Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου, ο τελευταίος Σόγκουν

 

Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου. Φωτ.: Νομαρχιακό Ιστορικό Μουσείο του Ιμπαράκι

 

Ο Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου (徳川慶喜) γεννήθηκε το 1837, στο Έντο (σημερινό Τόκιο). Ήταν ο έβδομος γιος (από τα πολλά παιδιά) του ντάιμιο (τοπικός άρχοντας) της επαρχίας/οίκου των Μίτο (水戸藩, σήμερα τμήμα του νομού Ιμπαράκι), Τοκουγκάουα Ναριάκι (徳川 斉昭, 1800-1860)1. Ο πατέρας του, περιγράφεται ως ιδιαίτερα φιλόδοξος, θερμός υποστηρικτής της λεγόμενης «σχολής των Μίτο (Μιτογκάκου -水戸学)»2 και «ηγέτης» όσων την ακολουθούσαν. Η μητέρα του και σύζυγος του Ναριάκι, Γιοσίκο, προερχόταν από την αυτοκρατορική οικογένεια.

Ο οίκος των Μίτο ήταν ένας από τους τρεις βασικούς οίκους-παρακλάδια του οίκου των σόγκουν, των Τοκουγκάουα. Μαζί με τους οίκους Κίι και Οουάρι, οι τρεις αυτοί οίκοι ήταν γνωστοί ως Γκοσάνκε (徳川御三家)3. Ο Μίτο ήταν ο λιγότερο σημαντικός μεταξύ αυτών, εάν αναλογιστεί κανείς ότι είχε μικρότερο εισόδημα, χαμηλότερο κύρος, ενώ σε περίπτωση που ο βασικός οίκος των Τοκουγκάουα αποτύγχανε να δώσει διάδοχο, μπορούσαν να παραχωρήσουν έναν, μόνο οι οίκοι των Κίι και Όουαρι. Από την άλλη, η κεφαλή του οίκου των Μίτο είχε με τα χρόνια κερδίσει τον άτυπο τίτλο του «υπό-σόγκουν», καθώς έμενε μονίμως στο Έντο, όπως ο σόγκουν. Επιπλέον, η οικογένειά του ήταν η μόνη που απαλλασσόταν από την υποχρέωση του λεγόμενου συστήματος «Σάνκιν Κόταϊ»4.

Ο Γιοσινόμπου μεγάλωσε στο Μίτο, όπου μεταφέρθηκε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, λαμβάνοντας αυστηρή εκπαίδευση σαμουράι (μεταξύ άλλων στα κλασικά κείμενα της κινεζικής παράδοσης και του Κομφουκιανισμού, την καλλιγραφία, τις πολεμικές τέχνες). Λέγεται πως ο Ναριάκι είχε υψηλές προσδοκίες από τον μικρό Γιοσινόμπου (απογοητευμένος από τους προηγούμενους του γιους) και καθώς πίστευε ότι ένας ντάιμιο θα έπρεπε να είναι ανώτερος από έναν συνηθισμένο σαμουράι, φρόντιζε οι γιοι του να εκπαιδεύονται κατάλληλα. Ο Γιοσινόμπου δε, ως ένας γιος που θα μπορούσε να γίνει, στο μυαλό του Ναριάκι, ακόμη και σόγκουν μια μέρα, λάμβανε ακόμη αυστηρότερη εκπαίδευση5. Ο Γιοσινόμπου από την πλευρά του, φαίνεται πως αντιπαθούσε το διάβασμα. Ως παιδί, περιγράφεται ως απερίσκεπτος, απρόσεκτος και λίγο πονηρός. Τον χαρακτήριζαν το πείσμα και η επιμονή, ενώ του άρεσε να εξασκείται στις πολεμικές τέχνες. Καθώς μεγάλωνε, τον χαρακτήριζαν η προσοχή στη λεπτομέρεια, η ευστροφία και η ευγλωττία. Λέγεται πως ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός, αλλά καθόλου φιλόδοξος.

Το 1847, ύστερα από πρόταση του υψηλόβαθμου αξιωματούχου (老中) της κυβέρνησης Άμπε Μασαχίρο (阿部正弘, 1843-1857) στον Ναριάκι, αποφασίστηκε ο Γιοσινόμπου να γίνει διάδοχος του οίκου Χιτοτσουμπάσι, ενός από τους τρεις οίκους Γκοσάνκιο (βλέπε υποσημείωση 3). Ο Άμπε μάλιστα, είχε δηλώσει πως αυτή ήταν η επιθυμία του τότε σόγκουν, Τοκουγκάουα Ιεγιόσι (徳川 家慶, 1793-1853), ο οποίος ήταν πρακτικά θείος του Γιοσινόμπου, αφού η σύζυγός του ήταν αδερφή της μητέρας του. Έτσι, ο Γιοσινόμπου μετακόμισε στο Έντο. Τότε ήταν που του δόθηκε το όνομα Γιοσινόμπου (慶喜, συχνά προφερόταν και ως Κέικι).

Στο Έντο, συνέχισε την εκπαίδευσή του. Λέγεται ότι δεν του άρεσε να τον διδάσκουν άλλοι και πως προτιμούσε να αποκτά γνώσεις και δεξιότητες από μόνος του. Έτσι, όπως γράφει ένας από τους βιογράφους του (βλέπε *), σε κάθε τομέα έφτανε μέχρι εκεί που θα μπορούσε να φτάσει κάθε ικανός μαθητής, αλλά όχι παραπέρα. Υπάρχουν ακόμη, αρκετές ιστορίες που τον θέλουν συχνά να αναλαμβάνει ο ίδιος να δείξει στους υπηκόους του πώς να κάνουν κάποιο από τα καθήκοντα που τους αναθέτονταν.

