Ακουταγκάουα Ριουνόσουκε, ο πατέρας του ιαπωνικού διηγήματος

  • 102
    Shares

Ο Ακουταγκάουα Ριουνόσουκε (芥川龍之介) γεννήθηκε (ως Νιιχάρα Ριουνόσουκε – 新原龍之介) το 1892, στο Τόκυο. Έχοντας γεννηθεί την ημέρα, μήνα και χρονιά του δράκου, έλαβε το όνομα Ριουνόσουκε, δηλαδή γιος του δράκου1. Ο πατέρας του είχε κατάστημα γαλακτοκομικών και ο ίδιος ήταν ο μοναδικός γιός (το τρίτο παιδί) της οικογένειας (αργότερα θα αποκτούσε έναν αδερφό από τον πατέρα του και την θεία του, Φούγιου). Μόλις λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, η μητέρα του έχασε τα λογικά της και φαίνεται πως μέχρι το θάνατό της (το 1902) δεν έδειξε καμιά μητρική στοργή προς αυτόν. Έτσι, ο μικρός Ακουταγκάουα υιοθετήθηκε από τον αδερφό της, Ακουταγκάουα Ντόσο (1849-1956), ο οποίος δεν είχε παιδιά και ανατράφηκε κυρίως από τη θεία του, Φούκι (1856-1928), η οποία έμενε μαζί τους. Αξίζει να αναφερθεί πως η οικογένεια της μητέρας του άνηκε κατά το παρελθόν στην τάξη των σαμουράι.

Ως Ακουταγκάουα πλέον (τυπικά από το 1904), ενθαρρύνθηκε από νεαρή ηλικία να έρθει σε επαφή με την λογοτεχνία, τόσο Ιαπωνική και Κινεζική (κλασική και μη) όσο και με τη δυτική, καθώς και γενικότερα με τις τέχνες, όπως το θέατρο Καμπούκι και η καλλιγραφία. Διάβαζε μάλιστα τόσο πολύ που αργότερα, ο φίλος του και συμμαθητής Κικούτσι Χιρόσι [αλλιώς γνωστός ως Κικούτσι Καν (1888-1948)], θα έλεγε πως ο Ακουταγκάουα ήταν ο πιο πολυδιαβασμένος Ιάπωνας της γενιάς του. Ήταν άριστος μαθητής ωστόσο, φαίνεται πως όντας αδύνατος συχνά οι συμμαθητές του τον παρενοχλούσαν (ή ακόμη και οι δάσκαλοι του). Εξοικειωμένος με τα κλασικά κείμενα και τις παραδοσιακές μορφές ποίησης, δεν άργησε να ξεκινήσει και ο ίδιος να γράφει, ενώ δημοσίευε σχολικά περιοδικά με συμμαθητές του.

Συνέχισε να είναι άριστος μαθητής και στο γυμνάσιο, όπου ασχολήθηκε λίγο και με τη φυσική άσκηση και το τζούντο. Το 1910 μάλιστα, η υψηλή του απόδοση του επέτρεψε την εισαγωγή στο υψηλού κύρους Πρώτο Λύκειο του Τόκυο (第一高等学校). Σπούδασε στη συνέχεια (1913-1916) Αγγλική Λογοτεχνία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο (東京帝国大学), όπου η πτυχιακή του εργασία αφορούσε τον William Morris (1834-1896). Εκεί, με συμφοιτητές του, όπως οι Κικούτσι και Κούμε Μασάο (1891-1952), κυκλοφόρησαν τις δικές τους εκδόσεις (3η και 4η) του πανεπιστημιακού λογοτεχνικού περιοδικού «Ρεύμα Νέας Σκέψης (新思潮)» στο οποίο, εκτός από εκθέσεις και μεταφράσεις, δημοσίευσε και δικά του έργα. Η πρώτη του ιστορία ήταν τα «Γεράματα (老年)».

