Κιντό Τακαγιόσι


Κιντό Τακαγιόσι | National Diet Library, Japan

 

Ο Κιντό, μαζί με τους Σάιγκο Τακαμόρι και Οκούμπο Τοσιμίτσι είναι γνωστοί ως οι «Τρεις Επιφανείς της Παλινόρθωσης (維新の三傑)». Όπως είχε αναφέρει ένας μελετητής, ο Κιντό ήταν ο ιδεολόγος της Παλινόρθωσης. Δεν ήταν στρατιωτικός ηγέτης, ούτε ένας πραγματιστής πολιτικός. Ήταν ένας πολιτικός και κριτής, ο οποίος σε μια εποχή που η χώρα άλλαζε με ραγδαίους ρυθμούς, έδειξε επιμονή και αποτέλεσε τη φωνή της αυτοσυγκράτησης. Ο ίδιος, αν και δεν γεννήθηκε ως σαμουράι, υπήρξε ένας αφοσιωμένος σαμουράι και πατριώτης. Η ζωή του, μια ζωή συναρπαστική, αλλά και σύντομη και εξοντωτική, έχει υπάρξει βάση συγγραμμάτων, σεναρίων σειρών και ταινιών, άνιμε και μάνγκα. Οι φίλοι των μάνγκα και άνιμε θα έχουν ίσως ακούσει το όνομά του στους γνωστούς τίτλους «Gintama» και «Rurouni Kenshin».

 

Ο Κιντό Τακαγιόσι (木戸 孝允) γεννήθηκε (ως Ουάντα Κόγκορο – 和田 小五郎)1 το 1833 στο Χάγκι, της επαρχίας Τσόσιου (τμήμα σήμερα του νομού Γιαμαγκούτσι). Ήταν ο πρώτος γιος του Ουάντα Μασακάγκε (和田 昌景), ενός τοπικού γιατρού (藩医)2, και της δεύτερης συζύγου του, Σέικο. Καθώς ωστόσο, ο σύζυγος της μεγαλύτερής του αδερφής (από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του) είχε υιοθετηθεί στην οικογένεια, ο Κιντό δεν αντιμετωπιζόταν ως η επόμενη κεφαλή του οίκου3.

Έτσι, το 1840 υιοθετήθηκε (養子) από τον οίκο σαμουράι των Κάτσουρα (桂家), πήρε το όνομα Κάτσουρα Κογκορό (桂 小五郎) και τα προνόμια της τάξης των σαμουράι (武士). Ύστερα από τον θάνατο του θετού του πατέρα (σχεδόν παράλληλα με την υιοθεσία του), το εισόδημα του οίκου μειώθηκε αισθητά [(από 150 κόκου ρυζιού4 σε 90, ως ποινή για υιοθεσία λίγο πριν το θάνατο (末期養子)]. Το επόμενο έτος, η θετή του μητέρα πέθανε επίσης και ο Κιντό σύντομα γύρισε πίσω στην οικογένειά του.

Φαίνεται πως μικρός, ο Κιντό ήταν ευαίσθητος και επιρρεπής στις αρρώστιες αλλά ταυτόχρονα, αρκετά δραστήριος και άτακτος. Λέγεται πως του άρεσε να αναποδογυρίζει τις βάρκες στον ποταμό Ματσουμότο. Μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια τον θέλει να πετάγεται μια μέρα από το νερό και να βάζει το χέρι του στην άκρη μιας βάρκας, με σκοπό να την αναποδογυρίσει, για να χτυπηθεί στο κεφάλι με ένα κουπί από έναν συγχυσμένο βαρκάρη. Με αίμα να τρέχει από το μέτωπό του, ο Κιντό, ανέβηκε στην ακτή και χαμογέλασε.

Ο Κιντό πέρασε τα νεανικά του χρόνια λαμβάνοντας σημαντική μόρφωση και αναπτύσσοντας τις μαχητικές του δεξιότητες. Φοίτησε στο Μέιρινκαν (明倫館), το οποίο ήταν το επίσημο και σημαντικότερο σχολείο της επαρχίας (αλλά και ένα από τα σημαντικά της χώρας). Ο ντάιμιο (τοπικός άρχοντας) της Τσόσιου, Μόρι Τακατσίκα (毛利 敬親, 1819-1871) τον επαίνεσε μάλιστα δύο φορές για τις ικανότητές του στην κλασική κινεζική γραμματεία και έτσι, ο Κιντό είχε από νωρίς αναπτύξει τη φήμη ενός ταλαντούχου νέου της επαρχίας. Το 1846 ξεκίνησε να εκπαιδεύεται στην ξιφασκία, στο ντότζο ενός από τους εκπαιδευτές της επαρχίας, ενώ μετά την ενηλικίωσή του το 1848, αφοσιώθηκε ακόμη περισσότερο στην τέχνη της. Το ίδιο έτος, η μητέρα του και η αδερφή του, Γιάεκο, πέθαναν από ασθένειες.

Το 1849 έγινε μαθητής του Γιοσίντα Σόιν (吉田 松陰, 1830-1859). Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι ο Κιντό δεν φοίτησε στο σχολείο του Σόιν, Σόκα Σόντζουκου (松下村塾), κάποιοι μελετητές τον θεωρούν ως έναν από τους πιο σπουδαίους μαθητές του τελευταίου, υποστηρίζονταν πως ήταν ο Σόιν εκείνος ο οποίος διαμόρφωσε τη σκέψη του. Την περίοδο αυτή, φαίνεται πως ο Κιντό ανέπτυξε την αφοσίωσή του στον αυτοκράτορα και την ιδέα ότι η κυβέρνηση μπάκουφου δεν νομιμοποιούταν πλέον να κατέχει την κεντρική εξουσία. Τότε ήρθε σε επαφή και με τη λεγόμενη «Πολεμική Σχολή Γιαμάγκα (山鹿流兵法)»5.

