Ντάζαϊ Σούν’νταϊ, ένας σημαντικός διανοητής της περιόδου Έντο

  • 54
    Shares

Ο Ντάζαϊ Σούν’νταϊ σε σχέδιο βιβλίου του 1914

 

Ο Ντάζαϊ Σούν’νταϊ (太宰春台) γεννήθηκε (ως Τζουν – 純)1 το 1680, στην πόλη Ιίντα της επαρχίας Σινάνο (σήμερα τμήμα του νομού Νάγκανο). Ήταν απόγονος των Χιράτε Μασαχίντε (平手 政秀, 1492-1553) και Χιροχίντε (平手汎秀, 1553-1572), σαμουράι στην υπηρεσία του Όντα Νομπουνάγκα (織田 信長, 1534-1582). Καθώς ο πατέρας του ωστόσο, υιοθετήθηκε από τον οίκο των Ντάζαϊ (太宰), – σαμουράι του οίκου Καρασουγιάμα της επαρχίας Σιμότσουκε (σήμερα τμήμα του νομού Τoτσίγκι) -, έλαβε το επίθετο Ντάζαϊ. Στη συνέχεια, μια αλλαγή στον διοικητικό οίκο της επαρχίας (ή σύμφωνα με κάποιους μελετητές μια αντιπαράθεση του πατέρα του με κάποιον άλλον σαμουράι), οδήγησε την οικογένειά του να μεταφερθεί στο Έντο (σημερινό Τόκιο), χωρίς όμως να υπηρετεί κάποιον οίκο εκεί (δηλαδή ως ρόνιν – σαμουράι χωρίς άρχοντα).

Ο Ντάζαϊ ολοκλήρωσε μετά κόπων και βασάνων (λόγω οικονομικών δυσκολιών) τις βασικές σπουδές του. Η μητέρα του ήταν εκείνη η οποία του έμαθε την ποίηση Ουάκα (和歌)2, για την οποία ο Νταζάι θα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, ενώ ο πατέρας του τον εισήγαγε στον Κομφουκιανισμό, μέσα από τα κλασικά κείμενα της κινεζικής παράδοσης, αλλά και τα έργα του Κουμαζάουα Μπάνζαν (熊沢 蕃山, 1619-1691).

Το 1694 ξεκίνησε να υπηρετεί τον οίκο των Ματσουντάιρα (松平氏), της επαρχίας Ιζούσι, στην περιοχή Τάτζιμα (σήμερα τμήμα του νομού Χιόγκο). Το 1697, έγινε μαθητής του Κομφουκιανού μελετητή Νακάνο Γκίκεν (中野撝謙, 1667-1720) και εξοικειώθηκε με τον Νέο-Κομφουκιανισμό (朱子学).

Το 1700 παραιτήθηκε από τη θέση του και επέλεξε να ταξιδέψει στην ευρύτερη περιοχή του Κινάι3, ώστε να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, η παραίτησή του είχε ως αποτέλεσμα να του απαγορευτεί, ως ποινή, η επιστροφή του στο Έντο και η απασχόληση σε επίσημη διοικητική θέση οποιασδήποτε επαρχίας, για δέκα χρόνια. Έτσι, καθώς μετακινούταν από περιοχή σε περιοχή, λέγεται πως εργαζόταν ως γιατρός για να βγάζει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα, μελετούσε κινεζική ποίηση, αστρονομία, γεωλογία και ακόμη βαθύτερα τον Νέο-Κομφουκιανισμό.