Καθ’όλο το διάστημα που ήταν φοιτητής δημοσιεύτηκαν αρκετά του κείμενα. Την περίοδο 1914-1915, ένα αποτυχημένο ρομάντζο [με την Γιοσίντα Γιαγιόι, στην οποία ήθελε να κάνει πρόταση γάμου αλλά τελικά δεν έκανε, λόγω εναντίωσης της οικογένειάς του] τον έκανε να παραμελήσει λίγο τις σπουδές του και να αναζητήσει διαφυγή στη συγγραφή ιστοριών, που όπως έλεγε, να είναι κεφάτες και όσο το δυνατόν λιγότερο σχετιζόμενες με την κατάσταση του.

Μεταξύ αυτών ήταν το πλέον διάσημο του διήγημα, «Ρασόμον (羅生門)». Δημοσιεύτηκε το 1915 στο περιοδικό του πανεπιστημίου «Αυτοκρατορική Λογοτεχνία (帝国文学)» και δανειζόταν στοιχεία από τις ιστορίες και το ιστορικό σκηνικό του κλασικού κειμένου «Κόντζακου Μονογκατάρι (今昔物語)», του 12ου αιώνα. Στον Ακουταγκάουα άρεσε συχνά να παίρνει στοιχεία από το παρελθόν ώστε να τα χρησιμοποιεί ως βάση για τις ιστορίες του και «επάνω τους» να τις «ξετυλίγει». Όπως επίσης, τον ενδιέφερε το υπερφυσικό στοιχείο, ιστορίες για περίεργα γεγονότα και φαντάσματα. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι πολλοί από τους γνωστούς του τότε, έκριναν αρκετά αρνητικά το «Ρασόμον».

Εν τω μεταξύ, είχε μετακομίσει (1914) με την οικογένειά του στην Ταμπάτα, μια συνοικία στη βόρεια πλευρά του Τόκυο, η οποία συγκέντρωνε την περίοδο εκείνη σημαντικό αριθμό διανοούμενων και καλλιτεχνών της εποχής2. Θα έμενε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Το 1916 δημοσίευσε, και πάλι στο περιοδικού «Ρεύμα Νέας Σκέψης», το διήγημα του «Μύτη (鼻)», το οποίο έλαβε τα θετικά σχόλια του Νατσούμε Σόσεκι (1867-1916), τον οποίο ο Ακουταγκάουα θαύμαζε ως νέος. Τον είχε συναντήσει για πρώτη φορά το 1915, όταν είχε παρευρεθεί (με τον συγγραφέα φίλο του Κούμε) σε μία από τις συναντήσεις που οργάνωνε στο σπίτι του για τους μαθητές του. Ο Σόσεκι τον είχε ενθαρρύνει στη συνέχεια να συνεχίσει να γράφει, στο ίδιο πνεύμα, χαράσσοντας το δικό του μονοπάτι, χωρίς να πρέπει σκέφτεται τις πιθανές κριτικές των πολλών. «Η Μύτη» αναδημοσιεύτηκε και σε άλλα περιοδικά, ενώ την ίδια χρονιά, δημοσίευσε και το πρώτο του έργο σε περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας, υπό τον τίτλο «Χυλός Γλυκοπατάτας (芋粥)». Ακολούθησαν βεβαίως και άλλα του έργα.

Μετά την αποφοίτησή του, μετακόμισε στην Καμακούρα, όπου ξεκίνησε να διδάσκει αγγλικά στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών (海軍機関学校), ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του σε περιοδικά. Μεταξύ άλλων, το 1917 κυκλοφόρησε η πρώτη του ανθολογία, με τον τίτλο «Ρασόμον» και σύντομα μια δεύτερη, με τίτλο «Τα Τσιγάρα και ο Διάβολος (煙草と悪魔)», αυτή τη φορά από μεγαλύτερο εκδότη.

Στο γάμο του με την Τσουκαμότο Φούμι

Το 1918 παντρεύτηκε, την Τσουκαμότο Φούμι (1900-1968), ανιψιά του φίλου του Γιαμαμότο Κιγιόσι (1892-1963), με την οποία συνέχισε να ζει στην Καμάκουρα (για λίγο και με την θεία του Φούκι). Μεταξύ άλλων, την περίοδο αυτή κυκλοφόρησαν τα έργα του «Ιστός Αράχνης (蜘蛛の糸)» και «Απεικόνιση της Κολάσεως (地獄変)»1. Ωστόσο, η πανδημία της ισπανικής γρίπης επηρέασε τόσο τον ίδιο όσο και την οικογένειά του (έχασε τον πατέρα του). Παραιτήθηκε από τη σχολή και επέστρεψε στο Τόκυο, όπου πλέον καλούταν ο ίδιος να στηρίξει οικονομικά το νοικοκυριό, γεγονός που φαίνεται πως τον επιβάρυνε αρκετά.

