Χίνα ματσούρι, η γιορτή των κοριτσιών

hina_matsuri_2016

Του καθηγητή  Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου

Τρεις Μαρτίου, κάθε χρόνο, είναι στην Ιαπωνία η μέρα που γιορτάζουν οι κούκλες, που λέγονται «χίνα». Η γιορτή είναι γνωστή με το όνομα «χίνα ματσούρι». Ταυτόχρονα, την ίδια μέρα, είναι και η γιορτή των κοριτσιών. Ένα από τα ωραιότερα στοιχεία αυτής της γιορτής είναι ότι οι οικογένειες που έχουν μικρές κόρες εκθέτουν, ήδη από τις τελευταίες μέρες του Φεβρουαρίου, σε κάποιο κεντρικό σημείο του σπιτιού μια κλιμακωτή βάση (που λέγεται «χίνα-νταν»), πάνω στην οποία τοποθετούνται κούκλες που παριστάνουν την αυτοκρατορική αυλή. Χαρά μεγάλη και θαυμασμός για τις κούκλες υπάρχει ανάμεσα στα παιδιά και σε όλη την οικογένεια, όταν η μητέρα κάθε χρόνο τέτοια μέρα τις βγάζει από τα κουτιά τους. Χίνα-νταν στήνονται ακόμη σε δημόσια καταστήματα, ιδρύματα, μουσεία κ.λπ. και, βέβαια, στα καταστήματα που τις πουλάνε. Στη συνοικία Ασάκουσα, στο Τόκυο, είναι συγκεντρωμένα πολλά τέτοια μαγαζιά, που κρατάνε, κάποια ακόμη κι από την εποχή Εντό. Την εορταστική ατμόσφαιρα συμπληρώνει το παιδικό τραγούδι «τανοσίι χίνα ματσούρι» (τους στίχους του έγραψε ο Σάτο Χατσιγκούτσι 1903-73) που ακούγεται παντού δημιουργώντας έτσι σε όλη τη χώρα έναν αέρα τρυφερότητας.

Για την καταγωγή αυτού του ματσούρι υπάρχουν διάφορες θεωρίες, όπως π.χ. ότι προέρχεται από σιντοιστικές τελετές καθαρμού από «τσούμι» (= «αμαρτίες») ή αρρώστιες, όπου οι κούκλες, ως υποκατάστατα ανθρώπων, έπαιρναν πάνω τους κάθε είδους μίασμα. Τέτοιο ήταν το έθιμο «χινα-ναγκάσι», της εποχής Χεϊάν, στο οποίο αχυρένιες κούκλες αφήνονταν στο νερό του ποταμού, για να τις πάρει μαζί με τα κακά που μεταφέρονταν στις ίδιες. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία το χίνα-ματσούρι ξεκίνησε από το έθιμο να προσφέρουν στις πριγκίπισσες της αυτοκρατορικής οικογένειας κούκλες, με το σκοπό αυτές να γίνουν οι δέκτες κακών επιρροών, κακοτυχίας, ασθενειών κ.λπ. αντί των κοριτσιών. Στη διάρκεια της εποχής Εντό το έθιμο επεκτάθηκε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, στα κορίτσια των οποίων προσφέρονταν κούκλες πάλι σαν τέτοια μαγικά υποκατάστατα των αληθινών, που τα παιδιά τα είχαν σαν φυλαχτά. Όταν μεγάλωναν, τα έκαιγαν, για να φύγουν με κάθε κακό που είχαν απορροφήσει.  Όμως σ’ αυτές τις θεωρίες δεν είναι σαφές πως αυτά τα έθιμα μετατράπηκαν στο σημερινό ρόλο που παίζουν οι κούκλες, που είναι κάτι διαφορετικό, η αναπαράσταση της αυλής. Πολλά από τα στοιχεία αυτής της αυλής, όπως τα φορέματα, προέρχονται από την εποχή Χεϊάν, όμως, εφόσον δεν υπάρχουν μαρτυρίες για μια παρόμοια γιορτή πριν από την εποχή Εντό, αυτή πρέπει να άρχισε τότε. Σ’ αυτό συνηγορούν και στοιχεία όπως ότι καθιστές κούκλες (σου’ουάρι μπίνα) άρχισαν να φτιάχνουν από την εποχή Εντό, ενώ πριν υπήρχαν μόνο οι όρθιες (τάτσι-μπίνα). Το γεγονός ότι στο κέντρο βρίσκεται ένα ζευγάρι, καθώς και το ότι η γιορτή γίνεται αρχή της άνοιξης, οπότε γίνονταν κι άλλες γιορτές γονιμότητας, είναι επίσης ενδεικτικό ότι έθιμα ή τελετές συνδεδεμένες με αυτή την ιδιότητα μπορεί να βρίσκονται στις ρίζες του χίνα-ματσούρι.