Το 1704, στο Κιότο, βρέθηκε σε μία διάλεξη του Κομφουκιανού μελετητή Ιτό Τζίνσαϊ (伊藤 仁斎, 1627-1705), η οποία φαίνεται πως του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πως ο Ιτό ήταν εκπρόσωπος της λεγόμενης σχολής «Κογκάκου (Αρχαία μάθηση -古学)», η οποία ασκούσε κριτική στον Νέο-Κομφουκιανισμό και καλούσε στην απ’ευθείας μελέτη των παλαιών κειμένων.
Το 1709 βρέθηκε στην Όσακα, όπου και παντρεύτηκε. Το 1711, όταν πλέον έληξε η «εξορία» του, επέστρεψε στο Έντο. Το 1713, μέσω του φίλου του Άντο Τόγια (安藤東野, 1683-1719) ήρθε σε επαφή με τον Όγκιου Σοράι και ξεκίνησε να φοιτά στην ακαδημία του, γνωστή με την ονομασία «Κεν-εν (Κήπος του Μίσχανθου – 蘐園)». Σύντομα έγινε υποστηριχτής της μεθοδολογίας «Κομπούντζι-γκάκου (μελέτη των αρχαίων λέξεων και φράσεων – 古文辞学)», την οποία εδραίωσε ο Σοράι και σύμφωνα με την οποία η Κομφουκιανική μελέτη θα έπρεπε να βασίζεται στη προσεχτική μελέτη των αρχαίων λέξεων και φράσεων που περιλαμβάνονται στα κλασικά κείμενα.

Φαίνεται ωστόσο, πως η σχέση του Ντάζαϊ με τον Σοράι δεν ήταν και η καλύτερη. Ο Ντάζαϊ αργότερα ανέφερε πως ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε με ζεστασιά και στοργή από τον δάσκαλό του. «Ο Τζουν δεν έγινε ποτέ πραγματικά γνωστός στον δάσκαλο» ανέφερε χαρακτηριστικά. Για τον ίδιο, ο Σοράι ήταν επιφανειακός, αρκετά ανεπαρκής ως δάσκαλος και δεν ενδιαφερόταν να εκπαιδεύσει έναν μελετητή καλύτερο από τον εαυτό του.

Το 1712, ξεκίνησε να υπηρετεί τον Μορικάουα Τοσιτάνε (森川 俊胤, 1670-1746), ντάιμιο (τοπικός άρχοντας) της επαρχίας Ογιούμι στη Σιμόσα, (σήμερα τμήμα του νομού Τσίμπα). Ωστόσο, τρία χρόνια αργότερα παραιτήθηκε -σύμφωνα με κάποιους μελετητές για λόγους υγείας, σύμφωνα με άλλους λόγω της δύσκολης προσωπικότητάς του- και πάλι. Δε εργάστηκε ποτέ ξανά σε αντίστοιχη θέση.
Τότε ήταν που άνοιξε την δική του ακαδημία (Ακαδημία Σίσιεν -紫芝園の塾), στο Έντο. Λέγεται πως είχε την σημαντική υποστήριξη κάποιων ντάιμιο της εποχής, ενώ στη σχολή του φοίτησαν αρκετοί μαθητές, πολλοί από τους οποίους άφησαν το στίγμα τους στη διανόηση της εποχής. Παράλληλα, ο ίδιος, επικεντρώθηκε περισσότερο και στη συγγραφή.

Όσον αφορά τη σκέψη του, ο Ντάζαι απομακρύνθηκε από τις ιδέες του Σοράι, στις οποίες άσκησε κριτική. Απέρριπτε την άκρως φιλολογική προσέγγιση του Σοράι στη Κομπούντζι-γκάκου, στην οποία, όπως υποστήριζε, εφάρμοζε «μικροσκοπικές τεχνικές συγκρίσιμες με το να παίζει κανείς κότο, ένα παιχνίδι γκο, να κάνει καλλιγραφία ή να ζωγραφίζει». Για τον ίδιο, τα διδάγματα (και η επιρροή) του Σοράι επισκίαζαν την πραγματική ιστορική σημασία της γλώσσας και δεν επέτρεπαν την γέννηση πράξεων στο παρόν, μέσα από τη μελέτη της.