Φαίνεται πως Κίντο και Σόιν είχαν μια αρκετά καλή σχέση. Ο Σόιν συχνά λέγεται πως τον επαινούσε για τις ικανότητές του και έτρεφε συμπάθεια και εμπιστοσύνη για εκείνον. Ο Κιντό από την πλευρά του, παρ’όλο που δεν συμφωνούσε πάντα με τις απόψεις και πράξεις του Σόιν, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι το θάνατό του. Ο Κιντό φαίνεται πως ήταν πιο προσεκτικός από τον Σόιν, ενώ συχνά προσπάθησε να «προστατεύσει» τον δάσκαλό του από απερίσκεπτες πράξεις που θα επιδείνωναν τη θέση του ενάντια στην κυβέρνηση μπάκουφου. Ένα παράδειγμα ήταν να φροντίσει να εξαφανίσει κάποια από τα πιο ακραία γράμματα που έστελνε ο Σόιν από τη φυλακή. Ο Κίντο θρήνησε την εκτέλεση του Σόιν το 1859 και μαζί με άλλους μαθητές του φρόντισαν η σορός του να ταφεί κατάλληλα.

Το 1851 ο πατέρας του Κιντό πέθανε. Το 1852 πήγε στο Έντο (σημερινό Τόκιο), ούτως ώστε να σπουδάσει ξιφασκία. Εκεί, μπήκε στο ντότζο του Σάιτο Γιακουρό (斎藤 弥九郎, 1798-1871), Ρενπέικαν (練兵館), ένα από τα τρία μεγάλα ντότζο του Έντο (幕末江戸三大道場). Εντός ενός έτους, πήρε την άδεια-δίπλωμά του και έγινε ένας από τους επικεφαλής του ντότζο. Η φήμη του ως άξιου ξιφομάχου γρήγορα εξαπλώθηκε. Υπάρχουν διάφορες ιστορίες για μονομαχίες του με άλλους γνωστούς σαμουράι της εποχής. Σύμφωνα με μία από αυτές, οι Κιντό και Σακαμότο Ριόμα (坂本 龍馬, 1836-1867) μονομάχησαν το 1857 στο Έντο, με το σκορ να είναι 3-2 υπέρ του Κιντό. Στο Έντο, ο Κιντό ήρθε ακόμη, σε επαφή με ριζοσπαστικούς σαμουράι από την επαρχία Μίτο.

Πριν προχωρήσουμε, θα ήταν χρήσιμο να δούμε λίγο τα ιστορικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την πολυτάραχη αυτή περίοδο. Η Ιαπωνία, λίγο μετά την έναρξη της περιόδου Έντο (1603-1867), υιοθέτησε ένα σύστημα απομονωτισμού θα έλεγε κανείς, κλείνοντας τα σύνορά της, πέρα λίγων εμπορικών διαδρόμων στο Ναγκασάκι, το Έζο (βόρειο τμήμα του σημερινού Χοκάιντο) και το Βασίλειο Ριούκιου (σημερινή Οκινάουα). Ο 19ος αιώνας ωστόσο, έφερε μαζί του αυξανόμενες εξωτερικές πιέσεις για το άνοιγμα των συνόρων και τη σύναψη εμπορικών-πολιτικών συνθηκών. Το αποκορύφωμα αυτών ήταν η έλευση, το 1853 (και ξανά το 1854), στα στενά της Ουράγκα (ουσιαστικά την είσοδο για το Έντο), του Αμερικανού αρχιπλοίαρχου Μάθιου Πέρρυ και των λεγόμενων «Μαύρων Πλοίων» (黒船 – κουρομπούνε)6 που τον συνόδευαν, η οποία έκανε ξεκάθαρο στους ιάπωνες πως η πολιτική αυτή του απομονωτισμού δεν θα μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί, στο νέο διεθνές σκηνικό. Η αδυναμία μιας κεντρικής εξουσίας να απαντήσει ξεκάθαρα στην απειλή ήταν φανερή και έτσι, τα χρόνια που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν από εσωτερικές διαφωνίες, διαμάχες και σύγχυση για το ποια πορεία θα έπρεπε η χώρα να ακολουθήσει. Ήταν μια εποχή που η δυσπιστία και η ανησυχία στο εσωτερικό ήταν έντονες, ενώ η πολιτική ζωή βρισκόταν σε αναβρασμό. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε, σε ένα ευρύ φάσμα των ιαπωνικών πληθυσμιακών στρωμάτων, η απαίτηση του εκδιωγμού των ξένων στο όνομα του αυτοκράτορα. Η πλέον γνωστή μορφή αυτής της ιδέας εκφράστηκε στο κίνημα Σον’νο Τζόι (尊王攘夷, τιμή στον αυτοκράτορα, απέλαση των βαρβάρων). Συχνά, οι υποστηριχτές τέτοιων ιδεών αποκαλούνταν και Σίσι (志士, άνδρες του σκοπού).

Ο Κιντό έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την άφιξη των «Μαύρων Πλοίων», ύστερα από την οποία, ανατέθηκε στις δυνάμεις της Τσόσιου η φύλαξη της Ομόρι ακτογραμμής (大森海岸). Έτσι, ο Κιντό βρήκε την ευκαιρία να μεταμφιεστεί σε κυβερνητικό υπάλληλο για να πλησιάσει την περιοχή και να παρατηρήσει από κοντά τα πλοία της αποστολής του Πέρρυ. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε να μελετά ξένες γλώσσες και στοιχεία που δυτικού πολιτισμού. Υπό τον αξιωματούχο της κυβέρνησης Εγκάουα Χιντετάτσου (江川英龍, αλλιώς γνωστού και ως Ταροζάεμον – 太郎左衛門, 1801-1855), μελέτησε δυτικά οπλικά συστήματα και πυροβολική, και παρατήρησε την κατασκευή ενός ρωσικού πλοίου στη Σιμόντα. Μελέτησε επίσης, ναυπηγική υπό τον υποτελή της κυβέρνησης μπάκουφου (幕臣), Νακατζίμα Σαμπουρόσουκε (中島 三郎助, 1821-1869). Πρότεινε μάλιστα (και αργότερα, το 1856, επέβλεψε) την κατασκευή του πρώτου πολεμικού πλοίου δυτικού τύπου της Τσόσιου (παρόμοιου με εκείνο που είχε δει στη Σιμόντα). Και καθώς η γνώση του για τις εξωτερικές υποθέσεις μεγάλωνε, το ίδιο έκανε και η ανησυχία του για το μέλλον της Ιαπωνίας.