Υπέγραψε αποκλειστική συνεργασία με την εφημερίδα «Όσακα Μάινιτσι Σινμπούν (大阪毎日新聞)». Η φήμη του είχε πλέον εδραιωθεί και κείμενά του συνεχίζονταν να δημοσιεύονται, συχνά με παράλληλες εκδόσεις ή στα λεγόμενα «πρωτοχρονιάτικα τεύχη». Το 1919 ταξίδεψε στο Ναγκασάκι, όπου είχε επαφές με προσωπικότητες της εποχής, μεταξύ των οποίων με την ποιήτρια Χίντε Σίγκεκο (1890-1973), με την οποία συνδέθηκε και ερωτικά (η ίδια ήταν ήδη παντρεμένη και μητέρα). Αργότερα, θα αναφερθεί στη σχέση τους αυτή στο «Η Ζωή Ενός Ηλίθιου (或阿呆の一生)» (1927), στο υποκεφάλαιο με τον τίτλο «Τρελή Κοπέλα». Η σχέση αυτή ήταν για εκείνον ένα λάθος όπως έλεγε, όχι για λόγους ηθικούς αλλά για πρακτικούς. Το 1920 γεννήθηκε ο πρώτος του γιος, Χιρόσι, ενώ λίγο αργότερα η Χίντε του ανακοίνωσε πως γέννησε επίσης έναν δικό του γιο (ψευδώς από ό,τι φαίνεται).

Το 1921 ο Ακουταγκάουα ταξίδεψε στην Κίνα (ως ειδικός ανταποκριτής της εφημερίδας), όπου και έμεινε περίπου τέσσερεις μήνες. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν να αποτυπώσει, μέσα από σειρά άρθρων, την πολιτιστική ζωή στις σημαντικότερες πόλεις της Κίνας, η οποία βρισκόταν την εποχή εκείνη σε αναβρασμό. Επισκέφτηκε διάφορες πόλεις και συνάντησε διάφορες προσωπικότητες. Αποτέλεσμα των όσων είδε ήταν η σειρά κειμένων του «Το Ημερολόγιο της Κίνας (支那游記)», εκ των οποίων το γνωστότερο είναι το «Ημερολόγιο της Σαγκάης (上海游記)»4. Παρ’όλο που για τον ίδιο, η Κίνα βρισκόταν φανερά σε παρακμή, φαίνεται πως το όλο ταξίδι ήταν μια διασκεδαστική εμπειρία. Συχνά μάλιστα αναφέρεται, πως στις αφηγήσεις του αυτές, ο Ακουταγκάουα διατηρεί μια ισορροπία στις περιγραφές του, οι οποίες αν και ωμές, είναι πιστές και απαλλαγμένες συμπερασμάτων. Εκεί ωστόσο, η υγεία του ταλαιπωρήθηκε από πλευρίτιδα και άλλες ασθένειες. Επιστρέφοντας, υπέφερε από αϋπνίες, νευρασθένεια, κράμπες στομάχου, νευρική εξάντληση, ταχυκαρδίες κ.α., τα οποία συνέχισαν να τον ταλαιπωρούν για το υπόλοιπο της ζωής του.

Συνέχισε όμως να γράφει. Μεταξύ άλλων το 1922, δημοσιεύτηκε το «Μέσα στη Λόχμη (藪の中)», το οποίο πολλοί έχουν χαρακτηρίσει ως ένα από τα πλέον καθηλωτικά του κείμενα. Στην ιστορία αυτή βασίστηκε η βραβευμένη ταινία του Κουροσάουα Ακίρα (1910-1998), Ρασόμον, η οποία κυκλοφόρησε το 1950 και απέσπασε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας (1951) καθώς και ένα τιμητικό Όσκαρ. Την ίδια χρονιά απέκτησε άλλον έναν γιο, τον Τακάσι, ενώ επισκέφτηκε και πάλι το Ναγκασάκι.

