Η δική μου Ασακούσα (*)

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Πολλοί ιάπωνες –μεταξύ των οποίων και η γυναίκα μου- δεν καταλαβαίνουν ακριβώς γιατί στο μυαλό μου «Τόκιο» σημαίνει πρώτα απ’ όλα «Ασακούσα». Μεταξύ των σχολίων που ακούω, τα συνηθέστερα είναι ότι «είναι πολύ τουριστική», ότι «είναι πολύ παλιοκαιρίτικη», ότι «δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από το Σενσότζι» και ότι «δεν είναι μέρος για νέους ανθρώπους»· οι παλιότεροι (για την ακρίβεια, οι αρκετά παλιότεροι) οι οποίοι καταλαβαίνουν κάτι περισσότερο κουνούν το κεφάλι τους με νοσταλγία –και τη μελαγχολία που συχνά συνοδεύει τη νοσταλγία- και λένε απλώς «η Ασακούσα δεν είναι αυτή που ήταν». Από τα παραπάνω σχόλια, το τελευταίο είναι το μόνο που δεν μπορώ να αντικρούσω. Αφ’ ενός επειδή δεν έχω ίδια γνώση καθώς η Ασακούσα που εννοούν τελείωσε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ και αφ’ ετέρου επειδή από όσα έχω διαβάσει –από ιάπωνες και μη- πρέπει όντως να ήταν κάτι ξεχωριστό.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η σημερινή Ασακούσα είναι νεκρή. Οι τουρίστες δε με ενοχλούν (όσοι ξέρουν έστω και λίγη ιστορία, ξέρουν και ότι η Ασακούσα είναι τουριστική επί τουλάχιστον μισή χιλιετία), ενώ ο παλιοκαιρίτικος αέρας που αποπνέει είναι ακριβώς το αντίβαρο που χρειάζεται μια πόλη σαν το Τόκιο γεμάτη από υπερσύγχρονα και απάνθρωπα γρήγορα κομμάτια. Στην Ασακούσα ο χρόνος πράγματι έχει σταματήσει· λάθος, έχει μείνει μετέωρος κάπου στη δεκαετία του 1950 ή του 1930 ή, αναλόγως που βρίσκεται κανείς του 1830 ή του 1730. Και αυτό κάθε άλλο παρά ενοχλεί τον κόσμο της –τον κόσμο που ζει και δουλεύει εκεί, συχνά σε δουλειές που σχετίζονται με τον τουρισμό αλλά εξίσου συχνά και σε δουλειές που σχετίζονται κυρίως με τους ντόπιους. Το μόνο που χρειάζεται για να δει κανείς αυτή την πλευρά της Ασακούσα, είναι ένα ζευγάρι καλά πόδια, χρόνος και καλή διάθεση.

Η Ασακούσα είναι η πρωτεύουσα του παλιού σιταμάτσι, του παλιού κέντρου του Τόκιο –και αυτός της ο ρόλος αντηχεί ακόμα τόσο στην περιοχή γύρω από το Σενσότζι, τον παλιότερο ναό του Τόκιο όσο και στα στενά δρομάκια με τα μαγαζιά, τα εργαστήρια και τα μικρά ξύλινα σπίτια με τις γλάστρες στα παράθυρα που απλώνονται αρκετά μακριά του. Είναι η περιοχή που η λέξη «Έντο», η παλιά ονομασία του Τόκιο και λέξη-κλειδί για έναν αστικό πολιτισμό παλιότερο από τους αντίστοιχους της Ευρώπης, υπάρχει παντού –όχι σαν τουριστικό σλόγκαν αλλά σαν τατουάζ στη συνείδηση των κατοίκων της- και συναντιέται με τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, όταν τα καμπαρέ και τα κλαμπ της συναγωνίζονταν τα αντίστοιχα του Παρισιού και της Νέας Υόρκης. Ο περισσότερος κόσμος όταν μιλάει για «κλασσικό ιαπωνικό πολιτισμό» έχει στον νου του τον πολιτισμό των σαμουράι και τη στημένη επιτήδευση της αυτοκρατορικής αυλής του Κιότο. Όμως ό,τι αξίζει πραγματικά στον ιαπωνικό πολιτισμό, ανθρώπινο, ζωντανό, πολύχρωμο και ζουμερό ξεπήδησε από τη μήτρα που λέγεται Ασακούσα.

(*) Με ευχαριστίες προς τη Σαουαμούρα Σαντάκο –και τον Ντόναλντ Ρίτσι…

ENGLISH


Ακολουθήστε μας στο Facebook, το Twitter, το Instagram και το YouTube για να μην χάνετε καμμία δημοσίευσή μας!  
scroll to top