Για τον Ντάζαϊ, η σημασία της γλώσσας βρίσκεται στο ότι παραμένει λειτουργική σε διαφορετικές ιστορικές καταστάσεις. Και μπορεί να είναι λειτουργική επειδή τα μέρη της διατηρούν μια συνεπή σχέση μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, η ουσία στη μελέτη της γλώσσας δεν βρίσκεται στην χειραγώγηση λέξεων ή χαρακτήρων, αλλά στην αναζήτηση των νοημάτων που μεταδίδονται μέσω αυτής. Αυτό που είναι ζωτικής σημασίας για τη μελέτη της γλώσσας είναι η κατανόηση των σκέψεων-ιδεών που εκφράζονται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και όχι εάν συγκεκριμένοι χαρακτήρες προσεγγίζουν τις αρχαίες μορφές. Συνεπώς, αυτό που έχει σημασία είναι το νόημα και όχι η μορφή που παίρνει η γλώσσα και άρα, για να διαδοθούν οι ιδέες, η χρήση σύγχρονης γλώσσας είναι απαραίτητη. Εάν οι κανόνες της γλώσσας και επομένως, το περιεχόμενο της είναι κατανοητά, «ακόμη και αν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι αυτές του σήμερα, είναι σαν να είναι του αρχαίου κόσμου».

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Ντάζαϊ υπάρχουν απόλυτες αλήθειες στην ανθρώπινη ιστορία, οι οποίες κατανοήθηκαν για πρώτη φορά από τους αρχαίους σοφούς4. Αλλά οι αλήθειες αυτές πρέπει να βρίσκουν συνεχώς ένα νέο λεξιλόγιο στην ιστορική διαδικασία για να διατηρούν την κλασική τους ζωτικότητα. Ο ίδιος, συνέκρινε αυτή τη διαδικασία με την ποίηση. Όπως έλεγε, η Ουάκα ποίηση κάποτε εξέφραζε το πνεύμα μιας εποχής, αλλά ατρόφησε στα χέρια των αυλικών ποιητών που μιμήθηκαν άκριτα το λαμπρό ύφος του Φουτζιουάρα Τέικα (藤原定家, 1162-1241)5, ξεχνώντας έτσι το πνεύμα της ποιητικής αυτής μορφής. Όταν λοιπόν, η ποιητική γλώσσα αποτυγχάνει να εκφράσει τα συναισθήματα των ανθρώπων (心の声) η ποίηση ατροφεί και πεθαίνει. Αυτό συνέβη λοιπόν στην Ουάκα, η οποία ήταν πλέον νεκρή, όπως έλεγε. Τόσο οι ιστορικές όσο και οι ποιητικές αλήθειες επομένως, έχουν μικρή σημασία, εκτός κι αν είναι λειτουργικές. Και η γλώσσα που εκφράζει αυτές τις αλήθειες πρέπει να αλλάξει από την μία περίοδο στην άλλη.

Στο πνεύμα αυτό, σε πολλά από τα σημαντικά του γραπτά, ο Ντάζαϊ χρησιμοποίησε το σύστημα γραφής «καναματζίρι (仮名交じり)»6 (αν και η εύρεση σωστής ορολογίας φαίνεται πως τον δυσκόλεψε αρκετές φορές). Γενικότερα, ενώ το ύφος γραφής του περιγράφεται ως βαρύ και μη συστηματικό και ο λόγος του χωρίς ευφράδεια, ο ίδιος επαινείται συχνά για τη δύναμη της συλλογιστικής του, που χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή ακεραιότητα και εύρος.

Είναι γνωστός επίσης, για την αυστηρή προσήλωση του στην τήρηση της τελετουργικής ακρίβειας σε όλα τα θέματα. Λέγεται μάλιστα, πως δεν ήταν λίγες οι φορές που η εμμονή του σε αυτή τον οδήγησε στο να «σαμποτάρει» την καριέρα του, αρνούμενος να συνεργαστεί με οποιονδήποτε δεν συμμορφωνόταν στα αυστηρά του πρότυπα ορθής συμπεριφοράς. Λέγεται λ.χ. πως μετά τη δημοσίευση του συγγράμματός του «Οικονομικά Χρονικά», δεν δέχθηκε να το παρουσιάσει στον σόγκουν, καθώς θεωρούσε ότι το αίτημα για παρουσίαση είχε υποβληθεί μέσω ενός ακατάλληλου διαμεσολαβητή. Η δύσκολη προσωπικότητά του συχνά συνδέεται και με τη ψυχρή σχέση που είχε με τον Σοράι, αλλά και με κάποιους από τους μαθητές του.