Η υγεία του συνέχισε να χειροτερεύει και η συγγραφική του παραγωγή περιορίστηκε. Επιπλέον, ο μικρότερος του γιος αρρώστησε βαριά και νοσηλεύτηκε για περισσότερες από δέκα ημέρες. Λίγο αργότερα έγραψε το «Η Αρρώστια του Μωρού (子供の病気)». Τα κείμενά του άρχισαν να στρέφονται όλο και περισσότερο στο πεδίο των λεγόμενων «προσωπικών πεζογραφημάτων (私小説)». Ο ίδιος εμφανίζεται συχνά ως Γιασουκίτσι, σε έργα όπως το «Από το Σημειωματάριο του Γιασουκίτσι (保吉の手帳から)» και το «Η Συγγραφή (文章)». Χαρακτηριστικότερο έργο της εποχής είναι ίσως το «Τα πρώτο μισό της ζωής του Νταϊντόντζι Σίνσουκε (大導寺信輔の半生)».

Ο Μεγάλος Σεισμός του Κάντο (01/09/1923) τον επηρέασε σημαντικά, τόσο σε πρακτικό επίπεδο, όσο και σε δημιουργικό. Το σπίτι του υπέστη ελαφριές βλάβες ωστόσο, εκείνα των αδερφών του κάηκαν στις καταστροφικές πυρκαγιές που ακολούθησαν το σεισμό και ο ίδιος βρέθηκε να σηκώνει το οικονομικό βάρος και πάλι. Παράλληλα, έγραψε αρκετά για την καταστροφή και τις βιαιότητες που την ακολούθησαν (όπως λ.χ. για τις επιθέσεις στην κορεάτικη μειονότητα που έλαβαν χώρα). Η ανθρώπινη τραγωδία που ξετυλιγόταν γύρω του, ο θάνατος και οι βιαιότητες, έγιναν ζητήματα για τα οποία ο ίδιος έγραψε, με πολλά από τα κείμενά του αυτά να λογοκρίνονται.

Η περίοδος που ακολούθησε θα μπορούσε να ειπωθεί πως ήταν εξοντωτική. Οι οικονομικές υποχρεώσεις, η κριτική στα γραπτά του, η οποία τον κατηγορούσε για λογοκλοπή και έλλειψη πρωτοτυπίας, και η αναζήτηση από τον ίδιο για τη συγγραφική πορεία την οποία θα ακολουθούσε του προκαλούσαν ακόμη περισσότερες αϋπνίες και ψυχική εξάντληση. Μάλιστα την περίοδο αυτή, απέκτησε εξάρτηση από ηρεμιστικά φάρμακα. Παράλληλα, η σύζυγός του γέννησε ακόμη έναν γιο, τον Γιάσουσι.

Το 1926 πέρασε, με την σύζυγό του και τον μικρό Γιάσουσι, κάποιους μήνες στην Κουγκενούμα (από εκεί καταγόταν η Φούμι). Το Φθινόπωρο του 1926 δημοσιεύτηκε το «Μητρώο Θανάτου (点鬼簿)», το οποίο έλαβε αρνητική κριτική από τον συγγραφέα Τοκούντα Σούσεϊ (1871-1943). Σε αυτό αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην τρέλα της μητέρας του, στον πατέρα του, στην θεία που τον είχε αναθρέψει, αλλά και στην αδερφή του, η οποία είχε πεθάνει προτού ο ίδιος να γεννηθεί.

Στις αρχές του 1927 το σπίτι της αδερφής του κάηκε μερικώς, ενώ ο σύζυγος της, που κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό (με σκοπό να πάρει τα χρήματα από την ασφάλεια), αυτοκτόνησε, πέφτοντας στις ράγες του τραίνου. Ο Ακουταγκάουα, αν και άρρωστος, κλήθηκε και πάλι τα λύσει τα όποια ζητήματα. Να περισυλλέξει το πτώμα και να φροντίσει οικονομικά την αδερφή του και τα παιδιά της. Τότε, μεταξύ άλλων, έγραψε το «Ορεινό σπίτι του Γκένγκακου (玄鶴山房)», το οποίο θεωρείται η κοντινότερη του απόπειρα να γράψει Νατουραλιστικό έργο.

