Λοξά κάτω από το Ουένο

Greecejapan_Ameyoko

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Ήταν μια περίοδος που όσοι την έζησαν προσπαθούν να την ξεχάσουν∙ μια περίοδος που ακόμα και σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά, αντηχεί θλίψη και απελπισία. Η Ιαπωνία είχε χάσει τον πόλεμο με τεράστιες απώλειες και καταστροφές, υλικές και ηθικές, είχε δεχτεί ένα διπλό χτύπημα από το ισχυρότερο όπλο του κόσμου, βρισκόταν υπό κατοχή για πρώτη φορά στην ιστορία της και οι επιζώντες δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη. Και όπως συμβαίνει συνήθως στις περιπτώσεις αυτές, πριν ακόμα υπογραφεί το έγγραφο που πιστοποιούσε και επίσημα την πολλαπλή ήττα, άρχισαν γύρω από μερικούς από τους κεντρικούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, κυρίως αυτούς της γραμμής Γιαμανότε –το Σιντζούκου, τη Σιμπούγια, το Ουένο, το Σίμπασι και το Τόκιο- να ξεπηδούν αυτοσχέδιοι πάγκοι όπου μαυραγορίτες και απλοί πολίτες πουλούσαν ότι είχαν κλέψει οι πρώτοι και περισώσει οι δεύτεροι για να πλουτίσουν ή να επιζήσουν αντίστοιχα.

Κάπως έτσι χτίστηκε –αν και στην πραγματικότητα η ανάπτυξή της ήταν πολύ πιο οργανική- η Αμέγια Γιόκοτσο (アメヤ横丁) ή απλώς «Αμεγιόκο» (アメ横) κάτω από τις υπερυψωμένες γραμμές της JR στο Ουένο, το μόνο από εκείνα τα παζάρια που εξακολουθεί να υφίσταται ως τις μέρες μας και να αποτελεί μάλιστα ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της ιστορικής γειτονιάς. Η ονομασία της παραμένει ακόμα και σήμερα αμφιλεγόμενη: Το «γιόκοτσο» σημαίνει «παράδρομοι» όμως το «άμε» μπορεί να σημαίνει «γλυκό» ή «Αμε-ρικανός» και να αναφέρεται αντίστοιχα στα γλυκά που πουλιούνταν μεταξύ άλλων εκεί ή στη δεύτερη γραμμή μαυραγοριτών, αυτών που ανήκαν στις δυνάμεις κατοχής και που βρήκαν την ευκαιρία να πλουτίσουν ανταλλάσσοντας τα αγαθά που μπορούσαν να προμηθευτούν σε αφθονία στα στρατιωτικά καταστήματα ΡΧ με όσα γεν κατάφερναν να εξοικονομήσουν οι Ιάπωνες. Αυτό όμως που δεν είμαι αμφιλεγόμενο είναι ότι παραμένει μια από τις πιο ζωντανές αγορές του Τόκιο.

Αν εξαιρέσει κανείς το σχετικά μεγάλο δρόμο που ξεκινάει από το τριγωνικό γιγάντιο κτήριο της αλυσίδας φωτογραφικών Yodobashi Camera και στον οποίο μπορεί κανείς να αγοράσει τρόφιμα κάθε είδους και κυρίως φρούτα και θαλασσινά, η Αμεγιόκο που βρίσκεται πιο κοντά στη μαύρη αγορά που τη γέννησε, ζει στα δαιδαλώδη στενάκια που βρίσκονται κάτω από τις γραμμές. Εκεί, σε ένα περιβάλλον που κάνει κλειστοφοβικούς και αυτούς που δεν είναι συνωστίζονται εκατοντάδες μικροσκοπικά μαγαζιά που πουλούν ρούχα, αξεσουάρ, καλλυντικά, ρολόγια, κοσμήματα και περίπου οτιδήποτε άλλο. Περπατώντας στην Αμεγιόκο και μπαινοβγαίνοντας από τα στενάκια στο μεγάλο δρόμο και το αντίστροφο με υπόκρουση ιαπωνικό ροκ εν ρολ της δεκαετίας του ’50, τις φωνές των κραχτών από τα μαγαζιά και τη βοή των χιλιάδων τουριστών και ντόπιων –ο συνωστισμός συναγωνίζεται επάξια αυτόν των τρένων στην ώρα αιχμής-  συνειδητοποιείς ότι η πολυσυζητημένη «δυτικοποίηση» της Ιαπωνίας δεν έχει αλλάξει παρά ελάχιστα την ασιατική της φύση.

ENGLISH


Ακολουθήστε μας στο Facebook, το Twitter, το Instagram και το YouTube για να μην χάνετε καμμία δημοσίευσή μας!  
scroll to top