Γιαναγκίτα Κούνιο, ο πατέρας της Ιαπωνικής Λαογραφίας


Πηγή φωτογραφίας: Πανεπιστήμιο Kokugakuin

Ο Γιαναγκίτα Κούνιο (柳田 國男) γεννήθηκε ως Ματσουόκα (松岡) Κούνιο το 1875 στο χωριό Ταουάρα στην Τσουτζικάουα (σήμερα τμήμα της πόλης Φουκουσάκι του νομού Χιόγκο). Ήταν το πέμπτο (εκ των οχτώ) παιδί ενός γιατρού-μελετητή του κλασικού Κομφουκιανισμού. Όπως θα έγραφε αργότερα στο βιβλίο του «Εβδομήντα χρόνια στην γενέτειρά μου (故郷七十年)», το σπίτι του ήταν «το πιο μικρό σπίτι στην Ιαπωνία» ωστόσο, «στην ουσία , ήταν το μικρό μέγεθος του σπιτιού αυτού – η μοίρα του σπιτιού αν θέλετε – που ενέπνευσε το πάθος μου για την Ιαπωνική λαογραφία». Ολοκλήρωσε μόνο το τοπικό δημοτικό σχολείο και για κάποιο καιρό έζησε με τα μεγαλύτερα του αδέλφια. 

Καθώς μεγάλωνε διάβασε πλήθος συγγραμμάτων σχετικών με την λογοτεχνία (δυτική και μη), την ιστορία, τα κλασικά κείμενα της Ιαπωνίας και της Κινεζικής παράδοσης, ενώ γνώρισε και ήρθε σε επαφή με ανερχόμενες προσωπικότητες της λογοτεχνίας, όπως οι Ταγιάμα Κατάι (田山 花袋), Κουνικίντα Ντάπο (国木田 獨歩), Σιμαζάκι Τόσον (島崎 藤村). Ο ίδιος είχε δείξει ενδιαφέρον για την λογοτεχνία και την ποίηση από νεαρή ηλικία και η συγγραφική του ικανότητα ήταν εμφανής από νωρίς. Άρχισε μάλιστα να γράφει ποίηση ως έφηβος ακόμα. Κάποια από τα έργα του δημοσιεύτηκαν λ.χ. στο περιοδικό «Ο κόσμος της λογοτεχνίας (文學界)», ενώ ήταν και μέλος νεανικών συγγραφικών ομάδων.

Μπορούσε να διαβάζει κείμενα αγγλικής και γαλλικής γλώσσας και με λιγότερη ευχέρεια, γερμανικά και ολλανδικά. Ήταν άλλωστε η εποχή (ύστερα από την Παλινόρθωση Μέιτζι -1868) η οποία χαρακτηριζόταν από τον ενθουσιασμό για τις δυτικές τέχνες και γνώσεις και που πλήθος μεταφράσεων κειμένων της Δύσης λάμβανε χώρα. Ο ίδιος, βαθύς γνώστης της «σχολής» Κοκουγκάκου (国学, Εθνική μαθητεία)*, προσέγγιζε πάντα τις νέες τάσεις σε αντιδιαστολή με τις παραδοσιακές.

Στα δεκαεννιά του χρόνια, πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις εισαγωγής στο λύκειο της εποχής και στην συνέχεια εισήχθη στο Νομικό τμήμα του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκιο (1897), όπου και σπούδασε αγροτική διοίκηση. Βασικό του κίνητρο για την επιλογή αυτή ήταν η επιθυμία του να συμβάλλει στην ανακούφιση του μεγάλου αγροτικού πληθυσμού της χώρας από τη φτώχια. Όπως θα περιέγραφε αργότερα, οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια μιας περιόδου λιμού, τον είχαν «στοιχειώσει». Δεν ήταν θύμα ο ίδιος ωστόσο, περιστατικά με μητέρες να σκοτώνουν τα παιδιά τους για να τα γλυτώσουν από την ταλαιπωρία της λιμοκτονίας ήταν βαθειά χαραγμένα στη μνήμη του.