Η σκέψη του Ντάζαϊ αντιπροσώπευε μια πιο πρακτική και ρεαλιστική επέκταση των θεμάτων που βρίσκουμε στον Σοράι και ο ίδιος χρησιμοποιεί αρκετά, νομική και ωφελιμιστική επιχειρηματολογία. Στα γραπτά του, αντί για συζητήσεις για τελετές και μουσική, καταπιάνεται με ζητήματα όπως το ποινικό δίκαιο και οι διοικητικοί θεσμοί. Επιπλέον, στο έργο του, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο Ι Τζινγκ (易経) (ή αλλιώς Βιβλίο των Αλλαγών) 7. Ξεκινώντας από αυτό, προσπάθησε να εξηγήσει τον ρόλο του Γιν και του Γιάνγκ (陰陽) στα τεκταινόμενα των καιρών.

Όσον αφορά την ανθρώπινη φύση, αυτή δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή σύμφωνα με τον Ντάζαϊ. Ο ίδιος, λέγεται συχνά ότι υιοθετεί μια ηδονιστική σύλληψη της ανθρώπινης φύσης, η οποία δεν παρουσιάζει καθόλου ηθικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τον Ντάζαϊ, αρχικά, ο άνθρωπος δεν διέφερε σε τίποτα από τα ζώα και δεν είχε καμία αίσθηση ντροπής. Ήταν οι μεγάλοι σοφοί εκείνοι οι οποίοι του δίδαξαν όσα τον ξεχωρίζουν από τα ζώα. Του δίδαξαν τον Δρόμο της γονικής ευσέβειας (孝) και του σεβασμού. Διαμόρφωσαν, διατύπωσαν και συστηματοποίησαν τις τελετές και τις τελετουργίες, για να ρυθμίσουν τα πάθη και τις επιθυμίες του. Μέσα από αυτές, ο άνθρωπος συνειδητοποίησε τις αρετές μέσα του και πέτυχε μια φυσική ρύθμιση του νου του. Και επειδή ο Δρόμος (道)8 ξεκίνησε στην αρχαία Κίνα, ο Ντάζαϊ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αρχικά δεν υπήρχε ξεχωριστός ιαπωνικός Δρόμος.

Ούτε η ανθρώπινη φύση είναι «ακίνητη», «αδιατάρακτη» και «διαχρονική», όπως περιγράφεται στη Βουδιστική σκέψη και τον Νέο-Κομφουκιανισμό. Το ανθρώπινο πνεύμα (心), υποστηρίζει ο Ντάζαϊ, δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν γενικό και αμετάβλητο ηθικό κανόνα. Οι άνθρωποι γεννιούνται με ορισμένα χαρακτηριστικά (人の生まれつき) που διαφέρουν από το ένα άτομο στο άλλο, όπως και δύο ανθρώπινα πρόσωπα που δεν είναι ποτέ τα ίδια. Η ποικιλία, ωστόσο, είναι γεγονός της ζωής, όχι επιβεβαίωση της ηθικής αρχής. Οι πολύ ισχυροί και σοφοί και οι πιο ανόητοι και αδύναμοι, όλοι ενεργούν σύμφωνα με τις ανάγκες του ενεργού τους εαυτού. Εκείνο που διαφέρει δεν είναι το πνεύμα τους ή ο σκοπός (αυτός δεν μπορεί άλλωστε να προσδιοριστεί όπως λέει), αλλά ο τρόπος με τον οποίο δρουν. Αυτό που έχει σημασία είναι η εξωτερική πράξη, όχι αν η ηθική πρόθεση είναι καλή ή κακή. Η γενική πρόθεση είναι πιθανό να είναι εγωιστική, αλλά επειδή αυτό δεν μπορεί ποτέ να εξακριβωθεί, δεν θα πρέπει να είναι ζήτημα που μας απασχολεί.