Όπως και νάχει, αυτή τη μέρα οι γονείς πηγαίνουν τα κορίτσια, ντυμένα λαμπρά κιμονό με μακριά μανίκια (φουρισόντε), στους σιντοιστικούς ναούς, για να ζητήσουν γι’ αυτά την προστασία κάποιου κάμι. Γι αυτό το Χίνα-ματσούρι θεωρείται και σιντοιστική γιορτή. Οι σιντοιστικοί ναοί γεμίζουν αυτή τη μέρα από αυτές τις ζωντανές κούκλες, προσφέροντας ένα πολύ όμορφο θέαμα. Τους δίνουν επίσης διάφορα δώρα. Η γιορτή περιλαμβάνει και επισκέψεις, αφού τα κορίτσια, παίζοντας τις οικοδέσποινες, καλούν άλλα παιδιά να δούν το χίνα-νταν του δικού τους σπιτιού και να γευτούν τα κέικ και το τσάι που φιλεύει η μητέρα. Το χίνα-νταν αποσύρεται την 4η Μαρτίου και όλα μπαίνουν ξανά στα κουτιά τους. Δεν πρέπει να παραμείνει πέρα από αυτή την ημερομηνία, διότι τότε πιστεύεται ότι οι κοπέλλες θ’ αργήσουν να παντρευτούν.

Ένα τυπικό Χίνα-νταν έχει έξη ή επτά σκαλιά, στρωμένα με ένα κόκκινο ύφασμα, με ένα τελείωμα ουράνιου τόξου. Συχνά πίσω από το σύνολο τοποθετείται ένα χρυσό παραβάν (μπυόμπου). Πάνω στα σκαλιά τοποθετούνται οι κούκλες, με επικεφαλής, στην κορυφή, τις δύο βασικές, τον αυτοκράτορα και την αυτοκράτειρα, που λέγονται μαζί «ντάιρι-μπίνα». Ο αυτοκράτορας (ο-μπίνα) κρατά το σύμβολο της εξουσίας, το λεγόμενο «σάκου», ενώ η αυτοκράτειρα (με-μπίνα), ντυμένη με «τζούου-νι-χιτόε», το δωδεκαπλό φόρεμα της εποχής Χεϊάν, κρατά βεντάλια. Δεξιά κι αριστερά τους μπορεί να υπάρχουν δύο χάρτινα φανάρια, πάνω σε κοντάρια, τα λεγόμενα «μπονμπόρι». Χρυσό παραβάν (ένα ή δύο) μπορεί να υπάρχει και μόνο πίσω από αυτές τις δύο κούκλες. Στο δεύτερο σκαλί η ομάδα αποτελείται από τρεις κυρίες της αυλής. Στο τρίτο υπάρχουν πέντε μουσικοί (γκονίν μπαγιάσι). Στο τέταρτο, δύο υπουργοί (νταινίν). Στο πέμπτο τοποθετούνται τρία μέλη του υπηρετικού προσωπικού, που τα ονόματά τους δείχνουν ότι είναι πάντα πιωμένοι. Στο έκτο υπάρχουν μινιατούρες από συρταριέρες (τάνσου), ντουλάπες για ρούχα, σιφονιέρα με καθρέφτη, κουτί για τη φύλαξη κλωστών και βελονών, κ.λπ., ενώ στο έβδομο είναι οι άμαξες που τις σέρνουν βόδια (μία γεμάτη λουλούδια), επάλληλα, λακαρισμένα κουτιά για φαγητό (τζουμπακό), δεμένα μαζί με ένα ωραίο κορδόνι, καθώς και σκεπαστό φορείο (ρίκισα) για τη μεταφορά των ευγενών.

Σήμερα αυτό το τυπικό χίνα-νταν είναι διαδεδομένο σε όλη την Ιαπωνία. Ωστόσο, πριν οι διαφορές εξαφανιστούν, τα χίνα-νταν διαφόρων εποχών ή και διαφόρων πόλεων, είχαν διαφορές, όπως στο στυλ της μορφής που είχαν οι κούκλες, στον αριθμό των μελών των διαφόρων ομάδων ή στα άλλα αντικείμενα που τοποθετούνται εκεί, εκτός από τις κούκλες. Π.χ. τα χίνα-νταν του Κυότο είχαν μινιατούρες κουζινών ή οικιακής εστίας, που δεν είχαν τα χίνα-νταν του Τόκυο, κ.ο.κ. Στα ιαπωνικά μουσεία, όπως π.χ. στο μουσείο του Κυότο μπορεί κανείς να δεί παλιά χίνα-νταν με τους θαυμαστούς ενοίκους τους.

Σαν οι κούκλες να ήταν ζωντανές, στο βάθρο που στέκεται το σύνολο τα μέλη της οικογένειας προσφέρουν «μοτσί» (κέικ ρυζιού), φτιαγμένα με ανάμειξη διαφόρων αρωματικών φυτών ή χρωματισμένα, ολόκληρα ή κομμένα στο εορταστικό σχήμα του διαμαντιού.

Οι κούκλες του Χίνα-νταν είναι συχνά φτιαγμένες από πολύτιμα υλικά, όπως τα ακριβά μπροκάρ που χρησιμοποιούνται για τα φορέματα. Αυτή η τέχνη, που αποτελεί μέρος του μαγικού κόσμου της ιαπωνικής κούκλας, έχει παραγάγει αριστουργήματα, που αποτελούν το αντικείμενο του πόθου πολλών συλλεκτών.

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος

Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 τιμήθηκε με το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη του στο GreeceJapan.com

scroll to top

Send this to a friend