Κιντό Τακαγιόσι | National Diet Library, Japan

 

Το 1858 επέστρεψε στο Χάγκι και ξεκίνησε να υπηρετεί κανονικά ως σαμουράι της Τσόσιου επαρχίας. Ο Κιντό εξελίχθηκε ως κεντρική φιγούρα της Τσόσιου και ηγέτης των σαμουράι της και του κινήματος Σον’νο Τζόι. Συχνά γίνεται αναφορά στον ρόλο του ως διαμεσολαβητή, μεταξύ της γραφειοκρατίας των σαμουράι και των πιο ριζοσπαστικών στοιχείων της επαρχίας, κυρίως των νέων, κατώτερων κλιμακίων των σαμουράι της Τσόσιου, που υποστήριζαν το κίνημα Σον’νο Τζόι. Το 1862 ο Κιντό βρέθηκε υπό την υποψία του σογκουνάτου, για τους δεσμούς του με τους ριζοσπαστικούς κύκλους της επαρχίας Μίτο, μετά την απόπειρα δολοφονίας του αξιωματούχου της κυβέρνησης, Άντο Νομπουμάσα (安藤 信正, 1819-1871), από ομάδα πρώην σαμουράι της.

Το 1863, σε μια περίοδο που η Τσόσιου βρισκόταν στο επίκεντρο των εξελίξεων, του δόθηκε εντολή να πάει στο Κιότο. Εκεί, υπηρέτησε κυρίως ως επικεφαλής διπλωμάτης της Τσόσιου, για συζητήσεις με την αυτοκρατορική αυλή και άλλες επαρχίες. Τον Σεπτέμβριο ωστόσο, έλαβε χώρα η λεγόμενη «Πολιτική Αναταραχή της 18ης Αυγούστου (八月十八日の政変)»7, στο Κιότο, κατά την οποία οι δυνάμεις (κυρίως) των Άιζου και Σατσούμα απώθησαν τους υποστηρικτές του κινήματος Σον’νο Τζόι, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τους κύκλους την Τσόσιου. Οι δυνάμεις της επαρχίας επομένως εκδιώχθηκαν από το Κιότο και η Τσόσιου βρέθηκε σε θέση «εξόριστου». Το επόμενο έτος (1864), ο Κιντό πήγε ξανά στο Κιότο, κρυφά αυτή τη φορά, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα και άλλα μέσα, σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τη θέση της επαρχίας, κυρίως μέσα από συναντήσεις με σαμουράι άλλων επαρχιών.

Το έτος αυτό (1864) όμως, έλαβε χώρα το λεγόμενο «Περιστατικό Ικέντα-για (池田屋事件)», κατά το οποίο οι δυνάμεις των Σινσενγκούμι (新選組)8 εισέβαλαν στο πανδοχείο Ικέντα-για (Κιότο), όπου σημαντικός αριθμός σαμουράι των επαρχιών Τσόσιου και Τόσα (σίσι και ρόνιν) πραγματοποιούσε συνάντηση ώστε να συζητηθούν τα επόμενα βήματα του «κινήματος»9 . Ο Κιντό ωστόσο, γλύτωσε τη σύλληψη, καθώς δεν ήταν παρών την ώρα της εισβολής. Υπάρχουν πολλές εικασίες για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη την ημέρα και το γιατί ο Κιντό απουσίαζε. Σύμφωνα με το προσωπικό του ημερολόγιο10, ο ίδιος ήταν στη συνάντηση αυτή. Ο Κιντό ωστόσο, έφυγε από εκεί προτού να γίνει η επίθεση των στρατευμάτων των Σινσενγκούμι. Υπήρχαν όμως διάφορες φήμες ότι ο Κιντό είχε ενημερωθείτε για την επίθεση των Σινσεγκούμι από την ερωμένη του, την γκέισα Ικουμάτσου (幾 松), και έτσι είχε επιλέξει να μην εμφανιστεί ή ότι τη στιγμή της επίθεσης βγήκε έξω από το παράθυρο του επάνω ορόφου του πανδοχείου και διέφυγε από τις διπλανές στέγες. Το τελευταίο σενάριο τον θέλει να περνάει τις επόμενες πέντε ημέρες κρυμμένος κάτω από τη γέφυρα Νίτζο κατά μήκος του ποταμού Κάμο, επιβιώνοντας με τη βοήθεια και πάλι της ερωμένης του, η οποία του έφερνε μπάλες ρυζιού από το κατάστημα ενός εμπόρου από την Τσόσιου και αργότερα, τον βοήθησε να αποδράσει.

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, έξω από τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, έλαβε χώρα και το «Περιστατικό της Απαγορευμένης Πύλης (禁門の変)». Το περιστατικό αναφέρεται στις μάχες που ακολούθησαν την αποτυχημένη προσπάθεια μεγάλης ομάδας σαμουράι που υποστήριζαν το κίνημα Σον’νο Τζοι (προερχόμενων και πάλι κυρίως από την Τσόσιου) να πάρουν τον έλεγχο του παλατιού (για να επαναφέρουν την εξουσία στην αυτοκρατορική αυλή), έξω από την πύλη Χαμαγκούρι. Οι δυνάμεις των Σατσούμα (υπό τον Σάιγκο Τακαμόρι) και Άιζου συγκρούστηκαν με τους «επαναστάτες», ωστόσο οι τελευταίοι, κατά τη διαφυγή τους έβαλαν φωτιά σε σημεία της πόλης, με αποτέλεσμα να καούν αρκετές κατοικίες και να χαθούν αρκετές ζωές [μεταξύ των οποίων πολλές της Τσόσιου, συμπεριλαμβανομένου του υιοθετημένου γιου του Κιντό, Κάτσουρα Κατσουσάμπουρο (桂 勝三郎, 1847-1864)]. Ο Κιντό φαίνεται πως συμμετείχε στον σχεδιασμό, αλλά δεν ήταν παρών στην εξέγερση. Αναγκάστηκε και πάλι να κρυφτεί με την Ικουμάτσου. Το περιστατικό ακολούθησε η «1η εκστρατεία κατά της Τσόσιου» (09/1864)11.