Τους επόμενους μήνες έγραψε αρκετές ιστορίες, κάποιες εξ’ αυτών μακρύτερες και αυτοβιογραφικού ύφους. Χαρακτηριστικότερη εξαίρεση ίσως είναι το «Κάπα (河童)», το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σατιρικό αλλά ταυτόχρονα και καταθλιπτικό. Παράλληλα, έγραψε την έκθεση «Λογοτεχνικά, Όλα υπερβολικά Λογοτεχνικά (文芸的な、余りに文芸的な)», η οποία παρουσίαζε τις σκέψεις του για τη σημασία της πλοκής στη λογοτεχνία, στη λεγόμενη διαμάχη που είχε με τον συγγραφέα Τανιζάκι Τζουνιτσίρο (1886-1965), ο οποίος υποστήριζε πως η πλοκή ήταν καθοριστική για την κάθε ιστορία. Έγραψε ακόμη, δύο σουρεαλιστικά σενάρια, ενώ στα τελευταία του γραπτά συμπεριλαμβάνονται και δύο έργα αναφερόμενα στον Χριστό, τα: «Ο Άνδρας από τη Δύση (西方の人)»  και «Ο Άνδρας από τη Δύση: η Συνέχεια (続西方の人)». Όπως έλεγε, ο Χριστιανισμός τον έλκυε για τα καλλιτεχνικά του στοιχεία. Φαίνεται ωστόσο, πως είχε μελετήσει εις βάθος κείμενα όπως Παλαιά και Καινή Διαθήκη.

Ο Ακουταγκάουα το 1927

Το 1927, στα 35 του, ο Ακουταγκόυα αυτοκτόνησε. Στις 24 Ιουλίου, το ξημέρωμα, πήρε υπερβολική δόση υπνωτικών και ξάπλωσε με την οικογένειά του για ύπνο, διαβάζοντας τη Βίβλο. Άφησε σημειώματα στη σύζυγό του και κάποιους του φίλους. Προηγουμένως, είχε συναντήσεις με κάποιους από αυτούς, ενώ το απόγευμα της 23ης είχε δειπνήσει σε ευχάριστο κλίμα με την οικογένειά του. Το τελευταίο του διήγημα που δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ήταν το «Τα Τρία Παράθυρα ( 三つの窓)». Μετά τον θάνατό του, μεταξύ άλλων, δημοσιεύτηκε το «Γρανάζια (歯車)», για πολλούς ίσως το πλέον αριστουργηματικό του έργο. Ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, όπου πραγματικότητα και φαντασία εναλλάσσονται διαρκώς.

Ο φίλος του Κούμε, δημοσιοποίησε την ημέρα εκείνη το κείμενο «Σημείωμα Προς Έναν Παλιό Φίλο (或旧友へ送る手記)», το οποίο άφησε ο Ακουταγκάουα και στο οποίο αναφερόταν στην κατάσταση στην οποίο βρισκόταν. Η φράση με την οποία την εξηγούσε – «僕の将来に対する唯ぼんやりした不安 (ασαφής ανησυχία για το μέλλον μου)» -, είναι ευρέως διαδεδομένη ακόμη και σήμερα. Στο γράμμα αυτό, μεταξύ άλλων, περιέγραφε τις σκέψεις του για την πράξη της αυτοκτονίας γενικότερα, για το πώς και πού θα έπρεπε να πεθάνει ο ίδιος, για το ότι η φύση του έμοιαζε πιο όμορφη από ποτέ, τώρα που ήταν κοντά στον θάνατο.

