Τσουντά Ούμεκο, πρωτοπόρος της γυναικείας ανώτερης εκπαίδευσης στην Ιαπωνία

Η Τσουντά Ούμε (津田梅, 1864-1929) γεννήθηκε το 1864 στο Έντο (σημερινό Τόκιο). Ο πατέρας της, Τσουντά Σεν (津田 仙, 1837-1908), ήταν ένας προοδευτικός χαμηλόβαθμος σαμουράι, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί στις ολλανδικές σπουδές (蘭学) και στα αγγλικά και είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας της κυβέρνησης μπάκουφου1. Μετά την Παλινόρθωση Μέιτζι (1868) είχε εργαστεί στο πρώτο ξενοδοχείο «δυτικού στυλ» στη συνοικία Τσουκίτζι, το Τσουκίτζι Χοτέρουκαν (築地ホテル館), το οποίο όμως δεν ήταν πολύ πετυχημένη απόπειρα και αργότερα, είχε στραφεί στην πειραματική γεωργία δυτικών φρούτων και λαχανικών, στην περιοχή Αζάμπου του Τόκιο και στον Χριστιανισμό. Είχε συμβάλλει επίσης στην ίδρυση διάφορων σχολείων, μεταξύ των οποίων μίας τοπική γεωργικής σχολής και τμήματος της Ακαδημίας Αογιάμα (青山学院).

Ως πρώην σαμουράι στην υπηρεσία του σόγκουν, τη νέα εποχή Μέιτζι (1868-1912) είχε βρεθεί στην πλευρά των ηττημένων και δύσκολα τα έβγαζε πέρα. Φαίνεται λοιπόν πως η γέννηση δεύτερης κόρης (που πήρε το όνομα Ούμε, δηλαδή δαμάσκηνο) δεν τον χαροποίησε ιδιαίτερα και λέγεται πως μετά τη γέννα, εξαφανίστηκε από το σπίτι για πάνω από μία εβδομάδα. Έχοντας επαφές με το Γραφείο Αποικισμού του Χοκάιντο και τον τότε υπεύθυνό του, Κουρόντα Κιγιοτάκα (黒田 清隆, 1840-1900), άρπαξε την ευκαιρία να στείλει την μικρή Ούμε (αρχικά ήταν να πάει η μεγαλύτερη κόρη, Κότο, αλλά τελευταία στιγμή στάλθηκε η Ούμε) στη λεγόμενη «Αποστολή Ιουακούρα (岩倉使節団, 1871-72)», η οποία έστειλε Ιάπωνες, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, για εκπαιδευτικούς και διπλωματικούς σκοπούς (όπως η διαπραγμάτευση των άνισων συνθηκών που υπεγράφησαν την δεκαετία του 1850). Έχοντας και ο ίδιος ταξιδέψει στην Αμερική, είχε ξεκινήσει ήδη από νωρίς την εκπαίδευση των κορών του ενώ ταυτόχρονα, ήλπιζε πως η βαθύτερη επαφή της Ούμε με τις δυτικές γνώσεις και συνήθειες θα έδινε πίσω στην οικογένεια λίγο από το χαμένο της κύρος και θα βελτίωνε την κοινωνική της θέση. 

Η ιδέα της συμπερίληψης γυναικών στην αποστολή προσέβλεπε στη δημιουργία γυναικών-νέων μητέρων για το έθνος, στο πρότυπο των Αμερικανίδων της εποχής. Η Τσουντά λοιπόν ήταν ένα -το νεότερο, μόλις έξι ετών- από τα πέντε κορίτσια (όλες κόρες προοδευτικών σαμουράι) της αποστολής. Ξεκίνησε για το ταξίδι της αυτό με ένα αγγλικό αλφαβητάρι, ένα βιβλιαράκι με βασικές αγγλικές λέξεις μεταφρασμένες στα ιαπωνικά και ένα μάλλινο σάλι, δώρα του πατέρα της όπως έλεγε. Δύο από τα κορίτσια της αποστολής θα επέστρεφαν τον επόμενο χρόνο στην Ιαπωνία, ενώ τα τρία υπόλοιπα θα παρέμεναν στην Αμερική για τουλάχιστον μία δεκαετία. Αυτά ήταν η Τσουντά, η Γιαμακάουα Σουντεμάτσου (山川 捨松, αργότερα Όγιαμα -大山, 1860-1919) και η Ναγκάι Σίγκεκο (永井 繁子, αργότερα Ούριου -瓜生 , 1861-1928). 