Ο Κιντό διέφυγε, με τη βοήθεια του Χιρότο Τζίνσουκε (広戸甚助), ενός εμπόρου, στην πόλη Ιζούσι της επαρχίας Τατζίμα (σήμερα τμήμα του νομού Χιόγκο). Εκεί, αφού περιπλανήθηκε σε διάφορα σπίτια της οικογένειας Χιρότο και ναούς, νοίκιασε ο ίδιος ένα σπίτι και για κάποιους μήνες διατήρησε ένα κατάστημα ειδών γενικής χρήσης (荒物屋), υπό το όνομα Χιρόε Κόοσουκε. Φαίνεται πως για κάποιο καιρό κανείς από την Τσόσιου δεν γνώριζε που βρισκόταν.

Παράλληλα, η επαρχία της Τσόσιου, μετά και από τα συμβάντα στο Σιμονόσεκι12, βρισκόταν σε αναβρασμό, με τους ηγέτες της να έρχονται σε αντιπαράθεση με τη «νεότερη» γενιά σαμουράι, όπως οι Τακασούγκι Σίνσακου (高杉 晋作, 1839-1867), Ίτο Χιρομπούμι (伊藤 博文, 1841-1909) και Ομούρα Μασουτζίρο (大村 益次郎, 1824-1869). Ο Κιντό είχε ήδη έρθει σε επαφή με τον Ομούρα, ο οποίος σύντομα τον ενημέρωσε για την κατάσταση και ζήτησε την επιστροφή του. Ο Κιντό επέστρεψε στην Τσόσιου όπου, υπό τον Τακασούγκι έλαβε χώρα (1865) ένα «στρατιωτικό πραξικόπημα» (γνωστό ως功山寺挙兵). Οι αναταραχές στην επαρχία συνεχίστηκαν και ο Κιντό με τους Ομούρα και Τακασούγκι ανέλαβαν την διαχείριση της επαρχίας και την στρατιωτική της αναδιοργάνωση. Το 1865 ξεκίνησε επίσης να χρησιμοποιεί το όνομα Κιντό (木戸). Όντας καταζητούμενος από την κυβέρνηση του σογκουνάτου, μια τέτοια κίνηση ήταν απαραίτητη για να μπορεί να συνεχίσει να είναι ενεργός στα ζητήματα της επαρχίας.

Το επόμενο έτος (1866), οι επαρχίες Τσόσιου και Σατσούμα συμφώνησαν να ακολουθήσουν κοινή πορεία, σε μια κίνηση εξαιρετικής σημασίας για την πορεία της χώρας. Ο Κιντό από την πλευρά της Τσόσιου και οι Σάιγκο Τακαμόρι (西郷 隆盛, 1828-1877) και Όκουμπο Τοσιμίτσι (大久保 利通, 1830-1878) από την πλευρά της Σατσούμα, με τη μεσολάβηση του Σακαμότο Ριόμα, υπήρξαν οι βασικές φιγούρες της συμφωνίας αυτής. Στη λεγόμενη «2η εκστρατεία κατά της Τσόσιου» (1867), στην οποία η Σατσούμα αρνήθηκε να συμμετάσχει, οι κυβερνητικές δυνάμεις υπέστησαν βαριά ήττα και με το κλίμα να έχει αλλάξει, το σογκουνάτο γρήγορα κατέρρευσε. Η Παλινόρθωση Μέιτζι, όπου η εξουσία επέστρεψε πάλι στα χέρια του αυτοκράτορα –ή μάλλον στα χέρια των ισχυρών ανδρών επαρχιών όπως οι Σατσούμα και Τσόσιου- ήταν πλέον γεγονός.

Η νέα εποχή Μέιτζι (1868-1912) έφερε μαζί της ραγδαίες αλλαγές, αλλά και προκλήσεις και ο Κιντό βρέθηκε και πάλι στο κέντρο των εξελίξεων, αναλαμβάνοντας σημαντικές θέσεις και εργαζόμενος για τον εκμοντερνισμό της χώρας και την ενδυνάμωσή της. Σύντομα, έγινε σύμβουλος του αυτοκράτορα (参議) και συνέβαλε στη σύνταξη του «Όρκου των Πέντε Άρθρων (五箇条の御誓文)» (1868)13.

Το 1868, η ερωμένη του Κιντό, Ικουμάτσου, υιοθετήθηκε στην οικογένεια του σαμουράι Όκαμπε Τομιτάρο (岡部 富太郎, 1840-1895) και αργότερα μέσα στη χρονιά, έγινε σύζυγός του και πήρε το όνομα Κιντό Μάτσουκο (木戸 松子, 1843-1886). Από τον επόμενο χρόνο (1869) ο Κιντό ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το όνομα Κιντό Τακαγιόσι (木戸 孝允).

Την ίδια χρονιά ενεπλάκη και με τα σχέδια κατασκευής του ναού «Τόκιο Σοκόνσα (東京招魂社)» –αργότερα γνωστού ως «Ναός Γιασουκούνι (靖国神社)»- που θα αποτελούσε ένα μνημείο για τους νεκρούς του πολέμου της Παλινόρθωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κιντό είχε προτείνει ο ναός αυτός να ανοικοδομηθεί στην περιοχή Ουένο, μια πρόταση που ωστόσο απορρίφθηκε για πρακτικούς λόγους, αλλά και για το γεγονός ότι στο σημείο, πέρα από τους νεκρούς οι οποίοι είχαν υποστηρίξει τον αυτοκράτορα κατά τις μάχες της Παλινόρθωσης, είχαν χάσει τη ζωή τους αρκετοί υποστηριχτές της κυβέρνησης μπάκουφου και το σημείο θεωρούταν δυσοίωνο. Έτσι, αναζητήθηκε ένα ποιο ευοίωνο σημείο, από τον Ομούρα, ο οποίος σύντομα θα γινόταν υφυπουργός του νέου υπουργείου στρατού (兵部省).

