Κάτσου Καϊσού

  • 99
    Shares

Κάτσου Καϊσού. Φωτογραφία: National Diet Library


Ο Κάτσου Καϊσού (勝 海舟) γεννήθηκε (ως Κάτσου Γιοσικούνι, 勝 義邦)
1 τον Μάρτη του 1823 στο Έντο (σημερινό Τόκυο). Ο πατέρας του, Κάτσου Κοκίτσι (勝 小吉, 1802-1850) ήταν ένας χαμηλόβαθμος σαμουράι (χαταμότο) στην υπηρεσία του σόγκουν2. Ήταν ο μοναδικός γιος της οικογένειας και στα δεκαπέντε του χρόνια ανέλαβε την ηγεσία της, ύστερα από την αναγκαστική παραίτηση του πατέρα του, ο οποίος διατηρούσε μια αρκετά άστατη ζωή. 

Έλαβε την τυπική εκπαίδευση ενός σαμουράι και έγινε άριστος ξιφομάχος. Παρά τις ικανότητές του στο σπαθί ωστόσο, όπως θα έγραφε αργότερα, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του απέφευγε την χρήση του, ακόμη και σε δύσκολες στιγμές. Αποφάσισε (μάλλον γύρω στο 1842) να στραφεί στην μελέτη των Ολλανδικών σπουδών3. Φαίνεται πως αρχικά δεν τον ενθουσίαζε η ιδέα, ωστόσο η προοπτική των όσων θα μπορούσε να μάθει (ιδίως σχετικά με τα δυτικά οπλικά συστήματα), τον έκανε να ξεκινήσει να μαθαίνει την ολλανδική γλώσσα. Όταν ήταν 18 ετών είδε για πρώτη φορά έναν παγκόσμιο χάρτη. «Ήμουν κατάπληκτος», θα έγραφε αργότερα, προσθέτοντας ότι εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να ταξιδέψει στον κόσμο. 

Για κάποιο διάστημα εργάστηκε ως μεταφραστής της κυβέρνησης και ανέπτυξε τη φήμη του ως ειδικός στη δυτική στρατιωτική τεχνολογία, μέσα από τις γνώσεις που είχε αποκομίσει από τις μελέτες του. Στάλθηκε στη συνέχεια στο Ναγκασάκι ώστε να σπουδάσει, στην νεοϊδρυθείσα Ναυτική Ακαδημία (長崎海軍伝習所), ναυτικές τεχνικές υπό τους Ολλανδούς. Λίγο αργότερα, μεταξύ άλλων, υπήρξε μαθητής και του Σάκουμα Σόζαν (1811-1864), ο οποίος υποστήριζε τον συνδυασμό ανατολικής ηθικής εκπαίδευσης με την μάθηση δυτικών επιστημών και τεχνολογιών. Ήταν από ένα έργο καλλιγραφίας του μάλιστα που ο Κάτσου πήρε και το όνομα Καϊσού.

Παράλληλα, το 1845, παντρεύτηκε την Τάμι Τονόμε (1821-1905), η οποία ήταν πρώην γκέισα. Καθότι δεν επιτρεπόταν, ως υποτακτικός του σόγκουν, να παντρευτεί κάποια γυναίκα με αυτήν την κοινωνική θέση, ο Κάτσου φρόντισε να καλύψει το παρελθόν της. Απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά, ενώ απέκτησε και άλλα παιδιά εκτός γάμου. Αξίζει να αναφερθεί επίσης, ότι τα χρόνια αυτά, λόγω της χαμηλής του κοινωνικής θέσης, ζούσε αρκετά φτωχικά και δύσκολα τα έβγαζε πέρα.