Αποφοίτησε το 1900 και τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε να εργάζεται στο Υπουργείο Γεωργίας και Εμπορίου. Η θέση του αυτή του επέτρεπε να ταξιδεύει στην ύπαιθρο και να παρατηρεί από πρώτο χέρι τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας του αγροτικού πληθυσμού της χώρας. Κρατούσε σημειώσεις και συγκέντρωνε στοιχεία, παράλληλα με ιστορίες και τοπικές παραδόσεις. Έγραψε σειρά εκθέσεων σχετικών με ζητήματα αγροτικής διοίκησης και υποστήριζε την ανάγκη μιας αγροτικής πολιτικής βασισμένης στις τοπικές ανάγκες και στους μικρομεσαίους αγρότες, ενώ υποστήριζε την δημιουργία συνεταιρισμών και την καλλιέργεια μεσαίας κλίμακας, η οποία θα επέτρεπε στους αγρότες να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. 

Την ίδια χρονιά υιοθετήθηκε από τον ευκατάστατο και πολιτικά ανερχόμενο οίκο Γιαναγκίτα, ενώ παντρεύτηκε την νεότερη κόρη του υψηλόβαθμου δικαστή Γιαναγκίτα Ναοχέι, το 1904. Ο Γιαναγκίτα φαίνεται πως πάντα κουβαλούσε το βάρος της απόφασής του να εγκαταλείψει την οικογένειά του, ενώ ποτέ δεν έγινε απολύτως αποδεκτός στους Γιαναγκίτα. Περιγράφεται ως σοβαρός, καλοσυνάτος, μορφωμένος και γοητευτικός. «Μια φιγούρα σαν τον Βούδα» σύμφωνα με έναν από τους μελετητές του. Ανοιχτόμυαλος αλλά ταυτόχρονα συνεσταλμένος και συντηρητικός, με αγάπη για την πατρίδα του.

Ήταν δραστήριος στους λογοτεχνικούς κύκλους του Τόκιο. Ωστόσο, φάνηκε να απογοητεύεται από τις σύγχρονες του τάσεις στην λογοτεχνία και την έλλειψη προοπτικής των συγγραφέων της εποχής, οι οποίοι «έγραφαν απλά τις εμπειρίες τους». Το 1909 χαρακτηριστικά έγραφε σε ένα άρθρο του πως με την γραφειοκρατική του εργασία δεν του έμενε πια χρόνος για λογοτεχνία. 

Τότε ήταν που αποφάσισε να γράψει το πλέον γνωστό του σύγγραμμα «Θρύλοι του Τόνο (遠野物語)». Ήρθε σε επαφή με τον ποιητή Σασάκι Κίζεν (佐々木喜善, 1886-1933), ο οποίος του διηγήθηκε ιστορίες και θρύλους της γενέτειράς του, Τόνο (στο νομό Ιουάτε), που είχε ακούσει μέσω της οικογένειάς του. Ο Γιαναγκίτα ενθουσιάστηκε με το βαθύ πολιτιστικό πλούτο και περιεχόμενο των ιστοριών αυτών και θέλησε να τις ερευνήσει βαθύτερα. Επισκέφθηκε και ο ίδιος το Τόνο το 1909 και δημοσίευσε το βιβλίο του το 1910. 

Η πρώτη αυτή έκδοση κυκλοφόρησε σε 350 αντίτυπα, προορισμένα κυρίως για οικογένεια και φίλους. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για εμπορικούς σκοπούς μόλις την δεκαετία του 1920. Θεωρείται ωστόσο σήμερα σταθμός, τόσο στην επαγγελματική-συγγραφική πορεία του Γιαναγκίτα, όσο και στην ανάπτυξη της Ιαπωνικής λαογραφίας. Επιπλέον, η λογοτεχνική του αξία θεωρείται εξίσου υψηλή, καθώς το συγγραφικό του ταλέντο είναι εμφανές σε αυτό, με την μορφή του να φέρνει πιο πολύ σε νουβέλα παρά σε δοκίμιο. 

Μέσα από το βιβλίο του αυτό, όπως υποστηρίζει ο μεταφραστής του Ronald A. Morse, μπορεί κανείς να διακρίνει και την «μεθοδολογία» του στην λαογραφική μελέτη: προσεχτική ακρόαση της προφορικής παράδοσης, έλεγχος της τοποθεσίας από τον ίδιο και επί τόπου παρατήρηση, επιβεβαίωση των όποιων γεγονότων – δεδομένων με ντόπιους ειδικούς, συγγραφή των αποτελεσμάτων της έρευνας με τρόπο που ο μέσος άνθρωπος να μπορεί να εκτιμήσει και να καταλάβει το θέμα και τέλος, προσθήκη λογοτεχνικών πινελιών για να αποτυπωθεί η τοπική ευαισθησία και πνεύμα.