Το 1871 ο Κιντό συμμετείχε στην λεγόμενη «Αποστολή Ιουακούρα (岩倉使節団, 1871-73)», κατά την οποία ομάδα Ιαπώνων (μεταξύ των οποίων προσωπικότητες όπως Τσουντά Ούμεκο, Όκουμπο Τοσιμίτσι, Ίτο Χιρομπούμι), ταξίδεψε σε Ευρώπη και ΗΠΑ, για εκπαιδευτικούς και διπλωματικούς σκοπούς (όπως η διαπραγμάτευση των άνισων συνθηκών που υπεγράφησαν την δεκαετία του 1850 με χώρες της Δύσης). Στον Κιντό είχε αναθέσει η μελέτη των κυβερνήσεων της Ευρώπης και της Αμερικής, καθώς και των εκπαιδευτικών και στρατιωτικών τους συστημάτων.

Αρχικά, φαίνεται πως ο Κιντό ήταν διστακτικός ως προς τις δυτικές επιρροές, καθώς θεωρούσε πως ο ανεξέλεγκτος και υπερβολικός δανεισμός στοιχείων από την Δύση θα μπορούσε να διαβρώσει την ουσία του ιαπωνικού πολιτισμού, ακόμη και την ανεξαρτησία του έθνους. Είχε λ.χ. ασκήσει κριτική στον νεαρό τότε διπλωμάτη Μόρι Αρινόρι (森 有礼, 1847-1889), για το ότι είχε υποκύψει «στη μόδα για τα δυτικά πράγματα». Σύντομα ωστόσο, ξεκίνησε να εκτιμάει τους πολιτικούς θεσμούς της δύσης (πάντα βεβαίως με μια περιορισμένη αποδοχή των όσων πρέσβευαν για το εσωτερικό της χώρας).

Ο Κιντό λοιπόν, τάχθηκε υπέρ μιας συνταγματικής μοναρχίας, η οποία ωστόσο, στην Ιαπωνία θα εδραιωνόταν σταδιακά. Σε πρώτη φάση, οι αδαείς μάζες χρειάζονταν καθοδήγηση, την οποία θα τους παρείχε η ολιγαρχική ελίτ. Επιπλέον, η καθολική εκπαίδευση ήταν καθοριστική για την καθιέρωση ενός γνήσιου συστήματος αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης, και ως εκ τούτου, αυτή θα έπρεπε να προηγηθεί. Ο ρόλος της εκπαίδευσης θα ήταν διπλός: θα αύξανε το ενδιαφέρον των πολιτών για τα δημόσια ζητήματα και παράλληλα, θα παρήγαγε άντρες ταλέντου για τη στελέχωση της κυβέρνησης. Ο Κιντό υποστήριζε τη στελέχωση της διοίκησης με βάση τις ικανότητες των ατόμων και όχι την καταγωγή ή το οικογενειακό τους υπόβαθρο. Με την θέση του αυτή ωστόσο, έλαβε την κρητική των σαμουράι της Τσόσιου. Τέλος, η πρακτική συνελεύσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο θα έπρεπε επίσης να προηγηθεί. Ο Κιντό ήταν ακόμη, υποστηριχτής της διάκρισης των εξουσιών. Η διάκριση των καθηκόντων μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών ήταν μια θεμελιώδης αρετή των «διαφωτισμένων χωρών» της Δύσης, έγραφε ο Κιντό στο ημερολόγιό του. Αυτό όμως ήταν κάτι το οποίο απουσίαζε από την Ιαπωνία.

Η συνολική συμβολή του Κιντό στην πολιτική μεταρρύθμιση της χώρας ήταν σημαντική. Ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις για σχηματισμό πολιτικών οργάνων ενώ, μέχρι τον θάνατό του, ανέλαβε διάφορες πολιτικές θέσεις. Η επιρροή του Κιντό στη διοίκηση όμως, είχε αρχίσει να μειώνεται μετά την επιστροφή του στην Ιαπωνία (1873). Επιπλέον, όπως έγραψε ένας μελετητής, τα πολλά χρόνια του στη εξουσία τον είχαν μαλακώσει. Ο Κιντό δεν ήταν πια ο νεαρός με τις εξτρεμιστικές τάσεις. Σε αυτό συνέβαλε βεβαίως και η επαφή του με τη Δύση.

Το 1873 λ.χ., ο Κιντό ήρθε σε αντιπαράθεση με τον άλλοτε συναγωνιστή του, Σάιγκο. Ο Σάιγκο υποστήριζε σθεναρά μια βίαιη εκστρατεία στην Κορέα, ο Κιντό όμως διαφωνούσε με μια τέτοια κίνηση. Ο Κιντό παλαιότερα είχε εκφράσει θετική άποψη για μια (βίαιη ή μη) εκστρατεία κατά της Κορέας ωστόσο, επιστρέφοντας το 1873 από το ταξίδι του, έβλεπε τώρα αρνητικά μια τέτοια εκστρατεία. Πίστευε πως αυτή θα ενίσχυε τις φεουδαλικές και μιλιταριστικές δυνάμεις της χώρας, ενώ θα υποβάθμιζε την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης. Ο Κιντό επίσης, πίστευε βαθιά στην εσωτερική μεταρρύθμιση, η οποία θα βελτίωνε τις συνθήκες στην ίδια τη χώρα. Όπως έγραφε, «οι εσωτερικές υποθέσεις είναι βασικές και τα εξωτερικά θέματα έρχονται τελευταία». Το να φορολογηθούν λ.χ. οι πολίτες για την χρηματοδότηση του πολέμου που ο Σάιγκο υποστήριζε, θα επιδείνωνε την ήδη εξαθλιωμένη αγροτιά, ενώ θα διατάραζε την σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας.