Tα πέντε κορίτσια, κόρες σαμουράι, της «Αποστολής Ιουακούρα». Δεύτερη από δεξιά η 6χρονη Τσουντά

Υπεύθυνος για τα κορίτσια, όταν έφτασαν στην Ουάσινγκτον, ήταν ο Μόρι Αρινόρι (森 有礼, 1847-1889)2 ο οποίος λέγεται πως βλέποντας την μικρή Ούμε αναφώνησε: «Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω; Μου έστειλαν ένα παιδί!». Ο αμερικανός γραμματέας του Μόρι και η σύζυγός του, Charles και Adeline Lanman, προθυμοποιήθηκαν να αναλάβουν τις νεαρές, τις οποίες και φιλοξένησαν για λίγο. Αργότερα τα κορίτσια μεταφέρθηκαν αλλού και μετά από λίγους μήνες χωρίστηκαν. Η Γιαμακάουα και η Ναγκάι στάλθηκαν στο Κονέκτικατ, ενώ η Τσουντά αποφασίστηκε να μείνει με τους Lanman.

Τα επόμενα έντεκα χρόνια3 λοιπόν, έζησε στην Ουάσινγκτον, στο ζεστό και άνετο σπιτικό των Lanman, με τους οποίους θα κρατούσε στενούς δεσμούς για το υπόλοιπο της ζωής της. Βαφτίστηκε χριστιανή (όπως είχε κάνει και η οικογένειά της στην Ιαπωνία) και σπούδασε σε τοπικά σχολεία. Η απόδοσή της συγκέντρωσε πολλούς επαίνους και αρίστευσε σε σειρά μαθημάτων. Παράλληλα, κράτησε στενή επαφή με τις Γιαμακάουα και Ναγκάι. Στα δεκαεφτά της αποφοίτησε από το Archer Institute, ένα μικρό σχολείο για τις κόρες της τοπικής ελίτ και γύρισε στην Ιαπωνία το 1882, μαζί με την Γιαμακάουα (η Ναγκάι είχε επιστρέψει το προηγούμενο έτος). 

Έχοντας φύγει τόσο νέα από τη χώρα, τα αγγλικά της ήταν άπταιστα, αλλά τα ιαπωνικά την δυσκόλευαν. Όσες προσπάθειες είχαν γίνει στην Αμερική για να διατηρήσει και να καλλιεργήσει την επαφή της με τις ιαπωνικές παραδόσεις και τη γλώσσα δεν απέφεραν πολλά. Ο ίδιος όμως ο Τσουντά Σεν, στην αλληλογραφία του με τον Charles δεν ανησυχούσε: η Τσουντά έπρεπε να μάθει στο εξωτερικό όσα όφειλε. Όταν γυρνούσε, θα κάλυπτε τα όποια κενά. 

Πίσω στο Αζάμπου λοιπόν, στο σπίτι των γονιών της, η Τσουντά βρέθηκε να τραβάει το ενδιαφέρον των ανθρώπων ως κάτι εξωτικό, όπως έντεκα χρόνια πριν στις ΗΠΑ. Συγγενείς και γνωστοί περιεργάζονταν με την απαραίτητη προσοχή όσα υλικά και άυλα «ξένα» έφερνε μαζί της και η ίδια δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στις συνήθειες και τα πρέπει της χώρας της, ενώ δεν καταλάβαινε τους γύρω της. «Να μπορούσα μόνο να μιλήσω τη γλώσσα μου» έγραφε σε ένα από τα γράμματά της, τα οποία ήταν η μόνη της διέξοδος. Ο πατέρας της και η αδερφή της Κότο (η οποία είχε μάθει τα βασικά αγγλικά) συχνά της μετέφραζαν, αλλά μάταια. «Είμαι δεμένη χειροπόδαρα» έγραφε στα γράμματα της, στα οποία εξέφραζε την έντονη αμηχανία και πίεση που ένιωθε την περίοδο εκείνη. 