Αξίζει εδώ επίσης, να αναφερθεί ότι οι σαμουράι στην υπηρεσία του σόγκουν έβλεπαν με καχυποψία την Μίτο, λόγω της θέσης και των απόψεών της. Παρ’όλα αυτά, ο Γιοσινόμπου γρήγορα απέκτησε μεγάλη φήμη, καθώς λεγόταν πως ο σόγκουν Ιεγιόσι τον έβλεπε με συμπάθεια και ως τον διάδοχό του (έναντι του αδύναμου γιου του, Ιεσάντα). Τον Ιούλιο του 1853 ωστόσο, ο Ιεγιόσι πέθανε.

Τον ίδιο μήνα, λίγες μέρες νωρίτερα (και ξανά το 1854), τα λεγόμενα «Μαύρα Πλοία» (黒船 – κουρομπούνε)6 , υπό τον Αμερικανό αρχιπλοίαρχο Μάθιου Πέρρυ, είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα στενά της Ουράγκα (ουσιαστικά την είσοδο για το Έντο), και μια περίοδος έντονου κοινωνικού και πολιτικού αναβρασμού για τη χώρα μόλις ξεκινούσε.

Η Ιαπωνία, λίγο μετά την έναρξη της περιόδου Έντο (1603-1867), είχε υιοθετήσει ένα σύστημα απομονωτισμού θα έλεγε κανείς, κλείνοντας τα σύνορά της, πέρα λίγων εμπορικών διαδρόμων στο Ναγκασάκι, το Έζο (βόρειο τμήμα του σημερινού Χοκάιντο) και το Βασίλειο Ριούκιου (σημερινή Οκινάουα). Ο 19ος αιώνας ωστόσο, έφερε μαζί του αυξανόμενες εξωτερικές πιέσεις για το άνοιγμα των συνόρων και τη σύναψη εμπορικών-πολιτικών συνθηκών. Το αποκορύφωμα αυτών λοιπόν ήταν η έλευση, των «Μαύρων Πλοίων», η οποία έκανε ξεκάθαρο στους ιάπωνες πως η πολιτική αυτή του απομονωτισμού δεν θα μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί, στο νέο διεθνές σκηνικό. Η αδυναμία μιας κεντρικής εξουσίας να απαντήσει ξεκάθαρα στην απειλή ήταν φανερή και έτσι, τα χρόνια που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν από εσωτερικές διαφωνίες, διαμάχες και σύγχυση για το ποια πορεία θα έπρεπε η χώρα να ακολουθήσει. Ήταν μια εποχή που η δυσπιστία και η ανησυχία στο εσωτερικό ήταν έντονες, ενώ η πολιτική ζωή βρισκόταν σε αναβρασμό. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε, σε ένα ευρύ φάσμα των ιαπωνικών πληθυσμιακών στρωμάτων, η απαίτηση του εκδιωγμού των ξένων στο όνομα του αυτοκράτορα, με τον Ναριάκι να είναι «ηγέτης» αυτών. Η πλέον γνωστή μορφή αυτής της ιδέας εκφράστηκε στο κίνημα Σον’νο Τζόι (尊王攘夷, τιμή στον αυτοκράτορα, απέλαση των βαρβάρων). Συχνά, οι υποστηριχτές τέτοιων ιδεών αποκαλούνταν και Σίσι (志士, άνδρες του σκοπού), ενώ πολλοί εξ’ αυτών είχαν ως βάση τους τη Μιτογκάκου.

Στο πλαίσιο αυτό, νέος σόγκουν ανέλαβε ο Τοκουγκάουα Ιεσάντα (徳川 家定, 1824-1858) και υπό τις οδηγίες της μητέρας του, ξεκίνησε να αντιμετωπίζει τον Γιοσινόμπου ως απειλή. Ο ίδιος ο Γιοσινόμπου φαίνεται πως δεν ενδιαφερόταν για τον τίτλο του σόγκουν. Υπήρχαν ωστόσο, σημαντικές προσωπικότητες που πίστευαν πως εάν γινόταν σόγκουν (ο Ιεσάντα δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά) θα μπορούσε να βγάλει την κυβέρνηση από την κρίση στην οποία βρισκόταν, υπό την απειλή και των ξένων δυνάμεων7. Ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του έγινε ο Ματσουντάιρα Γιοσινάγκα (松平 慶永, 1828-1890, αργότερα γνωστός ως Σούνγκακου – 春嶽), ντάιμιο της επαρχίας Έτσιζεν (αργότερα Φουκούι). Σύντομα, τον υποστήριζαν οι ντάιμιο ισχυρών επαρχιών όπως η Σατσούμα και η Τόσα. Ο Γιοσινόμπου φαίνεται πως ήταν κατά των όσων οργάνωναν ο πατέρας του και οι άλλοι ισχυροί άνδρες. Το 1857, ο Άμπε, ένας από τους υποστηρικτές του στην κυβέρνηση, πέθανε και έτσι, τα σχέδια τους χάλασαν.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από την πολιτική άνοδο του Ίι Ναόσουκε (井伊 直弼,1815-1860) στους κυβερνητικούς κύκλους, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από μελετητές μέχρι και ως «εικονικός δικτάτορας της Ιαπωνίας». Αυτή συνοδεύτηκε από την προώθηση της επιλογής ως διαδόχου του σόγκουν, του νεαρού Τοκουγκάουα Γιοσιτόμι (αργότερα Ιεμότσι -徳川 家茂, 1846-1866) και την αποδυνάμωση των υποστηρικτών του Γιοσινόμπου.