Πριν προχωρήσουμε, θα ήταν χρήσιμο να θυμηθούμε λίγο τα ιστορικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την πολυτάραχη αυτή περίοδο. Η Ιαπωνία, λίγο μετά την έναρξη της περιόδου Έντο (1603-1867), υιοθέτησε ένα σύστημα απομονωτισμού θα έλεγε κανείς, κλείνοντας τα σύνορά της, πέρα λίγων εμπορικών διαδρόμων στο Ναγκασάκι, το Έζο (βόρειο τμήμα του σημερινού Χοκάιντο) και το Βασίλειο Ριούκιου (σημερινή Οκινάουα). Ο 19ος αιώνας ωστόσο, έφερε μαζί του αυξανόμενες εξωτερικές πιέσεις για το άνοιγμα των συνόρων και τη σύναψη εμπορικών-πολιτικών συνθηκών. Το αποκορύφωμα αυτών ήταν η έλευση, το 1853 (και ξανά το 1854), στο λιμάνι της Ουράγκα, του Αμερικανού αρχιπλοίαρχου Μάθιου Πέρρυ και των «Μαύρων Πλοίων» (黒船 – κουροφούνε)4 που τον συνόδευαν, η οποία έκανε ξεκάθαρο στους ιάπωνες πως η πολιτική αυτή του απομονωτισμού δεν θα μπορούσε να πλέον υποστηριχθεί, στο νέο διεθνές σκηνικό. Τα χρόνια που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν έτσι από εσωτερικές διαφωνίες, διαμάχες και σύγχυση για το ποια πορεία θα έπρεπε η χώρα να ακολουθήσει. Να ανοίξει προς το νέο αυτό κόσμο ή να συνεχίσει την «απομόνωσή» της; Την περίοδο αυτή ακούμε και το γνωστό σύνθημα «Σόν’νο τζόι (τιμή στον αυτοκράτορα, απέλαση των βαρβάρων)» από τους υποστηρικτές της δεύτερη θέσης. 

Το 1853, ο Κάτσου ξεκίνησε την υπηρεσία του για την κυβέρνηση, ως χαμηλόβαθμος αξιωματούχος. Στο περιθώριο της ταραχής που η επίσκεψη του Πέρρυ είχε δημιουργήσει, κατέθεσε και ο ίδιος υπόμνημα στην κυβέρνηση μπάκουφου, σχετικά με την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί ως προς την αντιμετώπιση των ξένων προκλήσεων. Ο Κάτσου λοιπόν, υποστήριζε πως ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η χώρα να απαντήσει στην πρόκληση ήταν η δημιουργία ισχυρού σύγχρονου ναυτικού, η έλλειψη του οποίου την είχε κάνει ευάλωτη εξ’άρχης. Πρότεινε έτσι, μεταξύ άλλων, την πρόσληψη ανδρών (που θα στελεχώσουν το νέο αυτό ναυτικό) με βάση τις ικανότητές τους (και όχι την κοινωνική τους θέση όπως συνηθιζόταν), την άρση της απαγόρευσης της κατασκευής πολεμικών πλοίων, την παραγωγή όπλων δυτικού τύπου, την αναδιοργάνωση του στρατού σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα και την ίδρυση στρατιωτικών ακαδημιών. Η Ιαπωνία έπρεπε να εκσυγχρονιστεί (ιδίως στρατιωτικά) στα πρότυπα της Δύσης. Μέσα σε λίγα χρόνια, όλες οι προτάσεις του εφαρμόστηκαν.

Το 1855 του ανατέθηκε να βοηθήσει στην επίβλεψη της διαχείρισης των υποθέσεων στη Σιμόντα, ένα από τα πρώτα λιμάνια που παραχωρήθηκαν για πρόσβαση στους αμερικανούς (και λίγο αργότερα ρώσους, βρετανούς και γάλλους). Λίγο αργότερα στάλθηκε στο Ναγκασάκι, όπου μεταξύ άλλων εκπαιδεύτηκε και στον χειρισμό ατμόπλοιων. Εκεί, μαζί με τον Ναγκάι Ναογιούκι (1816-1896), υπηρέτησε ως υπεύθυνος εκπαίδευσης στη Ναυτική Ακαδημία του Ναγκασάκι. Το 1859 επέστρεψε στο Έντο, όπου διορίστηκε επικεφαλής εκπαιδευτής στο Ινστιτούτο Εκπαίδευσης Πολεμικών Πλοίων (軍艦操練所). Το 1860 ορίστηκε επίτροπος του ναυτικού στόλου του σόγκουν.