Κουβαλώντας το αίσθημα της ευθύνης για το καθήκον που τους είχε ανατεθεί και με την σιγουριά πως μπορούσαν να προσφέρουν στη χώρα, αποφάσισαν με την Γιαμακάουα να επικοινωνήσουν με τον Κουρόντα, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος της αποστολής τους στο εξωτερικό. Το γραφείο ωστόσο που τις είχε στείλει δεν υπήρχε πλέον και σύντομα κατάλαβαν πως εκείνος δεν τις έπαιρνε στα σοβαρά. Παράλληλα, η Ναγκάι (πλέον Ούριου) είχε ήδη παντρευτεί και εργαζόταν ως δασκάλα πιάνου, ενώ σύντομα και η Γιαμακάουα, απογοητευμένη από τις προοπτικές που διαφαίνονταν για το μέλλον, επέλεξε έναν γάμο υψηλού κύρους, πεπεισμένη πλέον πως ο γάμος ήταν ο μόνος τρόπος για μια γυναίκα στην Ιαπωνία να επιτύχει πράγματα. «Έχω σιχαθεί τόσο το θέμα αυτό, σιχαθεί να το ακούω και να το συζητάω. Δεν πρόκειται να παντρευτώ αν δεν το θέλω» έγραφε χαρακτηριστικά η Τσουντά στην κα Lanman. 

Το ότι είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό θεωρούταν σημαντικό πλεονέκτημα ωστόσο, το ενδιαφέρον των κυβερνόντων στις γνώσεις που είχαν τα κορίτσια αποκομίσει δεν ήταν πια υψηλό και έτσι δεν είχαν την αναγνώριση που θα περίμεναν και δεν τους προσφέρθηκαν οι θέσεις που θα ήλπιζαν. Η ίδια συνέχισε τις προσπάθειές της για επαγγελματική καταξίωση ωστόσο, όπως παραδεχόταν, γύρισε σπίτι σε κακό τάιμινγκ. Ο ενθουσιασμός για τη Δύση είχε πλέον ξεπεραστεί σε σημαντικό βαθμό και η στροφή στη ανάδειξη της «Ιαπωνικότητας» τον είχε αντικαταστήσει. Η Τσουντά ήταν από τις πλέον ικανές προσωπικότητες να διδάξει αγγλικά ή τους τρόπους της Δύσης, αλλά δεν ήταν πια «της μόδας». Επιπλέον, η επίσημη λογική της εποχής ήταν πως η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι. «Καλές σύζυγοι, σοφές μητέρες (良妻賢母)» άλλωστε ήταν η φράση που χρησιμοποιούσαν την εποχή για να εκφράσουν το μοντέλο της γυναίκας πρότυπο.

Παρά τις υψηλές της βλέψεις και την προσέγγισή της (η Τσουντά έχει χαρακτηριστεί ακόμη και ως σνομπ από μελετητές της), ξεκίνησε το 1883 να εργάζεται ως δασκάλα αγγλικών, παγκόσμιας ιστορίας και γεωγραφίας, σε ένα σχολείο που το 1874 είχε βοηθήσει ο πατέρας της να δημιουργηθεί. Η συμφωνία ήταν για έξι βδομάδες και εκεί έμεινε. Αρνήθηκε την πρόταση να συνεχίσει, καθώς η θέση αυτή δεν ήταν μία θέση που άρμοζε για εκείνη. Η ίδια άλλωστε δεν είχε απαρνηθεί το αρχικό της όνειρο-σχέδιο: να ιδρύσει το δικό της σχολείο θηλέων.