Το 1858 λοιπόν, ύστερα από τον θάνατο του Ιεσάντα, νέος σόγκουν ανέλαβε ο Ιεμότσι. Επιπλέον, την ίδια χρονιά, ο Ίι κανόνισε την υπογραφή της «Συνθήκης φιλίας και εμπορίου μεταξύ της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών (日米修好通商条約)», χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα. Η συνθήκη προέβλεπε, μεταξύ άλλων, το άνοιγμα του λιμανιού της Καναγκάουα (και άλλων τεσσάρων πόλεων) για εμπορικούς σκοπούς, παραχωρούσε το δικαίωμα της ετεροδικίας στους αμερικανούς πολίτες και καθόριζε διάφορους εμπορικούς όρους. Ο Γιοσινόμπου φαίνεται πως είχε εξοργιστεί με τον Ίι και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε το ζήτημα. Συναντήθηκε μάλιστα μαζί του για να του εκφράσει την δυσαρέσκειά του.

Παράλληλα, λάμβανε χώρα, υπό τον Ίι, η λεγόμενη «Άνσεϊ Εκκαθάριση (安政の大獄, 1858-1860)», ένα μέτρο ευρείας καταστολής όσων προσώπων και ομάδων αντιτίθονταν στην κυβέρνηση μπακούφου και τις πολιτικές της ή υποστήριζαν την επιστροφή της εξουσίας στα χέρια του αυτοκράτορα. Κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών, σημαντικός αριθμός προσώπων περιορίστηκε, φυλακίστηκε ή εκτελέστηκε. Μεταξύ αυτών πολλοί υποστηρικτές των Μίτο, ενώ ο ίδιος ο Γιοσινόμπου τέθηκε σταδιακά σε κατ’οίκον περιορισμό, όπως και ο Ναριάκι (στο Μίτο). Ένα από τα πλέον γνωστά θύματα της Εκκαθάρισης ήταν ο Γιοσίντα Σόιν (吉田 松陰, 1830-1859).

Το 1860, ο Ίι δολοφονήθηκε από ομάδα σαμουράι, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν αρκετοί από την Μίτο. Λίγο αργότερα, ο πατέρας του Γιοσινόμπου αρρώστησε και πέθανε επίσης. Η κατάσταση του Γιοσινόμπου8 άρχισε όμως να αλλάζει μόλις το 1862, όταν του επετράπη να δέχεται επισκέπτες και να αλληλογραφεί.

Πλέον, οι ισορροπίες είχαν αλλάξει και εκείνοι οι οποίοι υποστήριζαν την άνοδο του Γιοσινόμπου άρχισαν και πάλι να ασκούν πίεση. Έτσι, κατάφεραν να σταλθεί απεσταλμένος από το αυτοκρατορικό παλάτι (κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή, το οποίο αποδείκνυε ότι το κέντρο της εξουσίας πλέον μπορούσε να αλλάξει), ο οποίος με συνοδεία «στρατού» της Σατσούμα προώθησε μεταρρυθμίσεις (γνωστές ως «μεταρρυθμίσεις Μπούνκιου» -文久の改革), ενώ ο Γιοσινόμπου διορίστηκε κηδεμόνας του σόγκουν Ιεμότσι.

Ο Γιοσινόμπου, παρ’όλο που προερχόταν από την επαρχία της Μίτο, δεν συμφωνούσε με όσους υποστηρικτές του αναζητούσαν τον εκδιωγμό των βαρβάρων. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολλά δεινά για τη χώρα, πίστευε, καθώς η εποχή απαιτούσε την συνεργασία μεταξύ των εθνών. Η Ιαπωνία θα ντρόπιαζε τον εαυτό της εάν ακολουθούσε άλλο δρόμο. Οι υποστηρικτές του ωστόσο, άνηκαν κυρίως σε εκείνους οι οποίοι απαιτούσαν την κατάργηση της συνθήκης που ο Ίι αυθαίρετα είχε ολοκληρώσει και τον εκδιωγμό των ξένων. Έτσι, ο Γιοσινόμπου δεν μπορούσε να εκφράσει ανοιχτά τις απόψεις του αυτές.

Ο Γιοσινόμπου στο Κιότο. Φωτ.: wikipedia

 

Σύντομα (αρχές 1863) πήγε στο Κιότο, την έδρα του αυτοκρατορικού παλατιού και πλέον, το κέντρο των εξελίξεων. Εκεί, συναντήθηκε με σαμουράι και ευγενείς και μπόρεσε να αναλύσει την κατάσταση. Το πνεύμα των ακραίων σαμουράι είχε κατακλύσει την πόλη.