Ο Κάτσου ήταν εκείνος που το 1860, ως καπετάνιος, συνόδευσε με το ατμόπλοιο Κάνριν Μάρου (咸臨丸)5 την πρώτη ιαπωνική αντιπροσωπεία στις Η.Π.Α., που έργο της είχε την επικύρωση της Συνθήκης Φιλίας και Εμπορίου (日米修好通商条約) μεταξύ των δύο χωρών. Στην αποστολή βρισκόντουσαν προσωπικότητες όπως οι Φουκουζάουα Γιουκίτσι και Νακαχάμα Μάντζιρο (1827-1898)6 και ήταν μια ευκαιρία για να γνωρίσουν τα μέλη της περισσότερα για τον δυτικό κόσμο. Ο Κάτσου έμεινε στην Αμερική περίπου δύο μήνες. 

Ο Κάτσου Καϊσού στο Σαν Φραντζίσκο το 1860

 

Κάποια από τα πράγματα που του κέντρισαν το ενδιαφέρον ήταν η έλλειψη ταξικού διαχωρισμού των πολιτών («Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ σαμουράι, αγρότη, τεχνίτη ή εμπόρου. Κάθε άνθρωπος μπορεί να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ακόμη και ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός είναι ελεύθερος να ιδρύσει επιχείρηση μόλις παραιτηθεί ή αποσυρθεί» έγραφε αργότερα), η μη οπλοφορία («Συνήθως οι άνθρωποι που περπατούν στην πόλη δεν φορούν σπαθιά, ανεξάρτητα από το αν είναι στρατιώτες, έμποροι ή κυβερνητικοί αξιωματούχοι») και οι σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων («Ένας άντρας που συνοδεύεται από τη γυναίκα του θα κρατά πάντα το χέρι της καθώς περπατά»).

Το 1862, ο Κάτσου διορίστηκε υποδιοικητής του ναυτικού του σόγκουν. Το επόμενο έτος προήχθη στη θέση του διοικητή και έλαβε τον τιμητικό τίτλο «Άουα νο Κάμι (προστάτης της επαρχίας Άουα)». Παράλληλα, τo 1863, έλαβε άδεια από την κυβέρνηση για να ιδρύσει το Κέντρο Ναυτικής Εκπαίδευσης του Κόμπε (神戸海軍操練所), στο οποίο και όρισε επικεφαλής τον Σακαμότο Ριόμα

Ο Κάτσου Καϊσού (καθιστός) και ο Σακαμότο Ριόμα στην περιοχή Ακασάκα του Τόκιο, εκεί όπου έζησε ο Κάτσου από το 1872 μέχρι το θάνατό του το 1899. Φωτογραφία: Junko Nagata

 

Ο Σακαμότο σκόπευε προηγουμένως να δολοφονήσει τον Κάτσου ωστόσο, ακούγοντάς τον, πείστηκε από το ποιόν του ανδρός και την άποψή του, σύμφωνα με την οποία η σημασία της εσωτερικής ενδυνάμωσης, ώστε να αντιμετωπιστεί ο εχθρός, ήταν πιο ωφέλιμη από την απλή καταδίκη των ξένων7. Έτσι, έγινε κάτι σαν βοηθός-μαθητής του «σπουδαιότερου άνδρα στην Ιαπωνία», όπως θα έγραφε αργότερα σε ένα του γράμμα προς την αδερφή του. Στην ακαδημία του ο Κάτσου ανέλαβε τον Σακαμότο και τους άνδρες του, στους οποίους δίδαξε την επιστήμη της ναυσιπλοΐας, αλλά και μετέφερε τις γνώσεις του για τη Δύση. Συγκέντρωσε ικανούς νέους, μεταξύ των οποίων και ρόνιν (σαμουράι χωρίς οίκο), από όλη τη χώρα. Η ακαδημία του έγινε ένα σημαντικό κέντρο για προοδευτικούς στοχαστές και μεταρρυθμιστές της εποχής. Ο Κάτσου συνέχιζε άλλωστε να επιμένει στη σημασία της δημιουργίας ενός εθνικού ναυτικού στόλου επανδρωμένου με άνδρες ικανούς, ανεξαρτήτως καταγωγής και κοινωνικής θέσης.

Σύντομα ωστόσο, η κυβέρνηση μπάκουφου άρχισε να βλέπει με καχυποψία τον Κάτσου και το 1864 του αφαίρεσε τη θέση του, ενώ ζήτησε την επιστροφή του στο Έντο, όπου τέθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό (με το πρόσχημα της υπόθαλψης εγκληματιών-εχθρών της κυβέρνησης). Ο μισθός του μειώθηκε στο ελάχιστο. Το επόμενο έτος έκλεισε και το Ναυτικό Κέντρο Εκπαίδευσης του Κόμπε. 

