Μαύρο και άσπρο

Greecejapan_Igo

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Η μινιμαλιστική αισθητική της εμφάνισής του –λευκά και μαύρα λεία πούλια σε σχήμα φακού επάνω σε ένα απλό πλέγμα από οριζόντιες και κάθετες ευθείες- αλλά και η απλότητα και η αμεσότητα της στρατηγικής του με ελάχιστους κανόνες και έναν και μοναδικό στόχο, την κατάληψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερης επιφάνειας πάνω στον πίνακα με τα τετράγωνα κάνουν το ίγκο (囲碁) ή, όπως είναι ευρύτερα γνωστό το “γκο” (碁) να φαντάζει αμιγώς ιαπωνικό –τουλάχιστον σε σχέση με τις προϊδεάσεις που έχει ο περισσότερος κόσμος για την Ιαπωνία. Όμως το παιχνίδι είναι τόσο χαρακτηριστικά κινεζικό ώστε να θεωρείται μια από τις τέσσερις τέχνες που έπρεπε να γνωρίζουν οι καλλιεργημένοι κινέζοι ήδη από τον 8o αιώνα (οι άλλες τρεις ήταν το παίξιμο του οργάνου γκουτζίν που στην Ιαπωνία θα γινόταν το κότο, η καλλιγραφία και η ζωγραφική). Όπως συνέβη με τα περισσότερα προϊόντα του κινεζικού πολιτισμού, η διαδρομή του στην Ιαπωνία πέρασε από τις αυτοκρατορική αυλή της περιόδου Νάρα για να καταλήξει με αυξημένη δημοτικότητα στις περιόδους Έντο και Μέιτζι και από εκεί στις μέρες μας.

Εκτός Ασίας, το παιχνίδι έγινε γνωστό μέσω της Ιαπωνίας, με ανάλογο τρόπο που έμαθε μέσω αυτής και τον βουδισμό Ζεν· δεν ξέρω γιατί αλλά είναι νομίζω ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι έπαιξε ρόλο σ’ αυτό η πιο στενή σχέση της χώρας με τη Δύση και τα διάφορα κύματα “Ιαπωνισμού” που εκπορεύτηκαν από αυτή. Ακριβώς λόγω της εμφάνισης και της απλότητας των κανόνων του, το ίγκο εξελήφθη σαν πιο ιαπωνικό από το σόγκι (将棋) το οποίο συνδέεται πιο άμεσα με το σκάκι που όλοι αναγνωρίζουμε –αν είναι να παθιαστεί κανείς με κάτι μακρινό και εξωτικό καλό είναι να επιλέξει κάτι που να φωνάζει όσο γίνεται πιο δυνατά ότι είναι μακρινό και εξωτικό. Άλλωστε, ένα από τα πιο διαφημισμένα χαρακτηριστικά του ιαπωνικού πολιτισμού ήταν και είναι οι στρατηγικές ικανότητες των πολεμιστών σαμουράι και ένα παιχνίδι στο οποίο η νίκη έρχεται με την κατάκτηση εδαφών, τον πιο βασικό κανόνα στρατηγικής που υπάρχει, μοιάζει να εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο τις ικανότητες αυτές των Ιαπώνων αλλά και την έφεσή τους στο να παραμερίζουν τα επουσιώδη και να φτάνουν κατευθείαν στην ουσία των πραγμάτων.

Όπως συμβαίνει με όλες τις φαντασιώσεις τα παραπάνω καταρρέουν όταν κανείς ασχοληθεί λίγο περισσότερο με το ίγκο: θα γνωρίσει την προϊστορία του και την καταγωγή του και θα δει ότι υπάρχουν αρκετοί κανόνες μέσα στους κανόνες, ότι το σύστημα αξιολόγησης των παικτών είναι περίπλοκο με βαθμίδες κίου (級) και νταν (段) που θα αναγνωρίσουν οι ασχολούμενοι με τις πολεμικές τέχνες (αγνοώντας, οι περισσότεροι, ότι προήλθαν από το συγκεκριμένο παιχνίδι) χωρισμένες όμως σε διαφορετικές κατηγορίες αναλόγως αν οι παίκτες είναι ερασιτέχνες ή επαγγελματίες και ότι γύρω από τον πίνακα των 19Χ19 γραμμών υπάρχει ένα ολόκληρο κόσμος σύμπαν με σχολές-οίκους που φτάνουν ως την εποχή του πρώτου σογκούν Τοκουγκάουα και με παιχνίδια δύναμης, εξουσίας και χρημάτων που κάνουν το παιχνίδι που παίζεται πάνω στον πίνακα να ωχριά –το “Μέιτζιν” (名人) του Γιασουνάρι Καουαμπάτα δίνει μια μικρή μόνο ιδέα του αθέατου κόσμου του ίγκο και παράλληλα όλων των ιαπωνικών παραδοσιακών τεχνών. Οι κινήσεις των λευκών και των μαύρων “πετρών” είναι απλώς ένα ακόμα ενδιαφέρον χόμπι –και πολλοί αρκούνται σ’ αυτό και γιατί όχι;- όμως πηγαίνοντας βαθύτερα από αυτές θα γνωρίσει κανείς όντως καλύτερα την Ιαπωνία –και μέσω αυτής και την υπόλοιπη Ασία.

 

ENGLISH

scroll to top