Ο Ακουταγκάουα, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της σύγχρονης Ιαπωνίας, θεωρείται ο πατέρας του ιαπωνικού διηγήματος (小説). Έγραψε παραπάνω από 150 διηγήματα, ενώ ήταν από τους πρώτους συγγραφείς της μοντέρνας εποχής που διαβάστηκε εκτός Ιαπωνίας. Συχνά αποκαλείται «ο συγγραφέας της εποχής Τάισο (1912-1926)», ενσαρκώνοντας στα έργα του το πνεύμα της εποχής. Μιας εποχής που συχνά αναφέρεται ως η πλέον δημοκρατική περίοδος της προπολεμικής Ιαπωνίας, που όμως ταυτόχρονα, χαρακτηρίστηκε από βίαια γεγονότα, όπως ο Μεγάλος Σεισμός του Κάντο, οι εξεγέρσεις ρυζιού, οι πολιτικές δολοφονίες, αλλά και από την κυβερνητική καταπίεση και λογοκρισία.

Στην προσωπική του ζωή, ο ίδιος φαίνεται πως ζούσε στην αγωνία. Η ανησυχία μήπως και αυτός υπέφερε από την τρέλα της μητέρας του φαίνεται πως τον στοίχειωνε. Οι σχέσεις του του είχαν αφήσει βαθιές πληγές και η υγεία του επίσης ήταν άκρως επιβαρυμένη. Τα τελευταία του χρόνια, λέγεται πως αϋπνίες και παραισθήσεις, στομαχικά και εντερικά προβλήματα, πονοκέφαλοι κ.α. είχαν γίνει η καθημερινότητά του. Παράλληλα, όπως έγραφε στο γράμμα του, η αυτοκτονία ήταν κάτι που σκεφτόταν να κάνει για πάνω από δύο έτη. Μισούσε πλέον τους ανθρώπους έγραφε, μαζί και τον εαυτό του.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, κατηγορήθηκε πως του έλειπε η πρωτοτυπία. Πως απλώς συνέθετε αριστοτεχνικά (ή μη) τμήματα άλλων έργων. Τα διηγήματά του βρίσκουν έμπνευση και δεδομένα σε πλήθος πηγών. Σε αυτά όμως, όπως υποστηρίζεται, εκφράζει τις δικές του πεποιθήσεις, το δικό του ψυχισμό, τη δική του καλλιτεχνική υπόσταση. Πέρα από τα πεζά του κείμενα, ο Ακουταγκάουα ήταν εξαίρετος ποιητής, ικανότατος να συνθέσει σε μοντέρνες, κλασικές, ακόμη και αρχαϊκές μορφές. Φαίνεται ωστόσο, πως εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η πεζογραφία. Στα πρώτα του κείμενα κρατάει χαρακτηριστική απόσταση από τα διηγήματά του. Αργότερα, σε μια εποχή που ζητά την έκφραση μέσα από την προλεταριακή λογοτεχνία ή τη προσωπική πεζογραφία, ο ίδιος, αν και μη αδιάφορος στη σοσιαλιστική τάση, φαίνεται πως επιλέγει την δεύτερη5, χωρίς ωστόσο να πλησιάζει το βαθμό συγγραφέων όπως ο Ντάζαϊ6. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η επιλογή του αυτή παίρνει θα έλεγε κανείς μια πιο ουσιώδη μορφή. Τα κείμενά του, άλλοτε χιουμοριστικά, άλλοτε  κυνικά, άλλοτε ειρωνικά και καυστικά, συχνά απόμακρα και απόκοσμα, στο σύνολό τους, αποτυπώνονται στη μνήμη του αναγνώστη με την πρώτη κιόλας ανάγνωση.

Το 1935 καθιερώθηκε, ύστερα από πρωτοβουλία του φίλου του Κικούτσι, το «Βραβείο Ακουταγκάουα (芥川龍之介賞)», το οποίο παραμένει ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία στην Ιαπωνία. Η ζωή του και τα έργα έχουν εμπνεύσει (και συνεχίζουν να εμπνέουν) δεκάδες καλλιτεχνικές δημιουργίες, όπως βιβλία, μάνγκα, ταινίες και σειρές (άνιμε και μη), όπερες και μπαλέτα. Τα έργα του συνεχίζουν να διαβάζονται από εκατομμύρια αναγνώστες παγκοσμίως και είναι χαρακτηριστικό της ποικιλίας αυτών, πως μεταξύ των πολλών ερευνητών και μεταφραστών του, η επιλογή ενός και μόνο έργου ως του πλέον σπουδαίου του είναι αδύνατη.