Ο Ντάζαϊ λοιπόν, θεωρεί την ανθρώπινη φύση ως ένα συνεχώς «ενεργό πράγμα» (動物) -ο χαρακτήρας εκφράζει επίσης τη λέξη «ζώο»-. Είναι σαν το πνεύμα ενός παιδιού που πρέπει να παίξει. Χρειάζεται παιχνίδια και όταν στερείται από επαρκή χώρο για να παίξει ή και πιέζεται παράλογα (για να αναζητήσει για παράδειγμα τον «αληθινό» του εαυτό), φωνάζει με θυμό και η οργή που μερικές φορές μετατρέπεται σε τρέλα, σε ασθένεια του πνεύματος. Όταν εξωτερικεύεται, το πνεύμα αυτό είναι παρατηρήσιμο ως ανθρώπινη συγκίνηση. Οι άνθρωποι επομένως, αναζητούν τη νίκη και αποφεύγουν την ήττα. Αναζητούν την επιτυχία και τη φήμη και αποφεύγουν τη δύσκολη εργασία. Τέλος, διαιρούν πολύτιμα πράγματα σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον.

Παρά την εγωιστική και παθιασμένη φύση τους όμως, οι άνθρωποι ενεργούν με τρόπους που θα μπορούσαν να ονομαστούν «ανθρώπινοι». Αυτό συμβαίνει επειδή «δεσμεύονται» ή συμφωνούν, για ωφελιμιστικούς λόγους, να ζουν σύμφωνα με σταθερούς ηθικούς κανόνες (που έθεσαν οι αρχαίοι σοφοί). Οι άνθρωποι συνεπώς, είναι «καλοί» όχι επειδή καθοδηγούνται από ένα απόλυτο ηθικό κανόνα (όπως λ.χ. υποστήριζε ο Μένγκ-τζι -孟子9), αλλά επειδή είναι σχετικά πλεονεκτικό για όλους στην κοινωνία να τηρούν ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Και με την πάροδο του χρόνου, η εφαρμογή των κανόνων αυτών αρχίζει να φαίνεται «φυσική».
Κάπως έτσι, οι αρχαίοι σοφοί έθεσαν τις βάσεις για τη δημιουργία πολιτικών θεσμών βασισμένων στις σχέσεις εξουσίας και την ιεραρχία. Μόνο στην κατάσταση της φύσης, όταν οι άνθρωποι ζούσαν σαν ζώα, όλοι ήταν «αδέλφια» και ισότιμοι μεταξύ τους. Η μεγάλη κληρονομιά των αρχαίων βασιλιάδων, υποστηρίζει ο Ντάζαϊ, είναι η αρχή ότι η πολιτική κοινωνία είναι μια ιεραρχική δομή διακυβέρνησης που λειτουργεί σύμφωνα με προβλέψιμους και μη αυθαίρετους κανόνες.

Σημαντική θεωρείται και η συμβολή του στην οικονομική σκέψη της περιόδου Έντο. Ο Ντάζαϊ συχνά θεωρείται ως εκείνος ο οποίος χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο «Κέιζαϊ (経済)» για τα οικονομικά. Όπως γράφει, «τα οικονομικά είναι θεμελιώδες στοιχείο της πολιτικής» και ενώ «ο όρος έχει πολλές έννοιες [τις συζητά νωρίτερα στο κείμενο], το βασικό σημείο αυτών των εννοιών είναι απλώς αυτό: εν συντομία, η διαχείριση των υποθέσεων και η ολοκλήρωση αυτών των υποθέσεων με επιτυχία».

Για τον Ντάζαϊ, τα οικονομικά βρίσκονται στο κέντρο του Δρόμου των αρχαίων ηγεμόνων και έχουν ως σκοπό τη διοίκηση του έθνους και την ανακούφιση του λαού από τα δεινά. Ο ρόλος του μελετητή λοιπόν, είναι η κατάθεση προτάσεων για τις πολιτικές που πρέπει να υιοθετηθούν, ούτως ώστε αυτές να είναι πιστές στα διδάγματα των μεγάλων σοφών, σύμφωνα με τα οποία όλες οι κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως ιστορικών συγκυριών και δομικών διαφορών, οφείλουν να εξασφαλίζουν την υλική ευημερία της κοινωνίας.