Καθώς όμως η κατάσταση για την κυβέρνηση μπάκουφου και για τον ίδιο τον σόγκουν επιδεινωνόταν, σε μια περίοδο που οι εξωτερικές πιέσεις είχαν οδηγήσει στην αμφισβήτηση της ηγεσίας από ισχυρές επαρχίες και στην υποστήριξη της επαναφοράς της εξουσίας στα χέρια του αυτοκράτορα, ο Κάτσου επαναφέρθηκε στην προηγούμενη του θέση. Οι ικανότητες του και η επιρροή του δεν μπορούσαν να μη χρησιμοποιηθούν σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Έτσι, ο Τοκουγκαουα Γιοσινόμπου (1837-1913), που θα ήταν και ο επόμενος και τελευταίος σόγκουν, παρ’όλο που φαίνεται πως δεν του έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια, δέχθηκε την επιστροφή του. 

Το 1866, στάλθηκε στη νήσο Μιγιατζίμα (στη Χιροσίμα), όπου ταξίδεψε μόνος και συναντήθηκε με αντιπροσωπεία της επαρχίας Τσόσιου (σήμερα ως τμήμα του νομού Γιαμαγκούτσι), η οποία βρισκόταν, ύστερα από τις προσπάθειες του Σακαμότο, σε συμμαχία με την επαρχία Σατσούμα (σήμερα τμήμα του νομού Καγκοσίμα)8, με στόχο την ανατροπή του σογκουνάτου. Οι διαπραγματεύσεις πήγαν καλά και ο Κάτσου εξασφάλισε την ομαλή μετάβαση της εξουσίας στον αυτοκράτορα, ύστερα από την παραίτηση του Γιοσινόμπου από τη θέση του σόγκουν.

Τον Φθινόπωρο του 1867 λοιπόν, ο Γιοσινόμπου παραιτήθηκε από τη θέση του σόγκουν και από την εξουσία, η οποία πέρασε τυπικά στα χέρια του νεαρού αυτοκράτορα Μέιτζι (1852-1912), αλλά και των ισχυρών που βρίσκονταν πίσω από τις εξελίξεις αυτές. Ωστόσο, τμήμα υποστηρικτών του σόγκουν, αρνούμενο να αποδεχθεί την κατάσταση, εξηγέρθη και μάχες ξέσπασαν μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες έμειναν γνωστές ως Πόλεμος Μποσίν (戊辰戦争, 1868-9) και συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες. 

Στο πλαίσιο αυτό, οι «αυτοκρατορικές δυνάμεις», υπό τον Σάιγκο Τακαμόρι της Σατσούμα, παρέλασαν μέχρι το Έντο, με στόχο την καταστολή των αντιφρονούντων. Ο Κάτσου, ως υπεύθυνος του στρατού του σόγκουν, ανέλαβε να διαπραγματευτεί απευθείας με τον Σάιγκο, οδηγώντας στη λεγόμενη «μη αιματηρή παράδοση» του Κάστρου  του Έντο και σώζοντας την πόλη από την καταστροφή που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε εάν ξέσπαγαν μάχες. Εξασφάλισε να δοθεί χάρη στον Γιοσινόμπου, ο οποίος αποσύρθηκε στην Σιζουόκα. Ο Κάτσου τον ακολούθησε. 

Ότεμον, η κύρια πύλη του Κάστρου του Έντο (τα σημερινά Αυτοκρατορικά Ανάκτορα). Φωτογραφία: Junko Nagata

 