Υπήρξε μια φήμη πως ήταν υποψήφια για διερμηνέας της αυτοκράτειρας, κάτι που την χαροποίησε, αλλά και κάτι που ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει, καθώς τα ιαπωνικά της ήθελαν ακόμη πολλή δουλειά. Έλαβε με χαρά όμως μια πρόσκληση για μια σημαντική εκδήλωση που διοργάνωνε ο υπουργός εξωτερικών Καόρου Ινόουε (井上 馨, 1836-1915). Σε αυτή, πίστευε, θα συναντούσε πολλές σημαντικές προσωπικότητες και θα μπορούσε ίσως μάλιστα να προωθήσει το σχέδιό της για το σχολείο. Εκεί λοιπόν συνάντησε τον Ίτο Χιρομπούμι (伊藤 博文, 1841-1909)4 ο οποίος, μέρος επίσης της αποστολής Ιουακούρα, την θυμόταν ως κοριτσάκι ακόμα. Εκείνος την σύστησε στην Σιμόντα Ούτακο (下田 歌子, 1854-1936) και πρότεινε η Τσουντά να εισαγάγει την εκμάθηση αγγλικών στο σχολείο της (το 桃夭女塾), και εκείνη να βοηθήσει την Τσουντά με τα ιαπωνικά. 

Ο Ίτο αργότερα την κάλεσε να μείνει στο σπίτι του, με το σκεπτικό πως απ’ τη μία θα είχε την ευκαιρία να μάθει η ίδια τη γλώσσα και την ιαπωνική ετικέτα και από την άλλη, εκείνη θα προσέφερε τις αντίστοιχες γνώσεις της για τον δυτικό τρόπο στις γυναίκες της οικογένειας. Παράλληλα, θα μετακόμιζε κοντά στο σπίτι της φίλης της Γιαμακάουα (πλέον Όγιαμα) και θα μπορούσε να κάνει επαφές με την υψηλή κοινωνία της εποχής. Ξεκίνησε λοιπόν να μένει εκεί, ικανοποιημένη από τις ανέσεις, αγγαρεμένη κάποιες φορές από την γυναικεία συντροφιά του σπιτιού, αλλά και ευτυχής για τις συζητήσεις της στα αγγλικά με τον Ίτο, ο οποίος όπως έγραφε, φαίνεται να έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον για τις ιδέες της. 

Μαζί με τον Ίτο λοιπόν και γυναίκες όπως η Όγιαμα συζητούσαν για την ανάγκη και δυνατότητα δημιουργίας ενός σχολείου θηλέων στα μέτρα της Αμερικής, ενώ μεταξύ άλλων, διοργάνωσαν το πρώτο φιλανθρωπικό μπαζάρ στη χώρα, το οποίο και καθιερώθηκε σε ετήσια βάση. Ωστόσο, όταν η Τσουντά θα έκλεινε τα είκοσί της χρόνια, η Όγιαμα θα γινόταν μητέρα, η Ούριου θα αποκτούσε το δεύτερό της παιδί και η ίδια θα έπρεπε να γυρίσει σπίτι για να βοηθήσει την μητέρα της, η οποία θα της έδινε άλλο ένα αδερφάκι. 

Το 1885 όμως, έλαβε επιτέλους επίσημη πρόσκληση ώστε να αναλάβει καθήκοντα στην κυβέρνηση, ως ιδρυτικό μέλος του καθηγητικού σώματος του νέου Σχολείου Ευγενών (華族女学校). Με βαθμό ανώτερου υπάλληλου (准奏任官), διορίστηκε καθηγήτρια και υπεύθυνη αγγλικών. Ωστόσο, παρέμενε η μόνη ανύπαντρη και εργαζόμενη γυναίκα με τον τίτλο αυτό και συχνά βρισκόταν σε δύσκολη θέση ως προς τις κοινωνικές συναναστροφές και την αντιμετώπισή της. 