Ο Ντάζαϊ (όπως και άλλοι στοχαστές της περιόδου), έβλεπε την οικονομία ως βασικό τομέα της διακυβέρνησης. Η οικονομία της εποχής, αν και βασισμένη στην αγροτική παραγωγή, γνώριζε σταδιακά (και ως περίοδος μακράς ειρήνης) την εμπορευματοποίηση και τον εκχρηματισμό στις συναλλαγές. Έτσι, καθώς η «νέα» αυτή οικονομία με επίκεντρο την πόλη, εξαπλωνόταν, η αντίφαση μεταξύ των δύο γινόταν ολοένα και πιο φανερή και προβληματική.

Το 1729 ο Ντάζαϊ λοιπόν, εξέδωσε τα «Οικονομικά Χρονικά (経済録)» [και αργότερα τη συνέχεια του, «経済録拾遺» (1740)], στα οποία ανέλυε τις ιδέες του επάνω στα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής του. Σε αυτά, καταπιάνεται (μεταξύ άλλων) με πλήθος ζητημάτων που αφορούν τα οικονομικά. Αναγνωρίζει την αγροτική οικονομία, ως βασικό τομέα της οικονομίας, αλλά και της προστασίας της τάξης των σαμουράι, την οποία θεωρούσε (όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής) ως ζωτικό στόχο της οικονομικής πολιτικής.

Αναγνωρίζει ωστόσο -διαφέροντας από πολλούς από τους προκατόχους και τους συγχρόνους του-, και την πραγματικότητα μιας εκχρήματης οικονομίας που βασίζεται στο εμπόριο. Οι καλλιέργειες, όπως ισχυρίζεται, δεν πρέπει απλώς να μεγαλώνουν. Πρέπει συγχρόνως, οι σοδειές που προκύπτουν, να αγοράζονται και να πωλούνται. Για αυτό το λόγο, ο ίδιος, προτείνει την υιοθέτηση ενός συστήματος επαρχιακών μονοπωλίων, όπου οι επαρχίες θα εξειδικεύονται στην πώληση συγκεκριμένων τοπικών προϊόντων. Οι ηγέτες της χώρας, έγραφε, θα πρέπει να το αντιληφθούν αυτό και να επεκτείνουν μια πρακτική (την καθιέρωση επαρχιακών μονοπωλίων) την οποία ουσιαστικά ήδη χρησιμοποιούσαν ορισμένοι ντάιμιο της χώρας.

Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί, ότι η υποστήριξη του στην επέκταση του εμπορίου δεν συνεπαγόταν και υποστήριξη για τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες της εμπορικής τάξης. Αντίθετα, ένα από τα πλεονεκτήματα των επαρχιακών μονοπωλίων, όπως υποστήριζε, θα ήταν το ότι θα μπορούσαν να περιορίζουν την ικανότητα των εμπόρων να φτιάχνουν περιουσίες με τα κέρδη του εμπορίου. Μεταξύ άλλων επίσης, ο Ντάζαϊ ασχολήθηκε με ζητήματα νομισματικής φύσης, όπως οι αλλαγές στις ονομαστικές αξίες των νομισμάτων, η προσφορά του χρήματος κ.α.

Πέθανε το 1747 στο Έντο. Το σημείο ταφής του βρίσκεται στο ναό Τένγκεν-τζι, στη Γιανάκα του Τόκιο και έχει οριστεί από τη μητροπολιτική κυβέρνηση του Τόκιο ως ιστορικός χώρος. Στη γενέτειρά του (Ιίντα, νομός Ναγκάνο) υπάρχει ένα πέτρινο μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη του, το οποίο αποκαλείται «το πεύκο του Ντάζαϊ», ενώ υπάρχει και αναφορά για αυτόν στους στίχους του τοπικού λαϊκού τραγουδιού της νομαρχίας «Σίνανο νο Κούνι (信濃の国)10.