Σύντομα όμως, ο Κάτσου έγινε σύμβουλος της νέας κυβέρνησης. Το 1872 κλήθηκε να αναλάβει την διοίκηση του υπουργείου ναυτιλίας στη νέα κυβέρνηση Μέιτζι, όντας ένας από τους λίγους ισχυρούς άνδρες στην υπηρεσία του σόγκουν, οι οποίοι απέκτησαν σημαντικά αξιώματα και κατά τη νέα εποχή Μέιτζι (1868-1912). Έμεινε στη θέση αυτή έως το 1875. Απέκτησε τον τίτλο κόμης (伯爵) και έγινε μέλος (1888) του συμβουλευτικού συμβουλίου του αυτοκράτορα (枢密院). Φαίνεται πως ήταν αντίθετος τόσο στην εκστρατεία της Ιαπωνίας στην Ταϊβάν (1874), όσο και στο στον 1ο Σινο-Ιαπωνικό πόλεμο (1894-5) και πως γενικότερα, συχνά, ήταν αντίθετος στις πολιτικές που ακολουθούσε η κυβέρνηση. Χαρακτηριστικά, μετά τη νίκη της χώρας στον πόλεμο αναρωτήθηκε: «ανεξάρτητα από το πόσους πολέμους κερδίζουμε ή πόσα πολεμικά πλοία έχουμε, εάν η χώρα είναι φτωχή και οι άνθρωποι δεν μπορούν να φάνε, ποια είναι η χρησιμότητα;».

Μεταξύ άλλων, τα επόμενα χρόνια εργάστηκε και για να αποκατασταθεί το κύρος του οίκου Τοκουγκάουα. Το 1898 κατάφερε να συμβάλλει στο να πραγματοποιηθεί ακρόαση του Γιοσινόμπου από τον αυτοκράτορα, κάτι που σήμανε την απαλλαγή του πρώτου (αλλά και των υποτελών του) από τον χαρακτηρισμό ως εχθρών της αυτοκρατορικής αυλής. «Ένιωσα σαν να είχα και εγώ εκπληρώσει τον σκοπό μου στη ζωή και δάκρυα χαράς κύλισαν από εμένα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Κάτσου σε μια εφημερίδα λίγες μέρες μετά. 

Στα τέλη του 1880 του ζητήθηκε να αναλάβει την καταγραφή ενός ιστορικού αρχείου για το παλαιό καθεστώς και την επεξεργασία σχετικού υλικού. Συνέθεσε συνεπώς σημαντικό όγκο κειμένων, που αφορούσαν ζητήματα σχετικά με τη στρατιωτική, διπλωματική και οικονομική ιστορία της κυβέρνησης μπάκουφου και του οίκου των Τοκουγκάουα, ενώ έγραψε και σειρά κειμένων όπου παρουσίαζε διάφορα ιστορικά γεγονότα μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες. Το 1897 εξέφρασε την πρόθεσή του να γράψει και ένα έργο για την ιστορία της Ιαπωνίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, «προς όφελος των αρχών» που διοικούσαν την κυβέρνηση, όπως έλεγε, ώστε να μπορέσουν να μάθουν από λάθη του παρελθόντος. Δεν κατάφερε ωστόσο να προχωρήσει πολύ με το έργο του αυτό.

Τον Δεκέμβριο του 1898, τιμήθηκε με το Μεγάλο Παράσημο της Τάξης του Ανατέλλοντος Ήλιου, μια από τις υψηλότερες τιμές που απονέμονταν από τον αυτοκράτορα. Περίπου έναν μήνα μετά ανακοινώθηκε ότι ο Κάτσου πέθανε από καρδιακή προσβολή. Στην κηδεία του, της οποίας τα έξοδα ανέλαβε ο αυτοκρατορικός οίκος, παραβρέθηκαν περίπου δύο χιλιάδες άτομα, εκ των οποίων σημαντικές προσωπικότητες του πολιτικού κόσμου. 

Ο ανδριάντας του Κάτσου Καϊσού στο Τόκιο, στις όχθες του ποταμού Σουμίντα. Φωτογραφία: Junko Nagata

 

Ο Κάτσου, ο σωτήρας του Έντο όπως συχνά αποκαλείται, αποτελεί αναπόσπαστο «κομμάτι» της σύγχρονης ιαπωνικής ιστορίας. Συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβαση από την εποχή Έντο στην εποχή Μέιτζι, καθώς και στην ανάπτυξη του ιαπωνικού ναυτικού. Ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν την ανάγκη κρίσιμων αλλαγών, όταν η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τις ξένες προκλήσεις. Παρά την ταπεινή του καταγωγή -«Αρχικά, δεν είχα καθόλου προσδοκίες στη ζωή μου» έγραψε χαρακτηριστικά για τα παιδικά του χρόνια- και την επιμονή του στα πιστεύω του, κατάφερε να χαίρει σεβασμού από συμμάχους και μη. Σήμερα, μπορεί κάποιος να πάρει μια ιδέα από τη ζωή του στο μουσείο “Katsu Kaishū Memorial Museum, στην περιοχή Ότα του Τόκυο.