Τα επόμενα χρόνια δέχθηκε προαγωγή και μετακόμισε πιο κοντά στο σχολείο (στο σπίτι ενός ξαδέρφου της ο οποίος επίσης δούλευε εκεί). Είχε αρχίσει όμως να την προβληματίζει το γεγονός πως σε αντίθεση με τις φίλες της, εκείνη δεν είχε αποκτήσει πτυχίο κολλεγίου. Έτσι, αποφάσισε να επιστρέψει για σπουδές στις ΗΠΑ. Είχε τη στήριξη γνωριμιών που είχε κάνει εκεί ωστόσο, στόχος της ήταν να φύγει με ειδική άδεια από το σχολείο, κάτι το οποίο και κατάφερε, με την προϋπόθεση να λείψει μόνο για δύο έτη (τα οποία εν τέλει έγιναν τρία). Το 1889 λοιπόν, ξεκίνησε τις σπουδές της στη βιολογία, στο Κολέγιο Bryn Mawr, ενώ παρακολούθησε και ένα εξάμηνο στο Oswego Teachers’ College στη Νέα Υόρκη, όπου έμαθε για τις σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους.

Στις ΗΠΑ ξεκίνησε να προωθεί πιο εντατικά τα πιστεύω της για τη σημασία της εκπαίδευσης των γυναικών και μεταξύ άλλων, συνέγραψε με την πολύ στενή της φίλη Alice Mabel Bacon (1858-1918)5 ένα δοκίμιο με θέμα την καθημερινή ζωή της γυναίκας στην Ιαπωνία, με τίτλο «Japanese Girls and Women (Γιαπωνέζες κοπέλες και γυναίκες)», το οποίο εκδόθηκε αμέσως, αλλά χωρίς το όνομα της Τσουντά στο εξώφυλλο. Οι προσπάθειες της επίσης, οδήγησαν στην δημιουργία της «Υποτροφίας των Αμερικανίδων για τις Γιαπωνέζες» η οποία θα χρηματοδοτούσε τις σπουδές γυναικών από την Ιαπωνία στο κολλέγιο Bryn Mawr.

Επέστρεψε στην Ιαπωνία το 1892, έχοντας αρνηθεί την πρόταση να εργαστεί στο Bryn Mawr. Ο στόχος της παρέμενε ο ίδιος. Συνέχισε έτσι να εργάζεται στο σχολείο, προωθώντας την υποτροφία των Αμερικανίδων, σχηματίζοντας ιαπωνική επιτροπή για την επιλογή των υποψήφιων, στην οποία συμμετείχε και η Ούριου. Την περίοδο εκείνη η Τσουντά έχασε την μικρότερη της αδερφή Φούκι, την οποία φρόντιζε σχεδόν σαν κόρη της και λίγους μήνες αργότερα ο Charles Lanman πέθανε επίσης (η Adeline Lanman θα πέθαινε το 1913). Η ίδια φαινόταν να χάνει ενθουσιασμό της. Παρ’όλα αυτά και με την στήριξη των φίλων της συνέχισε να προωθεί το εκπαιδευτικό της σχέδιο. Έγραψε κάποια σχετικά κείμενα για τον αγγλόφωνο τύπο. Το 1898 διορίστηκε από τη κυβέρνηση στην Ανώτερη Κανονική Σχολή Θηλέων του Τόκιο (σήμερα Πανεπιστήμιο Ότσανομίζου -お茶の水女子大学), κάτι που αναπτέρωσε το ηθικό της και λίγο αργότερα της ζητήθηκε να πάει ως εκπρόσωπος στο καλοκαιρινό συνέδριο του General Federation of Women’s Clubs στο Ντένβερ των ΗΠΑ.

 Όσο ήταν στην Αμερική συναντήθηκε με την κα. Lanman και με παλιές της φίλες, επισκέφτηκε πολλά σχολεία και μεταξύ άλλων, βρέθηκε με την δεκαοχτάχρονη τότε Helen Keller (1880-1968). Καθώς τελείωνε η πεντάμηνη άδειά της, προσκαλέστηκε στην Αγγλία. Η άδειά της παρατάθηκε χωρίς δυσκολία. Στην Αγγλία επισκέφτηκε πολλά μέρη και έκανε επαφές με σημαντικές γυναίκες της χώρας, μεταξύ των οποίων ήταν η Florence Nightingale (1820-1910). Επέστρεψε το καλοκαίρι του 1899. Συνέχισε τη διδασκαλία στα δύο σχολεία, ενώ έλαβε άλλη μία προαγωγή. 