Σημαντικό ζήτημα τη στιγμή εκείνη ήταν δυνατότητα κλεισίματος του λιμανιού της Γιοκοχάμα και η απομάκρυνση των ξένων. Ο Γιοσινόμπου επέστρεψε πρόσκαιρα στο Έντο, για να μπορέσει να διαχειριστεί την κατάσταση και στο τέλος του έτους ήταν πάλι στο Κιότο. Εργάστηκε ώστε να ενισχύσει τη θέση του στο κέντρο λήψεων των αποφάσεων (ουσιαστικά στο παλάτι). Η φήμη του ωστόσο, χειροτέρεψε και δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι υποστήριζαν πως σχεδιάζει να ανατρέψει την κυβέρνηση και να αναλάβει ηγέτης. Χαρακτηριστικά, λέγεται ότι του είχε δοθεί το ψευδώνυμο «διπρόσωπος». Η στάση του που στο ζήτημα αυτό ήταν υπέρ του εκδιωγμού των ξένων, φαινόταν ύποπτη. Επιπλέον, ο Γιοσινόμπου είχε δείξει από νωρίς ενδιαφέρον για δυτικά πράγματα/συνήθειες (ιδίως από τη Γαλλία) και αρκετοί ήταν εκείνοι που γνώριζαν τις απόψεις του.

Αυτή ήταν και η περίοδος που ο Σιμπουσάουα Είτσι (渋沢 栄一, 1840-1931), με τη μεσολάβηση του Χιραόκα Ένσιρο (1822-1864), ο οποίος θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν το «δεξί χέρι» του Γιοσινόμπου, εντάχθηκε στην υπηρεσία του τελευταίου.

Την περίοδο αυτή επίσης, ακραίοι κύκλοι των σαμουράι, ιδίως δε της Τσόσιου, προκαλούσαν προβλήματα στην πόλη. Τον Σεπτέμβριο του 1863, έλαβε χώρα η λεγόμενη «Πολιτική Αναταραχή της 18ης Αυγούστου (八月十八日の政変)»9, κατά την οποία οι δυνάμεις (κυρίως) των Άιζου και Σατσούμα απώθησαν τους υποστηρικτές του κινήματος Σον’νο Τζόι, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τους κύκλους την Τσόσιου. Έτσι, οι δυνάμεις της επαρχίας εκδιώχθηκαν από το Κιότο και η Τσόσιου βρέθηκε σε θέση «εξόριστου».

Το επόμενο έτος (1864) έλαβε χώρα το λεγόμενο «Περιστατικό Ικέντα-για (池田屋事件)», κατά το οποίο οι δυνάμεις των Σινσενγκούμι (新選組)10 εισέβαλαν στο πανδοχείο Ικέντα-για, όπου σημαντικός αριθμός σαμουράι των επαρχιών Τσόσιου και Τόσα (σίσι και ρόνιν) πραγματοποιούσε συνάντηση ώστε να συζητηθούν τα επόμενα βήματα του «κινήματος». Το περιστατικό συνδέεται με την διάσημη διαφυγή του σαμουράι της Τσόσιου, Κιντό Τακαγιόσι (木戸 孝允, 1833-1877). Λίγο μετά το περιστατικό, ο Χιραόκα δολοφονήθηκε από εξοργισμένους σαμουράι της Μίτο.

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, έξω από τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, έλαβε χώρα το «Περιστατικό της Απαγορευμένης Πύλης (禁門の変)». Το περιστατικό αναφέρεται στις μάχες που ακολούθησαν την αποτυχημένη προσπάθεια μεγάλης ομάδας σαμουράι που υποστήριζαν το κίνημα Σον’νο Τζοι (προερχόμενων και πάλι κυρίως από την Τσόσιου) να πάρουν τον έλεγχο του παλατιού (για να επαναφέρουν την εξουσία στην αυτοκρατορική αυλή), έξω από την πύλη Χαμαγκούρι. Οι δυνάμεις του παλατιού, κυρίως δηλαδή των Σατσούμα (υπό τον Σάιγκο Τακαμόρι -西郷隆盛, 1828-1877) και Άιζου συγκρούστηκαν με τους «επαναστάτες», υπό τις οδηγίες του Γιοσινόμπου (ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του παλατιού), ωστόσο οι τελευταίοι, κατά τη διαφυγή τους έβαλαν φωτιά σε σημεία της πόλης, με αποτέλεσμα να καούν αρκετές κατοικίες και να χαθούν αρκετές ζωές (μεταξύ των οποίων πολλές της Τσόσιου). Το περιστατικό ακολούθησε η «1η εκστρατεία κατά της Τσόσιου» (09/1864), η οποία εν τέλει, έληξε χωρίς μάχη.

Το 1866 η υγεία του Ιεμότσι επιδεινώθηκε και σύντομα πέθανε. Είχε υποδείξει τον (μόλις δύο χρονών) Ταγιάσου Καμενόσουκε ως τον διάδοχό του. Ωστόσο, οι ανώτεροι της κυβέρνησης μπάκουφου ήθελαν τον Γιοσινόμπου, καθώς δεν υπήρχε άλλος υποψήφιος με ανάλογες ικανότητες και το χρονικό σημείο ήταν κρίσιμο για την επιβίωση του σογκουνάτου. Εκείνος αρχικά, επέμενε στη θέση του που έλεγε ότι δεν σκοπεύει να αναλάβει ως νέος σόγκουν. Ήταν άλλωστε, πολλοί εκείνοι οι οποίοι ένιωθαν βαθιά αντιπάθεια για αυτόν, ιδίως δε στην κυβέρνηση. Ήταν επίσης προφανές πως η κυβέρνηση μπάκουφου δεν θα μπορούσε να μείνει πια στην εξουσία για πολύ καιρό. Ο ρόλος του παλατιού είχε ενισχυθεί, υπό τις πιέσεις της εποχής και ο Γιοσινόμπου φαίνεται πως ήταν πεπεισμένος πως το παρόν σύστημα, με δύο κέντρα εξουσίας πια, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Δέχθηκε ωστόσο, να αναλάβει επικεφαλής του οίκου των Τοκουγκάουα. Στο πλαίσιο αυτό, επιχείρησε να ενισχύσει τη θέση του, με την ευκαιρία της «2ης Εκστρατείας κατά της Τσόσιου», αλλά απέτυχε. Με την άρνηση της Σατσούμα να συμμετάσχει, οι δυνάμεις του ήταν περιορισμένες.