Το 1874 ωστόσο, παραιτήθηκε από την θέση του ως συμβούλου, διαμαρτυρόμενος για την εκστρατεία στην Ταϊβάν. Το 1875, ύστερα από την λεγόμενη «Διάσκεψη της Όσακα (大阪会議)»14, ο Κιντό επέστρεψε στην παλιά του θέση, ενώ συμφώνησε να γίνει πρόεδρος του Συμβουλίου των Νομαρχών, η δημιουργία του οποίου είχε αποφασιστεί στη Διάσκεψη.

Το 1876, εργαζόμενος πλέον στο υπουργείο της αυτοκρατορικής οικίας (宮内省), ο Κιντό συνόδευσε τον Αυτοκράτορα Μέιτζι σε μία από τις περιοδείες-επιθεωρήσεις του στη βόρεια Ιαπωνία. Στο ταξίδι του αυτό, ο Κιντό συνειδητοποίησε την έκταση της αντίθεσης που έβρισκε κανείς ανάμεσα στις εξαθλιωμένες αγροτικές περιοχές και τις μεγάλες πόλεις. Ο φόρος επί της γης επιβάρυνε τους φτωχούς αγρότες σε υπερβολικό βαθμό, πίστευε ο Κιντό. Ο Κιντό ενδιαφερόταν γενικότερα για τις οικονομικές πολιτικές που η κυβέρνηση θα ακολουθούσε. Στο ταξίδι του στη Δύση είχε δει αρκετή φτώχεια και εξαθλίωση. Παρ’όλο που λ.χ. δεν ήταν αντίθετος στην κρατική χρηματοδότηση της εκβιομηχάνισης που η κυβέρνηση προωθούσε, αντιτάχθηκε στην εκβιομηχάνιση με βάση έναν βαρύ φόρο επί της γης. «Το έθνος βασίζεται στους ανθρώπους του», έγραφε και «η κυβέρνηση υπάρχει για να διευκολύνει τις τύχες τους». Περιέγραφε την Ιαπωνία σαν έναν ζωντανό οργανισμό όπου: οι νομοί ήταν τα άκρα, η κεντρική κυβέρνηση το κεφάλι, ενώ το αίμα κυκλοφορούσε με τη μορφή του χρήματος. Κατά τα προηγούμενα χρόνια λοιπόν, η κυβέρνηση είχε συλλέξει από τους νομούς χρήματα και πλούτη τα οποία δεν είχε επιτρέψει να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων αυτών των περιοχών, περιοχών που γίνονταν μέρα με τη μέρα, όλο και πιο φτωχές, σαν όλο το αίμα να είχε συγκεντρωθεί στο κεφάλι. Για αυτό και βλέπουμε τον Κιντό να στηρίζει πλέον την αποκέντρωση της εξουσίας.

Ο Κιντό εργάστηκε επίσης για την κατάργηση του συστήματος των επαρχιών (χαν) και την καθιέρωση νομών υπό μια κεντρική διοίκηση. Η κατάργηση των επαρχιών και η αντικατάστασή τους με ένα σύστημα νομών, υπό τη δικαιοδοσία της νέας κυβέρνησης, ήταν μια πολιτική που στην ουσία κατήργησε τους υπάρχοντες οίκους. Έτσι, σαμουράι -φεουδαρχικοί στην πράξη- οίκοι, ενεργοί επί γενιές [κάποιοι άρχοντες εγκατέλειψαν ακόμη και περιοχές που είχαν στην κατοχή τους από την περίοδο Καμακούρα (1183-1333)] σε όλη την επικράτεια, έχασαν τη δύναμη (οικονομική και στρατιωτική) που κατείχαν. Προς το τέλος της ζωής του όμως, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο Κιντό φαίνεται πως άρχισε να υποστηρίζει ένα σύστημα πιο αποκεντρωμένης διοίκησης, όπου τοπικά συμβούλια και διοικήσεις θα μπορούσαν να έχουν λόγο στις αποφάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, ο Κιντό παρέμεινε ανήσυχος για την τύχη των συντρόφων του σαμουράι μέχρι το τέλος της ζωής του και συχνά, πρότεινε πολιτικές οι οποίες δεν θα οδηγούσαν την τάξη των σαμουράι σε εξαθλίωση. Υπό το νέο σύστημα, οι πρώην σαμουράι θα έχαναν τον μισθό τους και υπήρχαν διάφορες συζητήσεις για το ποια διαδικασία θα έπρεπε να ακολουθηθεί. «Οι μισθοί των σαμουράι είναι σαν … ιδιωτική περιουσία, οπότε δεν μπορούμε ξαφνικά να στερήσουμε [τους σαμουράι] από αυτούς… Οι σαμουράι δεν είναι εγκληματίες, είναι υπήκοοι της αυτοκρατορίας», υποστήριζε χαρακτηριστικά ο Κιντό. Είχε καταθέσει την πρότασή του για τη σταδιακή κατάργηση τους, όπου πρότεινε τη συνέχιση της καταβολής των δύο τρίτων των μισθών στους σαμουράι, για μια περίοδο είκοσι ετών, και τη συσσώρευση του υπόλοιπου ποσού ως επιχειρηματικού κεφαλαίου το οποίο θα τους ήταν διαθέσιμο στο τέλος της εικοσαετίας. Στο τέλος όμως, ακολουθήθηκε μια πολιτική εθελοντικής (αρχικά, υποχρεωτικής από το 1876) συμμετοχής στο πρόγραμμα μετατροπής των μισθών σε κρατικά ομόλογα και φορολόγησης, παρά τις αντιρρήσεις του Κιντό. «Τώρα, εάν ληστέψουμε δύο ή τρία εκατομμύρια [σαμουράι και τις οικογένειές τους] από τρόφιμα και ρουχισμό … θα εξαλείψουμε τον πατριωτισμό στην πείνα και το κρύο τους» υποστήριζε. Ήταν σημαντικό να αφήσουμε χρόνο, σε όλες να τάξεις, να εκπαιδευτούν στις νέες συνθήκες, επέμενε ο Κιντό. Και συνέχισε να προσπαθεί να προωθήσει μια όσο το δυνατόν ευνοϊκότερη πολιτική για τους σαμουράι. Το 1876 έγραφε χαρακτηριστικά, πως η φτώχεια των σαμουράι θα επηρέαζε αρνητικά την οικονομία ολόκληρου του έθνους, όταν κυβερνητικοί ηγέτες «καθισμένοι στην πολυτέλεια της μεγάλης μητρόπολης … δεν αντιλαμβάνονται σαφώς τις συνθήκες που επικρατούν στις αγροτικές περιοχές». Εν τέλει, οι εκκλήσεις του Κιντό δεν εισακούστηκαν.