Είχε όμως ήδη ξεκινήσει για τα καλά το σχέδιό της για την ίδρυση του δικού της σχολείου. Το κλίμα ήταν αρκετά ευνοϊκό: το 1899 είχε περάσει ο νόμος για την υποχρεωτική ίδρυση τουλάχιστον ενός σχολείου θηλέων, επιπέδου γυμνασίου6, σε κάθε περιφέρεια, καθώς η χώρα χρειαζόταν μορφωμένες μητέρες για την ανατροφή άξιων γιών. Και παρ’όλο που οι γυναίκες μπορούσαν να αποκτούν πλέον πιστοποιητικό διδασκαλίας αγγλικών, οι αποδόσεις τους ήταν χαμηλές. Με άκρα μυστικότητα, είχε επικοινωνήσει με σημαντικές γυναίκες της Αμερικής, για την δυνατότητα συγκέντρωσης πόρων και εκείνες (η «Επιτροπή βοήθειας του σχολείου της δεσποινίδας Τσουντά στην Ιαπωνία» όπως αυτοαποκαλούνταν) ανταποκρίθηκαν. 

Το καλοκαίρι επομένως του 1900 η Τσουντά παραιτήθηκε από την κυβερνητική της θέση και τον βαθμό της. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, αλλά ήταν «τώρα ελεύθερη» όπως έγραφε χαρακτηριστικά. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ίδρυσε, σε μία μισθωμένη κατοικία, την Αγγλική Σχολή Θηλαίων (女子英学塾), με δεκατέσσερις μαθήτριες και δασκάλες την ίδια και δύο σημαντικές της φίλες και την στήριξη της Όγιαμα, η οποία λόγω της υψηλής κοινωνικής της θέσης προσέδιδε σημαντικό κύρος. 

Στο σχολείο της προσφερόταν υψηλού επιπέδου εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας και παράδοσης, χωρίς όμως η εκπαίδευση να περιορίζεται εκεί. «Μην παραμελείτε άλλα θέματα» συμβούλευε τις μαθήτριές της, τις οποίες προετοίμαζε για τη δημόσια κρητική που ίσως το μέλλον έφερνε. Μια κρητική όμως που θα μπορούσαν να αποφύγουν με ορθή διαγωγή και σωστή ετικέτα όπως πίστευε. Έτσι, παρ’όλο που η σχολή της ήταν προοδευτική ως προς τον τρόπο διδασκαλίας, τηρούνταν η ιδέα της καλλιέργειας ορθών τρόπων συμπεριφοράς. Η Τσουντά δούλεψε σκληρά στην προώθηση του ρόλου της σχολής και τις ανταλλαγές με τις ΗΠΑ, ενώ είχε αναπτύξει ένα ευρύ κύκλο γνωριμιών που έπαιξαν συχνά καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες της.

Το πρώτο εξάμηνο οι εγγραφές υπερδιπλασιάστηκαν, παρά τις υψηλές απαιτήσεις εισαγωγής. Σύντομα νοικιάστηκε μεγαλύτερο κτήριο και σιγά σιγά οι δραστηριότητες εμπλουτίστηκαν. Το 1903 μετακόμισε, με την οικονομική υποστήριξη γυναικών εσωτερικού και εξωτερικού, στο κτήριο που θα το στέγαζε για τουλάχιστον τις δύο επόμενες δεκαετίες. Το 1904 η κυβέρνηση το αναγνώρισε ως «ειδικευόμενο σχολείο (専門学校)» (η υψηλότερη διαθέσιμη αναγνώριση τότε για ένα τέτοιου τύπου σχολείο) και από τον επόμενο χρόνο το υπουργείο παιδείας αναγνώριζε τις αποφοίτους του χωρίς να χρειάζεται να δίνουν εξετάσεις πιστοποίησης για την απόκτηση διδακτικής άδειας. 