Υποσημειώσεις

1 Χρησιμοποίησε πληθώρα ονομάτων κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ρίν’ταρο (麟太郎) κατά τα παιδικά του χρόνια, Κάτσου Γιασουγιόσι (勝 安芳) αργότερα. Συχνά αποκαλούταν και με το προσωνύμιο Άουα (安房) από την θέση που κατείχε ως προστάτης της περιοχής (安房守). 
2 Η πολυτάραχη ζωή του μάλιστα περιγράφεται στο βιβλίο: Katsu, K. (1988) Musui’s Story : The autobiography of a Tokugawa samurai, Tucson : University of Arizona Press 
3 Τα χρόνια εκείνα τα ολλανδικά αποτελούσαν τη «διεθνή γλώσσα» στην Ιαπωνία. Κατά την εποχή Έντο και την πολιτική απομονωτισμού η oλλανδική βάση, στο τεχνητό νησί Ντετζίμα στο Ναγκασάκι, ήταν η βασικότερη πηγή επαφών (εμπορικών και πνευματικών) με τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαίρεση αποτελούσαν μόνο οι Κίνα, Κορέα και κάποιες νήσοι (που αργότερα προσαρτήθηκαν στην Ιαπωνία) με τις οποίες υπήρχαν «ελεγχόμενες» επαφές.
4 Τέσσερα πολεμικά πλοία, εκ των οποίων δύο ατμόπλοια το 1853, εννέα πλοία το 1854 (τα τρία ατμόπλοια). 
5 Ένα μικρό ατμόπλοιο (το πρώτο με έλικα), το δεύτερο πολεμικό ατμόπλοιο της χώρας, μετά το Κάνκο Μάρου (観光丸) , το οποίο όμως ήταν τροχήλατο. Παραδόθηκε από την Ολλανδία το 1857 στο Ναγκασάκι. Είχε μήκος περίπου 50 μέτρα. Στο ταξίδι αυτό συνοδευόταν από ένα αμερικανικό ατμόπλοιο (το Powhatan), στο οποίο επέβαιναν τα μέλη της ιαπωνικής αποστολής, ενώ το ιαπωνικό πλήρωμα, υπό τον Κάτσου (υπήρχε και ένας αμερικανός σύμβουλος) οδήγησε επιτυχώς το Κάνριν Μάρου. 
6 Γνωστός και ως Τζον Μάντζιρο, ήταν ένας ψαράς από την επαρχία Τόσα, του οποίου η βάρκα ναυάγησε το 1841, κοντά στο νησί Τορισίμα. Διασώθηκε από ένα αμερικανικό πλοίο και βρέθηκε στην Αμερική, όπου και σπούδασε και έμεινε. Όταν επέστρεψε (1851), έφερε μαζί του σημαντική γνώση για τη Δύση. Έγινε σαμουράι και εργάστηκε για την κυβέρνηση μπάκουφου.
7 Το κατά πόσο ο Σακαμότο όντως σκόπευε να δολοφονήσει τον Κάτσου την ημέρα της κρίσιμης αυτής τους συνάντησης είναι κάτι που αμφισβητείται. Ο Κάτσου αργότερα είχε πει και είχε γράψει πως ο Σακαμότο τον είχε επισκεφτεί με την πρόθεση να τον σκοτώσει ωστόσο, κάποιοι μελετητές βρίσκουν μία δόση υπερβολής στα λόγια του. 
8 Οι δυνάμεις του σόγκουν είχαν «συγκρουστεί» με εκείνες της Τσόσιου, τόσο το 1864, σε μια «εκστρατεία τιμωρίας» εναντίον της, καθώς είχε χαρακτηριστεί εχθρός της αυτοκρατορικής αυλής (εν τέλει έληξε χωρίς μάχη), όσο και το 1866, όπου και όμως υπέστησαν ταπεινωτική ήττα. Η επαρχία της Σατσούμα είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στη δεύτερη αυτή εκστρατεία.

 


  • 99
    Shares