Με αρκετή καθυστέρηση (περισσότερες από εκατόν πενήντα ημέρες μετά το θάνατο του προηγούμενου σόγκουν), τον Γενάρη του 1867, ορίστηκε ο 15ος Τοκουγκάουα Σόγκουν και δεν ήταν άλλος από τον Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου. Μετά από πιέσεις, ο Γιοσινόμπου υπέκυψε. Το μέλλον άλλωστε της κυβέρνησης μπάκουφου φαινόταν δυσοίωνο.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο αυτοκράτορας Κόμεϊ (孝明天皇, 1831-1867) πέθανε. Ο θάνατός του ήταν σημαντικό πλήγμα για την κυβέρνηση, καθώς ήταν ένας από εκείνους οι οποίοι υποστήριζαν τη λεγόμενη πολιτική «κόμπου γκατάι (公武合体)», η οποία ήταν υπέρ της ένωσης της αυτοκρατορικής με την στρατιωτική ηγεσία. Ο Κόμεϊ θεωρούσε την κυβέρνηση μπάκουφου αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Νέος αυτοκράτορας ανακηρύχτηκε ο γιος του (αργότερα αυτοκράτορας Μέιτζι -明治天皇, 1852-1912). Νεαρός ακόμη, μπορούσε εύκολα να χειραγωγηθεί και άτομα όπως ο ευγενής Ιουακούρα Τομόμι (岩倉 具視, 1825-1883)10 ή ο Οκούμπο Τοσίμιτσι (大久保 利通, 1830-1878), της Σατσούμα, δεν έχασαν ευκαιρία να προωθήσουν τους σκοπούς τους.

Ο Γιοσινόμπου βρισκόταν πλέον, ως σόγκουν, να παρακολουθεί και να αναλύει τις κινήσεις των αντιπάλων του, χωρίς ιδιαίτερα πολλούς συμμάχους στο πλευρό του. Από το Κιότο πια, όπου κυρίως έμενε τα χρόνια αυτά, προώθησε μεταρρυθμίσεις στην κυβέρνηση. Ένα από τα επίμαχα ζητήματα που έπρεπε να διαχειριστεί ήταν το άνοιγμα του λιμανιού στο Χιόγκο (σήμερα στο Κόμπε). Το λιμάνι του Χιόγκο είχε προσελκύσει την προσοχή των ξένων δυνάμεων λόγω της θέσης του (κοντά στο Κιότο και την Όσακα, κέντρο οικονομικής δραστηριότητας της χώρας). Η χώρα είχε δεσμευτεί (το 1858) να προχωρήσει στο άνοιγμά του ωστόσο, η απόφαση καθυστερούσε, καθώς αρκετοί ήταν εκείνοι οι οποίοι ήταν αντίθετοι στην κίνηση αυτή. Οι ξένες δυνάμεις πίεζαν και ο Γιοσινόμπου τις διαβεβαίωσε πως η χώρα θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Τελικά, το λιμάνι άνοιξε ύστερα από πίεση του Γιοσινόμπου.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι τα χρόνια αυτά προέκυπταν ζητήματα που είχαν να κάνουν με τις εξωτερικές δυνάμεις, καθώς ο σόγκουν συχνά θεωρούταν ο ανώτατος ηγέτης της χώρας, εκείνος ωστόσο, χρειαζόταν αυτοκρατορική επιβεβαίωση για οποιαδήποτε συμφωνία. Το γεγονός αυτό συχνά, μπέρδευε τους ξένους διπλωμάτες αλλά ταυτόχρονα, έφερνε σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση μπάκουφου, της οποίας η επιρροή και κύρος θέτονταν υπό αμφισβήτηση.

Παράλληλα, οι επαρχίες Σατσούμα και Τσόσιου, είχαν συνάψει (1866) συμμαχία (την λεγόμενη Σάτσιο Συμμαχία – 薩長同盟). Οι Οκούμπο και Σάιγκο από την πλευρά της Σατσούμα και ο Κιντό από την πλευρά της Τσόσιου, με τη μεσολάβηση του Σακαμότο Ριόμα (坂本 龍馬, 1836-1867), υπήρξαν οι βασικές φιγούρες αυτής, σκοπός της οποίας ήταν πτώση του σογκουνάτου, καθώς σε αυτή τη φάση, η κυβέρνηση αντιμετωπιζόταν πλέον ως εμπόδιο. Από την πλευρά της Τόσα, ο Γκότο Σότζιρο (後藤 象二郎, 1838-1897), πρότεινε ένα σχέδιο (που είχε εμπνευστεί ο Σακαμότο Ριόμα) ώστε να επιβιώσει ο οίκος Τοκουγκάουα, αλλά να χάσει την εξουσία ο σόγκουν, παραιτούμενος από αυτή. Η Τόσα λοιπόν, ξεκίνησε να προωθεί το σχέδιο. Παράλληλα, και πάλι ένας από τους πλέον κοντινούς υφιστάμενους του Γιοσινόμπου  δολοφονήθηκε από ακραίους σαμουράι. Η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπό του ήταν έντονη.