Ο Κιντό ήταν ένας ιδιαίτερα πολυάσχολος άνθρωπος, κάτι το οποίο αποδεικνύεται και μέσα από την ανάγνωση του προσωπικού του ημερολογίου. Σε καθημερινή βάση είχε συναντήσεις και επικοινωνίες με δεκάδες άτομα, κάθε λογής: πολιτικούς, ξένους επισκέπτες, καλλιτέχνες, ποιητές, ιερείς, τεχνίτες, γκέισες κ.α.. Σε αυτόν απευθύνονταν πολλοί για βοήθεια σε ζητήματα όπως δανεισμός, διακανονισμός χρεών, οικογενειακά προβλήματα, ταξίδια. Εκείνος επίσης, φρόντιζε να κρατάει επαφές με σημαντικές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής και όχι μόνο. Παρακολουθούσε τις εξελίξεις από κοντά, ήταν παρών σε τελετές, πήγαινε για ψώνια, επισκεπτόταν ό,τι είχε ενδιαφέρον. Παράλληλα, ο ίδιος, ως λάτρης της τέχνης και των εκδηλώσεων επισκεπτόταν συχνά αντικερί ή συναντούσε συλλέκτες και εμπόρους κεραμικών κ.α. αντικειμένων για τις συλλογές του. Συνέθετε ποίηση και ασχολούταν με την καλλιγραφία. Ήταν λάτρης του ποτού, σε υπερβολικό βαθμό, και του καλού φαγητού και δεν έχανε ευκαιρία να διασκεδάσει τον εαυτό του.

Πολλοί μελετητές αποδίδουν την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ του Κιντό στις πιέσεις και τα άγχη που ο ρόλος του στις δημόσιες υποθέσεις συνεπαγόταν. «Ανησυχώ μέρα και νύχτα για το μέλλον της χώρας μου» έγραφε σε μία του καταχώρηση. «Κάθε αφοσιωμένος πατριώτης θα έπρεπε να ανησυχεί για τη σωτηρία της χώρας του τη στιγμή της κρίσης. Ωστόσο, πόσοι είναι οι πραγματικά πατριώτες;» συνέχιζε. Ο ίδιος συχνά ανέφερε πως ένιωθε τύψεις που ο ίδιος ζούσε ακόμη, όταν οι περισσότεροι από τους συντρόφους του είχαν χάσει τη ζωή τους στην πορεία των πολυτάραχων χρόνων της Παλινόρθωσης. Συχνά μια ανάμνησή τους του έφερνε δάκρυα στα μάτια. Παράλληλα, «έχω υποχρέωση στους ανθρώπους αυτής της επαρχίας» έγραφε το 1874 για την Τσόσιου. Ο Κιντό φαίνεται πως ποτέ δεν ξέχασε την ιδιότητά του ως σαμουράι από την Τσόσιου. Φαίνεται ωστόσο, ότι συχνά ο ίδιος βρισκόταν σε έντονη εσωτερική σύγκρουση μεταξύ της αφοσίωσής του στην Τσόσιου και του ευρύτερου συμφέροντος της χώρας. Έγραφε συχνά λ.χ. για το ότι έπρεπε να πολεμάει φήμες για το ότι είχε προδώσει τους παλιούς του συντρόφους.

Το 1877, ο Κιντό πέθανε στο Κιότο. Η ακριβής αιτία θανάτου του δεν είναι γνωστή ωστόσο, πιστεύεται ότι η υγεία του ήταν καταπονημένη, τόσο λόγω σωματικής όσο και ψυχικής εξάντλησης. Λέγεται πως, καθώς κατέρρεε, έπιασε το χέρι του Όκουμπο και τα τελευταία του λόγια ήταν «δεν φτάνει πια Σάιγκο; (西郷、いいかげんにせんか)»15, αλλά και κάτι για το μέλλον της κυβέρνησης.

Ο Κιντό, μαζί με τους Σάιγκο Τακαμόρι και Οκούμπο Τοσιμίτσι16 είναι γνωστοί ως οι «Τρεις Επιφανείς της Παλινόρθωσης (維新の三傑)». Όπως είχε αναφέρει ένας μελετητής, ο Κιντό ήταν ο ιδεολόγος της Παλινόρθωσης. Δεν ήταν στρατιωτικός ηγέτης, ούτε ένας πραγματιστής πολιτικός. Ήταν ένας πολιτικός και κριτής, ο οποίος σε μια εποχή που η χώρα άλλαζε με ραγδαίους ρυθμούς, έδειξε επιμονή και αποτέλεσε τη φωνή της αυτοσυγκράτησης. Ο ίδιος, αν και δεν γεννήθηκε ως σαμουράι, υπήρξε ένας αφοσιωμένος σαμουράι και πατριώτης. Η ζωή του, μια ζωή συναρπαστική, αλλά και σύντομη και εξοντωτική, έχει υπάρξει βάση συγγραμμάτων, σεναρίων σειρών και ταινιών, άνιμε και μάνγκα. Οι φίλοι των μάνγκα και άνιμε θα έχουν ίσως ακούσει το όνομά του στους γνωστούς τίτλους «Gintama» και «Rurouni Kenshin».

