Μορφές της Ιαπωνικής Ιστορίας: Σακαμότο Ριόμα

Σακαμότο Ριόμα

Ο Σακαμότο Ριόμα (坂本 龍馬) γεννήθηκε τον χειμώνα του 1836, στην επαρχία Tόσα (ο σημερινός νομός Κότσι, στη νήσο Σικόκου), ως ο δεύτερος γιος ενός επαρχιακού σαμουράι (γκόσι). Η οικογένειά του ήταν σχετικά εύπορη, όντας παρακλάδι του οίκου Σάϊτανι ο οποίος ήλεγχε σημαντικό μερίδιο του τοπικού εμπορίου. Ο Σακαμότο έλαβε την απαραίτητη εκπαίδευση και το 1853 πήγε στο Έντο (σημερινό Τόκιο) για να ακονίσει περαιτέρω τις ικανότητές του στην ξιφασκία, ενώ τα επόμενα χρόνια βρέθηκε συχνά μεταξύ Έντο και Tόσα και στην προσπάθειά του να συμμετέχει ενεργά στα εθνικά ζητήματα συνδέθηκε με διάφορους σκοπούς και πρόσωπα.

Η περίοδος που ο ίδιος έζησε αποτελεί ένα συναρπαστικό τμήμα της ιαπωνικής ιστορίας για τον παρατηρητή. Η χρονιά που πρωτοπήγε στο Έντο άλλωστε, ήταν η χρονιά που ο αρχιπλοίαρχος Μάθιου Πέρρυ, με τα λεγόμενα «Μαύρα πλοία» (黒船 – κουροφούνε), εμφανίστηκε στο λιμάνι της Ουράγκα (ουσιαστικά την είσοδο για το Έντο), «απαιτώντας» το άνοιγμα των ιαπωνικών συνόρων. Ήταν μια εποχή που η δυσπιστία και η ανησυχία στο εσωτερικό ήταν έντονες, ενώ η πολιτική ζωή βρισκόταν σε αναβρασμό. Η Ιαπωνία είχε επιλέξει την απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο (όχι όμως απόλυτη) για πάνω από δύο αιώνες και η αδυναμία μιας κεντρικής εξουσίας να απαντήσει ξεκάθαρα στην απειλή ήταν φανερή. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε, σε ένα ευρύ φάσμα των ιαπωνικών πληθυσμιακών στρωμάτων, η απαίτηση του εκδιωγμού των ξένων στο όνομα του αυτοκράτορα. Η πλέον γνωστή μορφή αυτής της ιδέας εκφράστηκε στο κίνημα Σόν-νο Τζόι («Τιμή στον αυτοκράτορα, απέλαση των βαρβάρων»).

Ύστερα από μια σύντομη επαφή με το κίνημα αυτό, ο Σακαμότο είχε αρκετές επαφές με ηγέτες της επαρχίας Τσόσιου [μεταξύ των οποίων ήταν και ο Τακασούγκι Σινσάκου (1839-1867)], οι οποίοι ήταν ένθερμοι υποστηρικτές παρόμοιων ιδεών. Αποφάσισε λοιπόν να αφήσει τον οίκο του και ως ρόνιν (σαμουράι χωρίς οίκο) πλέον, να αναλάβει ενεργό δράση για τον σκοπό του. Ως πρώτο βήμα είχε θέσει την δολοφονία του Κάτσου Καϊσού (1823-1899), ενός υψηλόβαθμου αξιωματικού, ο οποίος (έχοντας εκτός των άλλων υπηρετήσει ως καπετάνιος στο ατμόπλοιο Κανρίν Μάρου) είχε αναλάβει την οργάνωση της ναυτικής σχολής του Κόμπε. Ο Σακαμότο ωστόσο σύντομα πείστηκε από τον «αντίπαλό» του και μετετράπη σε ακόλουθο-συνεργάτη του. Όπως χαρακτηριστικά έγγραψε σε ένα του γράμμα προς την αδερφή του, αποφάσισε να γίνει μαθητευόμενος «του σημαντικότερου ανθρώπου στην Ιαπωνία».