Ο Γιοσινόμπου δέχθηκε το σχέδιο. Ήξερε πως δεν είχε πια συμμάχους ικανούς να ενισχύσουν την επιρροή της κυβέρνησης. Ο ισχυρός οίκος άλλωστε των Τοκουγκάουα, του οποίου ήταν η κεφαλή, θα συνέχιζε να ασκεί πολιτική επιρροή και να ηγείται της νέας κυβέρνησης, σύμφωνα με το σχέδιο. Παραιτήθηκε συνεπώς (τον Νοέμβρη του 1867) και η αποκατάσταση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας ανακοινώθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1868 (Μέιτζι Παλινόρθωση). Η εξουσία επέστρεψε πάλι στα χέρια του αυτοκράτορα –ή μάλλον στα χέρια των ισχυρών ανδρών επαρχιών όπως οι Σατσούμα και Τσόσιου, οι οποίες είχαν καταφέρει να πάρουν τον έλεγχο (με την ανακοίνωση του «Μεγάλου Διατάγματος της Αποκατάστασης της Μοναρχίας -王政復古の大号令»).

Η ηγεσία της Σατσούμα (κυρίως) είχε ασκήσει πίεση, ώστε ο οίκος των Τοκουγκάουα να χάσει κάθε ισχύ, αλλά και τη γη που ήταν υπό τον έλεγχο του. Με την βοήθεια του Ιουακούρα, κανονίστηκε λοιπόν, να μη δοθεί ρόλος στον Γιοσινόμπου στη νέα κυβέρνηση. Του ζητήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, η επιστροφή της γης που ήταν υπό τον έλεγχο των Τοκουγκάουα. Έχοντας παραιτηθεί από τη θέση του αμαχητί, ο Γιοσινόμπου αισθάνθηκε προδομένος. Θέλοντας ωστόσο, να αποφύγει μια μάχη, υποχώρησε μαζί με τα στρατεύματα των επαρχιών Άιζου και Κουουάνα, στο κάστρο της Όσακα. Δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στο Κιότο.

Ένταση ωστόσο, ξέσπασε στο Έντο, μεταξύ ρόνιν (ή κατά κάποιους, υποτακτικών της Σατσούμα), οι οποίοι προκαλούσαν φθορές στην πόλη και δυνάμεων της πρώην κυβέρνησης, οι οποίες πυρπόλησαν την οικία της Σατσούμα. Η τελευταία, απαιτούσε την άμεση εκπλήρωση από τον Γιοσινόμπου των όσων είχαν ανακοινωθεί. Όταν η είδηση για το περιστατικό έφτασε στην Όσακα, τα στρατεύματα του Γιοσινόμπου εξοργίστηκαν και χωρίς να περιμένουν διαταγές από εκείνον, ετοιμάστηκαν για μάχη. Στη μάχη που έμεινε γνωστή ως «η μάχη Τόμπα-Φουσίμι (鳥羽・伏見の戦い)», οι δυνάμεις του Γιοσινόμπου υπέστησαν βαριά ήττα.

Ο Γιοσινόμπου, έφυγε κρυφά για το Έντο. Ο λόγος της απόφασής του αυτής δεν είναι ξεκάθαρος. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το έκανε για να αποφύγει περαιτέρω μάχες, άλλοι, ότι πήγε στο Έντο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις και άλλοι, υποστηρίζουν ότι το έκανε μέσα στην αγωνία του να μην αντιταχθεί στην αυτοκρατορική αυλή και στιγματιστεί ως προδότης. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι ήταν η πρώτη φορά που θα εισερχόταν στο κάστρο του Έντο από τότε που ορίστηκε σόγκουν. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις κήρυξαν τον Γιοσινόμπου προδότη και ξεκίνησαν εκστρατεία κατά των δυνάμεών του.

Ο Κάτσου Καϊσού (勝 海舟, 1823-1898), ως υπεύθυνος του στρατού του σόγκουν, ανέλαβε να διαπραγματευτεί απευθείας με τον Σάιγκο, οδηγώντας στη λεγόμενη «μη αιματηρή παράδοση» του Κάστρου του Έντο και σώζοντας την πόλη από την καταστροφή που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε εάν ξέσπαγαν μάχες. Μάχες οι οποίες ωστόσο έλαβαν χώρα (σε άλλες περιοχές της χώρας) και συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες (Πόλεμος Μποσίν -戊辰戦争, 1868-9), καθώς πολλοί υποτελείς του σόγκουν και την κυβέρνησης μπάκουφου, μη έχοντας ουσιαστικά άλλη διέξοδο, έχοντας ήδη χαρακτηριστεί εχθροί του αυτοκρατορικού θρόνου και στην πράξη, εγκαταλειφθεί από τον Γιοσινόμπου, αποφάσισαν να πολεμήσουν και πολλοί από αυτούς να πεθάνουν.