Ως προς το περιεχόμενο τους, οι θρύλοι αυτοί παρουσιάζουν δύο κόσμους: εκείνον που είναι παρατηρήσιμος, με τα βουνά, τα ποτάμια, τα σπίτια, τα ονόματα και εκείνον που είναι κρυμμένος, όπου πνεύματα και θεοί εμφανίζονται και εξαφανίζονται με ευκολία. Και οι δύο αυτοί κόσμοι, συναντιούνται στους ιερούς τόπους και ναούς. Ο ρόλος των τοπικών πανηγυριών είναι κεντρικός εδώ. Έτσι, η μελέτη των ιστοριών αυτών και της γεωγραφίας και ιστορίας της περιοχής, γίνεται το ιδανικότερο μέσο για την μελέτη των συναισθημάτων, της ψυχολογίας και των πιστεύω των ανθρώπων-κατοίκων της (κάθε) περιοχής. Ζώντας σε μια εποχή βαθειάς δυτικής επιρροής, ο Γιαναγκίτα ένιωσε την ανάγκη να αναζητήσει και να αναδείξει το πνεύμα των Ιαπώνων της επαρχίας. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι. 

Το 1908 έγινε γραμματέας του Υπουργείου του Αυτοκρατορικού Οίκου (宮内省). Συμμετείχε μαζί με τον διανοούμενο Νιτόμπε Ινάζο (新渡戸 稲造, 1862-1933), συγγραφέα του βιβλίου «Μπούσιντο: Η Ψυχή της Ιαπωνίας (武士道, 1900), σε μια ομάδα τοπικών σπουδών, ενώ το 1912, μαζί με τον Τακάγκι Τόσιο (高木敏雄, 1876-1922) δημιούργησαν το περιοδικό «Τοπικές Μελέτες (郷土研究)», του οποίου το περιεχόμενο αφορούσε την καθημερινή ζωή των Ιαπώνων σε διάφορες γωνιές της χώρας, καθώς και πλήθος λαϊκών παραδόσεων και ιστοριών. 

Το 1914 διορίστηκε επικεφαλής γραμματέας στη Άνω Βουλή (貴族院) και διατήρησε την θέση του αυτή έως το 1919, όποτε και παραιτήθηκε. Ξεκίνησε να εργάζεται για την εφημερίδα «Ασάχι Σίμπουν (朝日新聞)», με την σκέψη πως θα μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα για να συντάσσει τα άρθρα του. Λίγο μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιαπωνία έγινε μέλος της Μόνιμης Γραμματείας της Κοινωνίας των Εθνών και το 1921 εργάστηκε εκεί, ως παρατηρητής στην Επιτροπή Εντολών. 

Στην Γενεύη, ο Γιαναγκίτα γνώρισε την υποβαθμιστική αντιμετώπιση των χωρών της Ασίας, όπως η Ιαπωνία, από τις Δυτικές δυνάμεις αλλά παράλληλα, ήρθε σε επαφή με τις ακαδημαϊκές τάσεις της εποχής στην Ευρώπη, κάτι που θα είχε σημαντικό αντίκτυπο στις μελέτες του μετά την επιστροφή του στην Ιαπωνία. Αυτή ήρθε το 1923, μετά τον «Μεγάλο Σεισμό» του Κάντο. Τότε ανέλαβε και πάλι καθήκοντα συντάκτη στην εφημερίδα «Ασάχι Σίμπουν» και επιδόθηκε σε ταξίδια και διαλέξεις. Το 1925 ξεκίνησε το περιοδικό «Μίνζοκου (民族)», του οποίου ο τίτλος θα μπορούσε να μεταφραστεί ως λαός, άνθρωποι ή εθνική ομάδα. Αυτό είχε καθαρά πιο ακαδημαϊκό ύφος από το «Τοπικές Μελέτες (郷土研究)» και σκοπός του ήταν η βαθύτερη λαογραφική μελέτη, μέσα από την εμπειρική, συγκριτική και διεπιστημονική έρευνα. Το 1932 αποφάσισε να αφιερωθεί αποκλειστικά στην λαογραφική μελέτη. 

Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί αποφάσισε να αφήσει τις μελέτες του σχετικά με την αγροτική διοίκηση και να στραφεί στην μελέτη της λαογραφίας ωστόσο, φαίνεται πως η μη υποστήριξη των απόψεών του και η απογοήτευση του από την πολιτική εκμετάλλευση των πολιτικών που αφορούσαν τα ζητήματα αυτά έπαιξαν ρόλο στην απόφασή του. Παράλληλα, φαίνεται να αισθάνθηκε πως η λαογραφική έρευνα θα μπορούσε να συμβάλλει πιο αποδοτικά από τις οικονομικές μελέτες στη διατήρηση του πολιτισμού και των παραδόσεων του ολοένα και περισσότερο εξαντλημένου αγροτικού πληθυσμού της Ιαπωνίας. Συνεπώς, θέλησε να τις διερευνήσει πιο βαθιά. Άλλωστε υποστήριζε πως για τον ίδιο η αγροτική οικονομία ήταν μια περιγραφική επιστήμη της αγροτικής κοινότητας ως ζωντανής οντότητας και η μελέτη αυτής συνέχιζε την προηγούμενη προσπάθειά του.

Ξεκίνησε (1933) να παραδίδει σε νέους ερευνητές διαλέξεις στο σπίτι του, σχετικές με την λαογραφική μελέτη. Τους ενθάρρυνε να πραγματοποιούν επιτόπιες έρευνες σε όλη την Ιαπωνία και να παραδίδουν και οι ίδιοι διαλέξεις. Όλα αυτά οδήγησαν στην δημιουργία της «Κοινωνίας της Λαϊκής Παράδοσης (民間伝承の会)», η οποία δημοσίευε και ένα μηνιαίο δελτίο (民間伝承) με αναφορές για λαϊκές παραδόσεις όλης της χώρας. Συνέχισε το έργο του και τα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και το 1947 ίδρυσε το Ινστιτούτο Ιαπωνικής λαογραφίας (民俗学研究所), με έδρα τμήμα του σπιτιού του. Ένας από τους σκοπούς του ήταν να ωφελήσει τον Ιαπωνικό λαό όπως ανέφερε. 

Το πεδίο των λαογραφικών σπουδών άρχισε έτσι σιγά σιγά να καθιερώνεται και η έρευνα να συστηματοποιείται. Η «Κοινωνία της Λαϊκής Παράδοσης (民間伝承の会)» δημιούργησε συνεργασίες με άλλους ερευνητικούς οργανισμούς και το 1949 μετατράπηκε στον ερευνητικό οργανισμό «Ιαπωνική Λαογραφική Κοινότητα (日本民俗学会)», με τον Γιαναγκίτα ως πρώτο της πρόεδρο. Το 1953 άρχισε να κυκλοφορεί το περιοδικό της «Ιαπωνική Λαογραφία (日本民俗学), το οποίο αποτελούνταν πλέον από επιστημονικά, ακαδημαϊκού τύπου άρθρα. 

Ο Γιαναγκίτα ωστόσο, ήταν κριτικός απέναντι στην υπερβολική ακαδημαϊκή χροιά που άρχισε να κυριαρχεί στις μελέτες, καθώς πίστευε ότι αυτές έπρεπε να διαμορφώνονται γύρω από τον «κοινό άνθρωπο (常民)». Για εκείνον η μελέτη των παράξενων, μυστήριων και φανταστικών στοιχείων της λαογραφίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καλύτερη κατανόηση της νοοτροπίας και του χαρακτήρα του καθημερινού Ιάπωνα, του παρελθόντος αλλά και αυτού του σήμερα, ο οποίος αποτελεί την συνέχεια του πρώτου.