Υποσημειώσεις

1 Ο Κίντο, όπως ήταν σύνηθες για την εποχή, χρησιμοποίησε διάφορα ονόματα καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του. Γεννήθηκε ως Ουάντα Κόγκορο, ύστερα από την υιοθεσία του έγινε Κάτσουρα Κόγκορο. Τα χρόνια της Παλινόρθωσης Μέιτζι ήταν γνωστός ως Κίντο Τζουνιτσίρο και λίγο αργότερα ως Κίντο Τακαγιόσι. Οι δυο χαρακτήρες που αποδίδουν το «Τακαγιόσι», συχνά διαβάζονται και ως «Κόιν».
2 Παρ’όλο που το επίσημο εισόδημα του πατέρα του, ως γιατρού της επαρχίας, ήταν μικρό (20 κόκου – βλέπε σημ.4) φαίνεται πως η οικογένεια ήταν αρκετά ευκατάστατη.
3 Συχνά αναφέρεται από μελετητές του και πως το γεγονός ότι ήταν ευαίσθητο παιδί, έκανε την οικογένειά του να μη τον προορίζει για αρχηγό της οικογένειας.
4 Την εποχή Έντο (1603-1867) το εισόδημα των σαμουράι οίκων (στενά συνδεδεμένο βέβαια και με τη δύναμη τους) υπολογιζόταν σε κόκου ρυζιού, που αντιστοιχεί στην ποσότητα ρυζιού που απαιτείται για να καλύψει ένας ενήλικας την ετήσια βασική διατροφική του ανάγκη.
5 Βασισμένη στα διδάγματα του Γιαμάγκα Σόκο (山鹿 素行, 1622-1685). Ο Γιαμάγκα ήταν μελετητής του Κομφουκιανισμού και η σκέψη του έγινε ο κεντρικός πυρήνας αυτού που αργότερα έγινε γνωστό ως Μπουσίντο (武士道, ο δρόμος των σαμουράι). Ήταν από τους πρώτους που συστηματοποίησε τον ρόλο και τις υποχρεώσεις των σαμουράι και οι ιδέες του συνέβαλαν σημαντικά στην ιαπωνική στρατιωτική επιστήμη.
6 Τέσσερα πολεμικά πλοία, εκ των οποίων δύο ατμόπλοια το 1853, εννέα πλοία το 1854 (τα τρία ατμόπλοια).
7 Αναφέρεται στην ανάληψη δράσης, από φιλοκυβερνητικές δυνάμεις, για τον έλεγχο του αυτοκρατορικού παλατιού και τον περιορισμό των ριζοσπαστικών ομάδων σαμουράι που υποστήριζαν τον εκδιωγμό των ξένων από τη χώρα.
8 Οι Σινσεγκούμι αποτελούσαν μια ειδική αστυνομική δύναμη, η οποία δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση μπάκουφου το 1863. Ήταν ενεργή μέχρι το 1869.
9 Ή σύμφωνα με τον Κιντό, ώστε να συζητήσουν το πως να σώσουν τον σίσι Φουρουτάκα Σούνταρο (古高俊太郎, 1829-1864) από τους Σινσενγκούμι, οι οποίοι τον είχαν συλλάβει, και σύμφωνα με κάποιες ιστορίες, ανακρίνει βίαια.
10 Ο Κιντό διατηρούσε ημερολόγιο από το 1868 μέχρι και λίγο πριν το θάνατό του.
11 Έληξε εν τέλει χωρίς μάχη.
12 Οι μάχες του Σιμονόσεκι (下関戦争) αποτελούν μια σειρά στρατιωτικών γεγονότων τις χρονιές 1863 και 1864, για τον έλεγχο των στενών του Σιμονοσέκι, μεταξύ των βρετανικών, ολλανδικών, γαλλικών και αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων από τη μία πλευρά και της Τσόσιου από την άλλη. Η τελευταία, με το πρόσχημα του αυτοκρατορικού διατάγματος του 1863, το οποίο αναφερόταν στην απομάκρυνση των ξένων «βαρβάρων», πραγματοποίησε επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον ξένων πλοίων που διέρχονταν από το την περιοχή. Οι επιθέσεις έληξαν με τον βομβαρδισμό του Σιμονόσεκι, τον Σεπτέμβρη του 1864, την αποβίβαση ξένων στρατευμάτων και την παράδοση της Τσόσιου.
13 Ανακοινώθηκε από τον αυτοκράτορα Μέιτζι (明治天皇, 1852-1912) στις 6 Απριλίου του 1868, στο αυτοκρατορικό παλάτι του Κιότο. Ο Όρκος (θέτοντας ένα βασικό νομικό πλαίσιο) περιέγραφε συνοπτικά τους κύριους στόχους για τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας και την πορεία δράσης της αυτοκρατορίας Μέιτζι. Δείτε σχετικά εδώ.
14 Η «Διάσκεψη της Όσακα» πραγματοποιήθηκε στην Όσακα τον Φεβρουάριο του 1875. Σε αυτή συγκεντρώθηκαν σημαντικές προσωπικότητες τησ κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των Κίντο, Όκουμπο και Ιταγκάκι Τάισουκε (板垣 退助, 1837-1919), για να συζητήσουν το μέλλον της κυβέρνησης (την ίδρυση μιας συνταγματικής κυβέρνησης), το διορισμό συμβούλων και άλλα θέματα.
15 Τον χειμώνα του 1877, καθώς η κοινωνική θέση των σαμουράι ολοένα και επιδεινωνόταν στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που προωθούσε η νέα κυβέρνηση και η δυσαρέσκειά τους ολοένα και μεγάλωνε, ο Σάιγκο δέχθηκε να ηγηθεί του στρατεύματος που θα γεννούσε την λεγόμενη «εξέγερση της Σατσούμα» (ή όπως ο ιαπωνικός όρος «西南戦争» εκφράζει, τον «Νοτιοδυτικό Πόλεμο»). Λίγους μήνες αργότερα πέθανε στη μάχη.
16 Δολοφονήθηκε το 1878, από σαμουράι οι οποίοι τον θεωρούσαν προδότη.