Εκτός των άλλων και όσο το σχολείο της συνέχισε να αναπτύσσεται, η Τσουντά διορίστηκε και στην επιτροπή (όντας η μόνη γυναίκα) αξιολόγησης για το πιστοποιητικό αγγλικής διδασκαλίας και το 1905 έγινε η πρώτη πρόεδρος της Χριστιανικής Οργάνωσης Νεαρών Ιαπωνίδων (JYWCA). Παράλληλα, έκανε τις απαραίτητες διαδικασίες για να ανεξαρτητοποιηθεί νομικά από το νοικοκυριό του πατέρα της, άλλαξε το όνομά της σε Ούμεκο (梅子) και πήρε τον βαθμό 士族 (οικογένεια πολεμιστών/σαμουράι) που ο πατέρας της είχε απαρνηθεί πριν χρόνια..

Η σχολή της έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πνευματική καλλιέργεια των γυναικών στην Ιαπωνία. Προετοίμαζε τις μαθήτριές της για επαγγελματική πορεία και προωθούσε την αποστολή τους για σπουδές στην Αμερική (και όχι μόνο), με πολύ πιο συστηματοποιημένο τρόπο και σε μεγαλύτερη κλίμακα και αποτελεσματικότητα από παρόμοια ιδρύματα της περιόδου, όπως το Κολλέγιο Κόμπε (神神戸女学院). Πολλές από τις μαθήτριές της επέστρεφαν αργότερα και δίδασκαν οι ίδιες στη σχολή, παράλληλα με προσωπικότητες μη ιαπωνικής καταγωγής. 

Η ίδια ωστόσο, δεν φαίνεται πως προσπάθησε να ξεφεύγει από τα στάνταρ της εποχής και παρά την θέρμη της για την εκπαίδευση των γυναικών, δεν ξέφυγε από την επίσημη θέση, που ήθελε τη γυναίκα άξια σύζυγο φιλόδοξων ανδρών. Η γυναίκα θα έπρεπε να εκπαιδευτεί, όχι για να προκαλέσει το αντρικό φύλο, αλλά για να μπορεί να το υποστηρίξει καλύτερα και εν τέλει, μελλοντικά, να ενδυναμώσει τη θέση της στην κοινωνία. Να μπορεί να εκπληρώσει τον ρόλο της ως σοφή μητέρα και αξιόλογη σύζυγος. Η τέλεια ισορροπία στο σπιτικό της ήταν η ευγενέστερη της αποστολή, παρ’όλο που η ίδια θα θυσίαζε έτσι τον εαυτό της. Η Τσουντά είχε πλέον υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση απέναντι στους επικριτές της. 

Η ίδια δεν παντρεύτηκε ποτέ, ενώ συνήθιζε να μιλά με περηφάνια για το υψηλό ποσοστό των μαθητριών της που ακολουθούσε την διδακτική καριέρα. Διότι πέρα από τον ρόλο της συζύγου, κάθε γυναίκα θα έπρεπε να ειδικευτεί σε κάποιον τομέα ο οποίος θα μπορούσε να της αποφέρει εισόδημα σε περίπτωση ανάγκης ή σε περιπτώσεις όπως η δική της. Αυτό ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν θα διάβρωνε την θηλυκότητα της, όπως πολλοί ανησυχούσαν. Όταν όμως αναπόφευκτα κάποιες μαθήτριές της άρχισαν να έχουν μια πιο ακτιβιστική προσέγγιση ως προς τη κοινωνική θέση της γυναίκας, εκείνη δεν τις επιδοκίμαζε. Η νέα αυτή γενιά «εγωιστριών γυναικών» όπως τις αποκαλούσε, δεν προσέφερε τίποτα το ουσιαστικό υποστήριζε.