Ο γνωστός συγγραφέας Μουρακάμι Χαρούκι (1949) αναφέρει στην εισαγωγή του για το βιβλίο «Rashōmon and Seventeen Other Stories»6 : «Ο συγγραφέας Ακουταγκάουα Ριουνόσουκε στέκεται ως μια φωτεινή παρουσία στην ιστορία της ιαπωνικής λογοτεχνίας, σύμβολο της σύντομης δόξας και σιωπηρής ήττας της εποχής του.[…] εξακολουθεί να ζει και να λειτουργεί στην πραγματικότητα ως ένας δικός μας “εθνικός συγγραφέας”. Ζει ως ένα ακίνητο, σταθερό σημείο στην ιαπωνική λογοτεχνία, ως ένα μέρος της κοινής πνευματικής μας βάσης».

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα έργα του:

ΡΑΣΟΜΟΝ από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ (1970)
ΚΑΠΑ, σε μετάφραση του Κοβαλένκο Γιούρι, από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1992)
ΡΑΣΟΜΟΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, σε μετάφραση του Κοβαλένκο Γιούρι, από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ (1992)
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΗΛΙΘΙΟΥ, σε μετάφραση της Κορρέ Αγγελικής, από τις εκδόσεις ΚΟΒΑΛΤΙΟ (2018)
Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΑΝΟΗΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, σε μετάφραση της Γεροδήμου Σπάρτης, από τις εκδόσεις ΕΡΑΤΩ (2019)

Υποσημειώσεις

1 Σύμφωνα με το κινεζικό ωροσκόπιο (ημέρα 辰日, μήνας 辰月, χρονιά 辰年). Έτσι το όνομά του περιέχει το ιδεόγραμμα του δράκου: Ριού (龍). Ωστόσο, φαίνεται πως αυτός ο ισχυρισμός για το όνομά του δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, καθώς η ακριβής ώρα της γέννησής του δεν είναι γνωστή.
2 Η συνοικία καταστράφηκε, σχεδόν ολοκληρωτικά, στους βομβαρδισμούς κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα μπορεί κανείς να πάρει μια ιδέα της εποχής εκείνης, στο Tabata Memorial Museum of Writers and Artists (https://kitabunka.or.jp/tabata/english/).
3 Κυκλοφόρησε ταυτόχρονα (ως σειρά) σε δύο εφημερίδες.
4 Τον Δεκέμβριο του 2019 κυκλοφόρησε από τον τηλεοπτικό σταθμό NHK η μίνι σειρά «A Stranger in Shanghai», η οποία βασίστηκε στα γραπτά αυτά του Ακουταγκάουα.
5 Η πρώτη βέβαια δεν τον άφηνε αδιάφορο. Το 1923 δημοσίευσε για παράδειγμα μια έκθεση με τίτλο «Περί Προλεταριακής Λογοτεχνίας (プロレタリア文学論)», ενώ έργα του όπως το «Ο Σοσιαλιστής» ή το «Κάπα», καταπιάνονται με ζητήματα του είδους. Επιπλέον, έδειχνε κατά καιρούς ενδιαφέρον για τον Μαρξισμό και είχε γράψει κείμενα σε αριστερά περιοδικά. Παρ’όλα αυτά, δεν υποστήριζε την μονόπλευρη προσέγγιση του είδους.
6 Σχετικά ο Μουρακάμι Χάρουκι γράφει (βλέπε υποσημείωση 7) : «Μπορεί να γράφει κάτι κοντινό στα γεγονότα της δικής του ζωής, αλλά ο στιλιστικός του έλεγχός παραμένει ισχυρός και η γραφή του αποκαλύπτει αρκετή λογοτεχνική σχεδίαση για να θέτει τον αναγνώστη σε επιφυλακή: “Δεν θα ξέρετε ποτέ ακριβώς”, φαίνεται να μας προειδοποιεί, “πόσα από αυτά αληθεύουν και πόσα είναι μυθοπλασία”».
7 Akutagawa, R., Rubin, J., & Murakami, H. (2006). Rashōmon and seventeen other stories. New York: Penguin Books.

 


  • 102
    Shares