Σήμερα το Ινστιτούτο αποτελεί τμήμα του Πανεπιστημίου Σέιτζο, το οποίο απέκτησε την πλούσια βιβλιοθήκη του Γιαναγκίτα και το οποίο το 1958 εισήγαγε μάθημα σχετικό με τις λαογραφικές σπουδές. Ο Γιαναγκίτα συνέχισε να συμβάλλει στην δημοσίευση μεγάλου αριθμού έργων σχετικών με την λαογραφική μελέτη και τις λαϊκές ιστορίες και παραδόσεις, να ενθαρρύνει νέους ερευνητές να πάνε στο πεδίο για να ψάξουν ιστορίες, να τους βοηθά στην δημοσίευση των ευρημάτων τους κ.ο.κ.. Δημιούργησε ένα μεγάλο δίκτυο ερευνητών και το έργο του σήμερα απαριθμούν δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες άρθρα, τα οποία είτε έγραψε ο ίδιος είτε επίβλεψε και προώθησε. Έλαβε πολλές διακρίσεις για τις προσπάθειές του στον τομέα της λαογραφίας ενώ έγινε μέλος της Ιαπωνικής Ακαδημίας Τέχνης το 1947. Πέθανε το 1862, σε ηλικία ογδόντα οχτώ ετών. 

Ο Γιαναγκίτα θεωρείται ο ιδρυτής της ιαπωνικής λαογραφίας, «Μίνζοκου-γκάκου (民俗学)», και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους στοχαστές της Ιαπωνίας. Διεξήγαγε διεξοδική έρευνα και καθιέρωσε τις μεθόδους και το πλαίσιο για τις λαογραφικές μελέτες στην Ιαπωνία. Τα βιβλία του παραμένουν βασικά εγχειρίδια στον τομέα της λαογραφίας και η προσέγγισή του σε αυτή συνεχίζει να εμπνέει πλήθος ερευνητών. Η διαδεδομένη σήμερα μελέτη των Γιοκάι, των ιδιαίτερων αυτών υπάρξεων-δαιμονίων της Ιαπωνικής λαϊκής παράδοσης συνδέθηκε με την ακαδημαϊκή μελέτη χάρη στο έργο του. 

Ήλπιζε και πίστευε πως με τις λαογραφικές μελέτες του θα συμβάλλει στην πρόοδο της χώρας, καθώς για εκείνον «η σπουδαιότερη επιστήμη [λαογραφία], που θα διερευνήσει το νέο μέλλον, βασίζεται στο γεγονός ότι η ζωή μας έχει τις ρίζες της αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν». Διότι «παρ’όλο που τα χωριά εξαφανίζονται, η σύνδεση των ανθρώπων με τη γη είναι τόσο ισχυρή που οποιοσδήποτε προσπαθεί ιδιοτελώς να αναρριχηθεί στον κόσμο, αγνοώντας την οικογένειά του και χάνοντας την πίστη του στους θεούς της χώρας, δεν μπορεί ποτέ να φανταστεί το πνεύμα» και να προοδέψει. 

Λίγα λόγια για την μελέτη των Γιοκάι

Για τον Γιαναγκίτα η ύπαρξη ή μη των γιοκάι δεν είχε σημασία. Το ότι υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν σε αυτή ή που διηγούνταν ιστορίες για αυτά, ήταν αρκετός λόγος για να τα μελετάμε. Εισήγαγε τον διαχωρισμό των γιοκάι σε γιούρεϊ (幽霊) και μπακεμόνο (化け物), με τα πρώτα να στοιχειώνουν κυρίως άτομα και να εμφανίζονται τις νύχτες, ενώ τα δεύτερα να στοιχειώνουν τοποθεσίες και να προτιμούν τις ώρες που ημέρα και νύχτα συναντιούνται, όπως το σούρουπο ή η αυγή. Ακόμη, για τον ίδιο τα γιοκάι ήταν θεότητες, κάμι (神), οι οποίες είχαν «υποβαθμιστεί» με το πέρασμα των καιρών και των πεποιθήσεων των ανθρώπων.

Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια μικρή ιδέα από τις ιστορίες αυτές, οι οποίες για τον Γιαναγκίτα εξέφραζαν την πραγματικότητα της εποχής και που για αυτόν και μόνο τον λόγο θα έπρεπε να μελετούνται και να διαβάζονται. Η ιστορία που ακολουθεί** είναι από το βιβλίο του «Οι Θρύλοι του Τόνο», στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται ιστορίες με κάποια από τα πιο γνωστά γιοκάι της Ιαπωνίας, όπως τα Kάπα (河童) ή τα Zάσικι-ουάρασι (座敷童子). Εδώ εμφανίζεται η Γιάμα-χάχα (山母), αλλιώς γνωστή και ως Γιάμα-ούμπα (山姥) ή Γιαμάμπα:

Η Γιάμα-ούμπα σε έργο του Σαουάκι Σούουσι (1707-1772)

 

Μητέρα ή γριά του βουνού, είναι ένα γιοκάι που αναφέρεται σε ένα δαιμόνιο τύπου μάγισσας, που κατοικεί στα βουνά. Είναι από τα πιο γνωστά γιοκάι της Ιαπωνίας. Στους θρύλους, τα παραμύθια και τις τοπικές πεποιθήσεις, συχνά απεικονίζεται σαν μάγισσα που απαγάγει τις γυναίκες από τα τοπικά χωριά, τρώει τα ζώα των χωρικών και τα μικρά παιδιά και ταλαιπωρεί όποιον περιπλανιέται στην επικράτειά της. Άλλες πάλι φορές παρουσιάζεται  θετικά, ως μια ευεργετική παρουσία η οποία χαρακτηρίζεται από καλοσύνη. Συνήθως απεικονίζεται ως ψηλή, με μεγάλο στόμα, μακριά μαλλιά και διαπεραστικό βλέμμα. 

Ιστορία 117:  Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας άνδρας με την σύζυγό του. Ξεκινούσαν για την πόλη, ώστε να κάνουν ψώνια για τον γάμο της κόρης τους. Κλείδωσαν την πόρτα και είπαν στην κόρη τους, «μην ανοίξεις την πόρτα ακόμη και αν έρθει κάποιος». Η κόρη τους είπε «ναι» και εκείνοι έφυγαν. Γύρω στο μεσημέρι ήρθε η Γιάμα-χαχα (山母), άρπαξε το κορίτσι και το έφαγε. Φόρεσε το δέρμα της και έγινε το κορίτσι. Το απόγευμα όταν γύρισαν οι γονείς της, φώναξαν το όνομα του κοριτσιού από την πύλη. «Όρικο-Χιμέκο, είσαι εκεί;» «Ναι, είμαι. Γρήγορο ήταν αυτό», ήταν η απάντηση.

Οι γονείς της έδειξαν όλα τα πράγματα που είχαν αγοράσει, βλέποντας το χαρούμενο πρόσωπο της κόρης τους. Την επόμενη ημέρα κατά την αυγή, ο κόκορας τους τίναξε τα φτερά του και λάλησε, «Κοιτάξτε στην γωνία της αποθήκης! Κικι-ρι-κουου». Οι γονείς σκέφτηκαν πως αυτός ήταν ένας μάλλον παράξενος τρόπος για τον κόκορα να λαλήσει.

Τότε, η ώρα ήρθε να στείλουν την νύφη. Έβαλαν εκείνη που θεωρούσαν ως Όρικο-Χιμέκο στο άλογο και ακριβώς εκεί που ήταν έτοιμοι να την ξεπροβοδίσουν, ο κόκορας λάλησε και πάλι. Τον άκουσαν να λέει, «Δεν Βάλατε την Όρικο-Χιμέκο επάνω στο άλογο. Βάλατε την Γιάμα-χάχα σε αυτό. Κικι-ρι-κουου». Ο κόκορας το επανέλαβε και, για πρώτη φορά, οι γονείς πρόσεξαν ότι κάτι ήταν λάθος. Τράβηξαν την Γιάμα-χάχα κάτω από το άλογο και την σκότωσαν. Τότε πήγαν να δουν την γωνιά της αποθήκης. Εκεί βρήκαν πολλά από τα κόκαλα του κοριτσιού.

*Ακαδημαϊκό-φιλολογικό κίνημα το οποίο αναπτύχθηκε κατά την περίοδο Έντο (1603-1868) και το οποίο επικεντρωνόταν στην μελέτη κλασικών Ιαπωνικών κειμένων και στην απομάκρυνση ξένων επιρροών, ιδίως προερχόμενων από την κινεζική παράδοση.

** Ελεύθερη μετάφραση από την αγγλική έκδοση: Yanagita, K, Morse, R. A. (2008) The legends of Tono, Lanham: Lexington Books