Πεπεισμένος πλέον για την σημασία της ενδυνάμωσης της χώρας απέναντι στους ξένους, μέσα από την κατανόηση και γνώση για αυτούς, αλλά και την σπουδαιότητα της εγχώριας οργάνωσης, βοήθησε τον πρώτο να συγκεντρώσει ομοίους του και να «τρέξουν» την σχολή. Η κυβέρνηση Μπακούφου γρήγορα όμως τους «χάλασε τα σχέδια», και σύντομα βρέθηκε να ζητά καταφύγιο στη Σατσούμα (σήμερα τμήμα του νομού Καγκοσίμα), γλυτώνοντας από μια απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του. Ιδρύει τότε την Καϊεντάι (αρχικά ως Καμεγιάμα Σατσού), μια μικρή ναυτική εμπορική εταιρεία, μεταφέροντας προϊόντα λαθραία μεταξύ Τσόσιου (σήμερα ως τμήμα του νομού Γιαμαγκούτσι) και Σατσούμα. Και το 1866 καταφέρνει να εξασφαλίσει μια συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των δύο αυτών αντίπαλων στρατευμάτων. Μία συμφωνία εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας, εάν αναλογιστεί κανείς την θέση και ισχύ των δύο αυτών επαρχιών. Ο στόχος είχε γίνει κοινός: η επαναφορά των εξουσιών στην αυτοκρατορική αυλή. Ακολούθησε στη συνέχεια η συμφωνία μεταξύ Σατσούμα και Tόσα και εν τέλει, η διάλυση του Σογκουνάτου.

Ο Σακαμότο δεν έζησε αρκετά χρόνια για να δει τα πλήρη αποτελέσματα της δράσης του και τις αλλαγές που επέφερε η Παλινόρθωση Μέιτζι (1868). Ένα από αυτά θα ήταν η χρήση κάποιων από τις προτάσεις τις οποίες είχε συμπεριλάβει στο οχτώ-σημείων πλάνο του για τον εκμοντερνισμό της Ιαπωνίας [το οποίο είχε καταθέσει στον υψηλόβαθμο της Τόσα, Σιότζιρο Γκοτό  (1838-1897)] σε μελλοντικές μεταρρυθμίσεις. Το 1867, δολοφονήθηκε στο Κιότο [μαζί με τον Νακαόκα Σινταρό (1838-1867)], σε ηλικία 31 ετών. Ο ηθικός αυτουργός παραμένει άγνωστος, παρά τις όποιες εικασίες. Το σημείο ταφής του βρίσκεται επίσης στο Κιότο, στο νεκροταφείο του ναού Ριοζέν Γκοκόκου.

Σήμερα, ο ίδιος αντιπροσωπεύει το ελεύθερο πνεύμα, το κουράγιο, την συνεργασία για το κοινό καλό, τον πατριώτη που οραματίζεται -και δρα για- ένα λαμπρό μέλλον για την χώρα του και τους συμπολίτες του. Είναι μία ιστορική φιγούρα αρκετά διάσημη στην Ιαπωνία του σήμερα, η οποία όπως είναι επόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, συχνά «φορτώνεται» με επιπλέον «στοιχεία». Σε έρευνα του τηλεοπτικού σταθμού NHK (2008), η οποία ερευνούσε τις προτιμήσεις των Ιαπώνων σε ένα ευρύ φάσμα κατηγοριών, σε εκείνη των ιστορικών προσωπικοτήτων της Ιαπωνίας, ο Σακαμότο κατέλαβε την τρίτη θέση [μετά τους Όντα Νομπουνάγκα (1534-1582) και Τοκουγκάουα Ιεγιάσου (1543-1616)].

Το όνομά του αναφέρεται συχνά ως πρότυπο πολιτικών προσώπων, ενώ η ζωή του έχει υπάρξει βάση συγγραμμάτων, σεναρίων σειρών και ταινιών, άνιμε και μάνγκα. Τα δύο βιβλία που ίσως έχουν συμβάλει περισσότερο στη σημερινή εικόνα του Σακαμότο, σε εξωτερικό και εσωτερικό αντίστοιχα, είναι τα «Sakamoto Ryôma and the Meiji Restoration» (1961) του Marius Jansen και το «Ριόμα γκα γιούκου» (ξεκίνησε να κυκλοφορεί σε τμήματα από το 1962 στην εφημερίδα Σανκέι Σιμπούν ) του Σίμπα Ριοταρό. Τέλος, οι φίλοι των άνιμε ίσως να θυμούνται τον Σακαμότο Τατσούμα στην σειρά Gintama. Έναν γελαστό έμπορο, ο οποίος παρά την ικανότητά του στην ξιφασκία και την συμμετοχή του στο πόλεμο με τους -εξωγήινους εισβολείς- Amanto, επέλεγε να χρησιμοποιεί ως βασικό του όπλο… ένα πιστόλι και να ιδρύσει μια «ναυτική» εταιρεία εμπορίου στο διάστημα, εν ονόματι Κάιεντάι.

scroll to top

Send this to a friend