Η υγεία της χειροτέρεψε το 1917, όποτε και νοσηλεύτηκε με επιπλοκές του διαβήτη της. Το 1918 έχασε την Alice, η οποία την είχε στηρίξει σημαντικά σε όλη της την πορεία. Το 1919 υπέβαλε την παραίτησή της από την διοίκηση της σχολής. Παράλληλα, η Όγιαμα πέθανε στα εξήντα της από την επιδημία γρίπης που είχε ξεσπάσει. Μία εβδομάδα μετά, η Τσουντά υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και έξι μήνες αργότερα άλλο ένα, βαρύτερο, το οποίο την άφησε παράλυτη στο δεξί της χέρι. Τα επόμενα χρόνια έζησε αρκετά απομονωμένη. Ο Μεγάλος Σεισμός του Κάντο (1923) κατέστρεψε το κτίριο της σχολής της και τα επόμενα δύο χρόνια ήταν και πάλι μια φίλη της, η Anna Hartshorne (1860-1957) η οποία ανέλαβε να πάει στην Αμερική και να συγκεντρώσει χρήματα για την επανοικοδόμηση του. Τον Νοέμβρη του 1928 η Ούριου πέθανε από καρκίνο, στα εξήντα-εφτά της χρόνια. Η Τσουντά πέθανε τον Αύγουστο του 1929, εξήντα-τεσσάρων ετών. Οι στάχτες της μεταφέρθηκαν και βρίσκονται σήμερα στο έδαφος της σχολής της.

Σήμερα το Πανεπιστήμιο Τσουντά (津田塾大学) είναι ένα από τα σημαντικότερα ιδιωτικά πανεπιστήμια θηλέων της Ιαπωνίας. Η Τσουντά θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες στο χώρο της εκπαίδευσης, τόσο των γυναικών όσο και της χώρας γενικότερα. Η ίδια, συχνά αποθαρρύνθηκε από τις απαιτήσεις και τη στάση της κοινωνίας στην οποία έζησε ωστόσο, ποτέ δεν εγκατέλειψε το στόχο της. Συνέχισε στο δρόμο που οι φίλες της από την αποστολή Ιβακούρα, Ναγκάι και Γιαμακάουα, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν, παρά μόνο με την έμμεση υποστήριξή τους στις προσπάθειές της. Λίγο μετά την ίδρυση της σχολής της έγραφε: «Νιώθω αρκετά βέβαιη τώρα ότι η δουλειά μου θα κάνει κάποιο καλό και πως ίσως, η ζωή και το παράδειγμα μου δεν θα πάνε χαμένα ήταν η επιθυμία μου για πολλά χρόνια να γίνει έτσι, αλλά τώρα αισθάνομαι ότι μπορεί και να γίνει έτσι». Και έτσι όντως έγινε.

Η φιγούρα της θα κοσμεί το νέο χαρτονόμισμα των 5.000 γιεν, το οποίο θα κυκλοφορήσει το 2024.

Υποσημειώσεις

1 Είχε μάλιστα συνοδέψει, ως διερμηνέας, τον Φουκουζάουα Γιουκίτσι στο ταξίδι του στην Αμερική το 1867.
2 Από το 1971 πρώτος επίσημος αντιπρόσωπος της Ιαπωνίας στην Ουάσινγκτον, υπεύθυνος για την διαχείριση της αποστολής εκεί και αργότερα υπουργός παιδείας (1886-1889) της χώρας. 
3 Ζήτησε παράταση ενός έτους από την Ιαπωνική κυβέρνηση για να ολοκληρώσει τις σπουδές της. 
4 Υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας.
5 Η Alice δίδαξε αργότερα στο σχολείο της Τσουντά, ενώ εκτός των άλλων, υιοθέτησε και πήρε στην Αμερική την ανιψιά της, Ουατανάμπε Μίτσου.
6 Τα χρόνια εκείνα οι γυναίκες, πέρα από την ολοκλήρωση των έξι χρόνων υποχρεωτικής φοίτησης στο δημοτικό, είχαν την δυνατότητα να συνεχίσουν είτε σε σχολεία θηλέων, είτε σε εξειδικευμένα σχολεία εκπαίδευσης για δασκάλες. Το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο Τόχοκου (ιδρύθηκε το 1907), ήταν το μόνο που δεχόταν και γυναίκες φοιτήτριες. Έτσι η δυνατότητα απόκτησης πτυχίου σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, που έδιναν σχολές σαν της Τσουντά, αποτελούσε σημαντική ευκαιρία για τις γυναίκες της εποχής.