Ο Ντάζαϊ αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διανόησης της περιόδου Έντο και οι ιδέες του ενέπνευσαν πλήθος μεταγενέστερων μελετητών. Το έργο του (μέσα από τα πολλά γραπτά του) κάλυπτε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, μεταξύ των οποίων η Κομφουκιανική παράδοση, η οικονομική επιστήμη, η γλωσσολογία και η ποίηση, ενώ υπήρξε συχνά ριζοσπαστικό για την εποχή.

Υποσημειώσεις

1 Κατά τη διάρκεια της ζωής του χρησιμοποίησε διάφορα ονόματα: Τόκουο (徳夫), Τζιέιμον (弥右衛門) και πιο επίσημα, Σίσιεν (紫芝園). Ο ίδιος συχνά αναφερόταν στον εαυτό του ως Τζουν, ενώ χρησιμοποιούσε το Σίσιεν για ζητήματα της σχολής του. Το Σούν’νταϊ αποτελεί ωστόσο το όνομα με το οποίο είναι κυρίως γνωστός.
2 Αρχαία μορφή ιαπωνικής ποίησης. Μεταφράζεται ως «Ιαπωνικό τραγούδι/ποίηση» (和歌 ή παλαιότερα 倭歌) και αποτελεί πρόδρομο του χάικου.
3 Σήμερα αναφέρεται στο τμήμα της περιφέρειας Κανσάι που περιλαμβάνει την Όσακα, το Κόμπε και το Κιότο. Με αυτόν τον όρο αποκαλούνταν κατά το παρελθόν, οι επαρχίες γύρω από την παλαιά πρωτεύουσα Νάρα και το Κιότο.
4 Ως μεγάλοι Σοφοί (聖人, κινεζικά: shèngrén / ιαπωνικά: seijin) της αρχαιότητας θεωρούνται διάφορες προσωπικότητες της αρχαίας Κίνας, δημιουργοί του ανθρώπινου πολιτισμού.
5 Θεωρείται ένας από τους πλέον σημαντικούς ποιητές της Ιαπωνίας και ίσως ο σημαντικότερος στη σύνθεση Ουάκα ποίησης.
6 Σύστημα γραφής σε πρόζα, όπου κάντζι χαρακτήρες χρησιμοποιούνται μαζί με κάνα (χιραγκάνα-κατακάνα).
7 Ένα από τα έξι κλασικά έργα της κινέζικης φιλοσοφίας. Αυτά είναι: Το Βιβλίο της Ποίησης, Το Βιβλίο της Ιστορίας, Το Βιβλίο των Τελετουργικών, Το Βιβλίο των Αλλαγών, Το Βιβλίο της Μουσικής και Τα Χρονικά της Άνοιξης και του Φθινοπώρου. Περισσότερα εδώ
8 Ο όρος «道» (κινεζικά: dào / ιαπωνικά: michi) μεταφράζεται ως «Δρόμος», «Οδός» ή «Τρόπος» ωστόσο, ο όρος έφτασε να «κουβαλά» πλήθος αφηρημένων σημασιών , στενά συνδεδεμένων με την φιλοσοφική παράδοση της Κίνας και γενικότερα της Ανατολικής Ασίας. Οι Κομφουκιανοί μελετητές αναφέρονται συχνά στον «Δρόμο» που χάραξαν οι μεγάλοι Σοφοί και ηγεμόνες της αρχαιότητας.
9 Κινέζος φιλόσοφος και σημαντικός μελετητής του Κομφουκιανισμού. Υπολογίζεται ότι έζησε την περίοδο 372-288 π.χ.
10 Τραγούδι του νομού Ναγκάνο, που δημιουργήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Το τραγούδι δημιουργήθηκε το 1900 και ορίστηκε επίσημα ως νομαρχιακό τραγούδι του Ναγκάνο στις 20 Μαΐου 1968.

 


  • 54
    Shares