Ο Γιοσινόμπου δεν αντιτάχθηκε στις αποφάσεις. Είχε αποτραβηχτεί στον ναο Καν’έι-τζι (寛永寺), στην περιοχή Ουένο και αμέσως μετά την παράδοση του κάστρου στο Έντο, στο Μίτο, όπου τέθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό. Ο Κάτσου εξασφάλισε να του δοθεί χάρη και στη συνέχεια, ο Γιοσινόμπου εγκαταστάθηκε στη Σιζουόκα. Επιπλέον, ο Τοκουγκάουα Ιεσάτο (徳川 家達, 1863-1940) τον αντικατέστησε στην ηγεσία του οίκου Τοκουγκάουα.

Τοκουγκάουα Γιοσινόμπου. Φωτ.: National Diet Library, Japan

 

Τα επόμενα χρόνια, στη Σιζουόκα, ο Γιοσινόμπου τα πέρασε ήσυχα, μακριά από την πολιτική σκηνή. Βρισκόταν υπό την (οικονομική) προστασία του Ιεσάτο. Απέκτησε πολλά παιδιά12 τα χρόνια αυτά και ασχολήθηκε με πληθώρα χόμπι (όπως ψάρεμα, ιππασία, ζωγραφική, κέντημα, ποδηλασία, φωτογραφία). Λέγεται ότι αρνούνταν να συναντηθεί με παλιούς του υποτελείς, με εξαίρεση τους Σιμπουσάουα και Κάτσου (με τον οποίο ωστόσο δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις).

Το 1897 μετακόμισε στο Τόκιο, συνέχισε ωστόσο να κρατά τις αποστάσεις του από το παλάτι. Φαίνεται ότι παρ’όλο που πλέον είχε απαλλαχθεί από τις όποιες κατηγορίες, ο Γιοσινόμπου ένιωθε βαθιά αγανάκτηση που είχε τέτοια μεταχείριση, έχοντας παραιτηθεί οικειοθελώς από την εξουσία. Το 1898 όμως, επισκέφθηκε το παλάτι-πρώην κάστρο του σόγκουν, όπου τον υποδέχτηκε το αυτοκρατορικό ζεύγος και σταδιακά οι σχέσεις τους βελτιώθηκαν.

Το 1902, προκειμένου ο Γιοσινόμπου να μπορέσει να ξεκινήσει ξεχωριστό παρακλάδι της οικογένειας Τοκουγκάουα (徳川慶喜家), του απονεμήθηκε ο τίτλος του δούκα (公爵), όπως απαιτούσε ο νόμος. Έτσι, έγινε και μέλος της Άνω Βουλής (Βουλής των Λόρδων -貴族院). Παράλληλα, έγινε οικονομικά ανεξάρτητος. Σημαντικό τμήμα του εισοδήματός του φαίνεται πως προερχόταν από επενδύσεις που έκανε μέσω του Σιμπουσάουα.

Η ζωή του κυλούσε ήρεμα. Του άρεσε να παρακολουθεί την επικαιρότητα διαβάζοντας εφημερίδες. Έδειχνε ενδιαφέρον για νέα πράγματα και από τότε που εγκαταστάθηκε στο Τόκιο, όπου κυκλοφορούσαν τα πιο προηγμένα αγαθά της εποχής, άρχισε να ενδιαφέρεται ακόμη περισσότερο γι’ αυτά. Ήταν λ.χ. από τους πρώτους στη χώρα που απέκτησαν ιδιωτικό αυτοκίνητο (1911).

Το 1910, παρέδωσε τον τίτλο του δούκα στον γιο του και αποσύρθηκε. Το Φθινόπωρο του 1913, πέθανε από πνευμονία. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στον ναό Καν’έι-τζι του Ουένο. Ο τελευταίας σόγκουν είχε πεθάνει.

Η φήμη του, όσο ήταν πολιτικά ενεργός δεν ήταν καλή, αρχικά λόγω της καταγωγής του και στη συνέχεια, λόγω της ευφυΐας του στη διαχείριση των πολιτικών ζητημάτων. Ήταν άλλωστε ένας εξαιρετικός ηθοποιός, όπως αναφέρει ένας του βιογράφος. Του καταλογίζετε ακόμη, ότι δεν είχε την ευαισθησία να αναλογιστεί τις πράξεις του, οι οποίες συχνά στοίχιζαν τη ζωή σε υφισταμένους του. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ένιωθε έντονη απέχθεια για την Σατσούμα, καθώς όπως έλεγε, μονίμως υποκρινόταν, ενώ στο τέλος κάρφωσε πισώπλατα την κυβέρνηση μπάκουφου. Απ’ την άλλη, έβλεπε με συμπάθεια την Τσόσιου, καθώς παρ’όλο που ήταν κατά της κυβέρνησης, είχε σταθερή και ξεκάθαρη στάση, κάτι που ο Γιοσινόμπου εκτιμούσε.

Ο Γιοσινόμπου, ο 15ος και τελευταίος Τοκουγκάουα σόγκουν της Ιαπωνίας, χαρακτηρίζεται συχνά ως «θύμα της ιστορίας». Παρ’όλο που φαίνεται πως ήταν ένας εξαιρετικά χαρισματικός πολιτικός, η στιγμή για να λάμψει δεν βρέθηκε ποτέ. Συχνά, επαινείται για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την «έξοδό» του από την εξουσία, συμβάλλοντας στην ελαχιστοποίηση των (αν μη τι άλλο αναπόφευκτων) εντάσεων που συνόδεψαν τη μετάβαση στην νέα εποχή Μέιτζι. Η παραίτησή του θεωρείται από πολλούς η σημαντικότερη του συμβολή.

