ούτε τον αντίστοιχο ενθουσιασμό του κοινού που συνωστίζεται κατά χιλιάδες σε όλο το μήκος των δύο περίπου χιλιομέτρων που καλύπτει η πομπή, για να τραβήξει φωτογραφίες, να θαυμάσει τα κοστούμια και την κίνηση και να θυμηθεί κάτι από την ιστορία που έμαθε στο σχολείο ή να τη μάθει εκ νέου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σημερινό Οϊράν Ντότσου δεν είναι παρά μια επιφανειακή παρουσίαση του κελύφους της Γιοσιουάρα. Όμως από τη στιγμή το κέλυφος διατηρείται σχετικά ανέπαφο, ο θεατής μπορεί –αν το θελήσει- να εντρυφήσει περισσότερο στην ιστορία της περιοχής, στις παραμέτρους του κοινωνικού θέματος του οποίου υπήρξε σκηνή και στον πολιτισμό που την περιέβαλε∙ στην κεντρική βιβλιοθήκη του σχετικού δήμου, του Δήμου Τάιτο, υπάρχει ειδική πτέρυγα σχετικά με τη Γιοσιουάρα η οποία αποτελείται από πολλές εκατοντάδες βιβλία που καλύπτουν περισσότερους από δύο αιώνες. Παρότι ο τυχαίος παρατηρητής ίσως δει στο Οϊράν Ντότσου απλώς μια απόπειρα των ντόπιων να προσελκύσουν τουρίστες, η εκδήλωση γίνεται πολύ λιγότερο για τους επισκέπτες και πολύ περισσότερο σαν μια ειλικρινής προσπάθεια των κατοίκων της Γιοσιουάρα να διατηρήσουν τη μνήμη του τόπου τους ζωντανή.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

ENGLISH

Γρηγόρης Μηλιαρέσης

Δημοσιογράφος και μεταφραστής. Έχει συνεργαστεί με πλειάδα εφημερίδων, περιοδικών (τόσο του γενικού όσο και του ειδικού τύπου) και εκδοτικών οίκων και με ειδίκευση στο Ίντερνετ, τις πολεμικές τέχνες και την Ιαπωνία όπου και ζει τα τελευταία χρόνια. Περισσότερες πληροφορίες για τη δουλειά του, μπορείτε να βρείτε εδώ, στο μπλογκ του καθώς και στη συνέντευξη που μας έδωσε.

scroll to top

Send this to a friend