Nunc est bibendum

Greecejapan_Beer_gardens

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Η ομοιότητά της μπίρας στην Ιαπωνία με το «νερό της φωτιάς» στην Αμερική σταματάει στο ότι ήταν αμφότερα ευρωπαϊκές εισηγήσεις του 17ου αιώνα –αντίθετα με τις ιθαγενείς φυλές της αμερικανικής ηπείρου οι Ιάπωνες αφενός διέθεταν ήδη τη δική τους κουλτούρα οινοπνευματωδών και αφετέρου ήταν πολύ αυστηροί σχετικά με την εξάπλωση των δυτικών επιρροών  στον τόπο τους. Έτσι, η  ολλανδική μπιραρία στο τεχνητό νησί/εμπορικό σταθμό Ντετζίμα στο Ναγκασάκι υπήρξε επί σχεδόν δύο αιώνες το μόνο σημείο της Ιαπωνίας που σέρβιρε το δημοφιλές ποτό της Ευρώπης∙ τη σκυτάλη της εξάπλωσής του θα έπαιρνε αργότερα ο επίτροπος του Ντετζίμα, Χέντρικ Ντεφ (1764-1837) φτιάχνοντας στο Ναγκασάκι την πρώτη ζυθοποιία σε ιαπωνικό έδαφος και πιο μετά ο Νορβηγό-Αμερικανός Γιόχαν Μπαρτίνιους Θόρεσεν/Ουίλιαμ Κόπλαντ (1834-1902) που το 1869 άνοιξε τη ζυθοποιία «Spring Valley Brewery» στη Γιοκοχάμα. Το 1888 η «Spring Valley Brewery» μεταμορφώθηκε σε «Kirin» και μαζί με τη «Sapporo» από το Χοκάιντο, τη «Yebisu» από το Τόκιο και την «Asahi» από την Οσάκα έμαθε στους Ιάπωνες του 20ου αιώνα ότι ο μόνος τρόπος να αντέξει κανείς το καλοκαίρι είναι κοιτάζοντάς το μέσα από ένα ποτήρι παγωμένης μπίρας.

Το αφόρητο ιαπωνικό καλοκαίρι είναι πιθανότατα ο λόγος που μια άλλη πρόταση  του Ουίλιαμ Κόπλαντ, οι υπαίθριες μπιραρίες «beer garden» κατάφεραν να εξαπλωθούν πολύ γρήγορα στην Ιαπωνία και να εξισωθούν σε δημοτικότητα με τα ιζακάγια ή τα γιακιτόρι-για. Όπως όλες οι δυτικές ιδέες τροποποιήθηκαν κι αυτές ώστε να μη θυμίζουν παρά ελάχιστα τις βαυαρικές αντίστοιχες -συνήθως βρίσκονται στην ταράτσα κάποιου μεγάλου πολυκαταστήματος, οι ξύλινοι πάγκοι και παγκάκια έχουν υποκατασταθεί από συνηθισμένα πλαστικά τραπέζια και καρέκλες, τα δέντρα από φυτά σε γλάστρες και τα λουκάνικα από ιαπωνικά «αγκεμόνο» (揚げ物) δηλαδή τηγανιτά- όμως η μπίρα συνήθως με τη μορφή του «νομιχοντάι» (飲み放題 ή «πίνεις όσο θέλεις έναντι ενός φιξ ποσού») εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί και, κατά κανόνα, να μονοπωλεί το μενού σε ό,τι αφορά τα ποτά.

Αν και δεν πίνω μπίρα τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα «μπία-γκάαντεν» για τον ίδιο λόγο που συμπαθώ και τα ιζακάγια: προσφέρουν μια ακόμα ευκαιρία να δει κανείς την «ούρα» (裏) πλευρά των Ιαπώνων, αυτή που συνήθως είναι αθέατη στον επισκέπτη που περιορίζει κοντόφθαλμα τις επιλογές του στα αμερικανικά φαστ φουντ (για κάτι οικείο) και στα κάιτεν-ζούσι (για κάτι ιαπωνικό). Εξουθενωμένοι από την εναλλαγή της υγρής, κολλώδους ζέστης και του πολικού, ανατριχιαστικού ψύχους των κλιματιστικών στα γραφεία και τα καταστήματα της κοιλιάς του Λεβιάθαν, οι άνθρωποι σκαρφαλώνουν τα βράδια στην πλάτη του για να αναπνεύσουν, να αστειευτούν, να εκτονώσουν τις εντάσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ημέρας και να χαλαρώσουν κάτω από έναν ουρανό που, πιστός στο φουτουριστικό στερεότυπο, έχει στη θέση των αστεριών τα  κόκκινα αντιαεροπορικά φωτάκια των ουρανοξυστών∙ η μπίρα, παρά την αναμφίβολη καταλληλότητά της σαν λιπαντικό της διαδικασίας αυτής, είναι μόνο η αφορμή.

ENGLISH

    scroll to top