Υποσημειώσεις

1 Πήρε μάλιστα το όνομα Σιτσιρομάρο (七郎麻呂 – έβδομος γιος), καθώς ο Ναριάκι συνήθιζε να ονομάζει τους γιους του αριθμητικά.
2 Σχολή σκέψης που αναπτύχθηκε στη Μίτο, την εποχή του σόγκουν Τοκουγκάουα Μιτσουκούνι (徳川 光圀, 1628-1700) και αναπτύχθηκε με τα χρόνια. Ασχολήθηκε κυρίως με τη μελέτη του Σίν’το και της ιστορίας. Αποτέλεσμα των μελετών αυτών ήταν η σύνταξη του έργου Ντάι Νιχόν-σι (大日本史, Σπουδαία Ιστορία της Ιαπωνίας). Η Μιτογκάκου αποτέλεσε τη θεωρητική βάση του κινήματος Σον’νο Τζόι (尊王攘夷, τιμή στον αυτοκράτορα, απέλαση των βαρβάρων). Την εποχή του Ναριάκι, οι υποστηρικτές της Μιτογκάκου είχαν τη θέση πως η εξουσία του σόγκουν του έχει παραχωρηθεί από τον αυτοκράτορα, για τον οποίο έτρεφαν σεβασμό. Κατηγορούνταν μάλιστα συχνά, πως προωθούσαν την ανατροπή του σογκουνάτου και την επιστροφή στην άμεση αυτοκρατορική κυριαρχία.
3 Αργότερα προστέθηκαν οι οίκοι Γκοσάνκιο (御三卿), δηλαδή οι οίκοι Χιτοτσουμπάσι, Σιμίζου και Ταγιάσου, οι οποίοι όμως δεν είχαν γη, παρά μόνο ουσιαστικά την υποχρέωση «παραγωγής» απογόνων που θα μπορούσαν να γίνουν σόγκουν.
4 Κατά την περίοδο Έντο (1603-1867), εφαρμόστηκε το λεγόμενο σύστημα «Σάνκιν Κόταϊ (参覲交代, εναλλασσόμενη παρουσία)», σύμφωνα με το οποίο οι ντάιμιο όφειλαν να διατηρούν οικίες στην πρωτεύουσα Έντο, και να διαμένουν εκεί, εναλλάσσοντας χρονιές μεταξύ της περιφέρειάς τους και της πρωτεύουσας. Μάλιστα, οι οικογένειές τους έπρεπε να παραμένουν μονίμως στην οικία του Έντο. Το σύστημα αυτό επέτρεπε στον σόγκουν να ασκεί καλύτερο έλεγχο στους ντάιμιο.
5 Λέγεται λ.χ. πως επειδή πίστευε πως ένας άξιος σαμουράι πρέπει να κοιμάται εντελώς ίσια, ανάσκελα, μη όντας ευχαριστημένος από τη στάση ύπνου του γιου του, είχε διατάξει να καρφωθούν στις δυο πλευρές του μαξιλαριού του, σπαθιά.
6 Τέσσερα πολεμικά πλοία, εκ των οποίων δύο ατμόπλοια το 1853, εννέα πλοία το 1854 (τα τρία ατμόπλοια).
7 Μετά τις ΗΠΑ, χώρες όπως οι Γαλλία και Αγγλία ακολούθησαν, ζητώντας σύναψη συνθηκών με αντίστοιχους όρους.
8 Τον καιρό που έμεινε σε κατ’οίκον περιορισμό, αφοσιώθηκε στο διάβασμα. Αργότερα, θα δήλωνε πως όση γνώση είχε συγκεντρώσει από βιβλία, την χρωστούσε στον Ίι. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, μελετούσε την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, φυσιολογία, ενώ έκανε μέχρι και επισκευές στην οικία του.
9 Αναφέρεται στην ανάληψη δράσης, από φιλοκυβερνητικές δυνάμεις, για τον έλεγχο του αυτοκρατορικού παλατιού και τον περιορισμό των ριζοσπαστικών ομάδων σαμουράι που υποστήριζαν τον εκδιωγμό των ξένων από τη χώρα.
10 Οι Σινσεγκούμι αποτελούσαν μια ειδική αστυνομική δύναμη, η οποία δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση μπάκουφου το 1863. Ήταν ενεργή μέχρι το 1869.
11 Το 1862 είχε εξοριστεί από τα παλάτι.
12 Ο Γιοσινόμπου, όπως και ο πατέρας του, ήταν γνωστός γυναικάς. Σύζυγός του ήταν η Μικάκο (美賀子, 1835-1894) ωστόσο, είχε αρκετές παλλακίδες. Συνολικά, 21 παιδιά του επέζησαν μέχρι την ενηλικίωση.
* Το κείμενο στηρίχθηκε αρκετά στο βιβλίο «The Last Shogun: The Life Of Tokugawa Yoshinobu», του Shiba Ryōtarō.

 

Η αναδημοσίευση και χρήση του περιεχομένου του ιστότοπου ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, συμπεριλαμβανομένων κειμένων, φωτογραφιών και γενικά όλων των αρχείων του, δεν επιτρέπεται χωρίς την έγγραφη άδεια του GreeceJapan.com.