Φθινοπωρινή σερενάτα

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Πρώτα ακούς το τραγούδι του: ένα μακρόσυρτο σκοπό που μοιάζει με μοιρολόι και που αποτελείται από τις λέξεις «ίσι» (石) «γιάκι» (焼き) και «ίμο» (芋/いも) που σημαίνουν αντίστοιχα «πέτρα», «ψητή» και «πατάτα» και αναφέρονται στον τρόπο μαγειρέματος. Ύστερα βλέπεις τον καπνό από την καμινάδα του αυτοσχέδιου φούρνου που βρίσκεται στην ανοιχτή καρότσα του μικροσκοπικού φορτηγού και το ίδιο το φορτηγάκι καθώς προχωρεί πολύ-πολύ αργά, σχεδόν ακολουθώντας τη μελαγχολική μελωδία. Και όταν περάσει βλέπεις τη φωτιά μέσα στο φούρνο και το κόκκινο χάρτινο φανάρι τσότσιν με τις ίδιες λέξεις: «石焼きいも» ή απλώς «γιάκι-ίμο» («焼いも»), «ψητές πατάτες». Ακόμα και σήμερα, ακόμα και σε μερικές από τις πιο μοντέρνες περιοχές της πιο μοντέρνας μεγαλούπολης στον κόσμο, ο πλανόδιος πωλητής ψητών πατατών είναι η πιο ζωντανή υπενθύμιση ότι η νύχτα που πέφτει είναι φθινοπωρινή και ότι το καλοκαίρι έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Οι εν λόγω πατάτες, οι οποίες είναι στην πραγματικότητα γλυκοπατάτες, ήρθαν στην Ιαπωνία όταν ήρθαν και στον υπόλοιπο κόσμο, στα τέλη του 16ου αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα από την Κίνα μέσω της Οκινάουα, των νησιών που βρίσκονται στα θαλάσσια όρια μεταξύ της υπερδύναμης της Ασίας και του πιο ανατολικού της συνόρου. Πρώτη τους μεγάλη βάση ήταν η περιοχή Σατσούμα, η σημερινή Καγκοσίμα του νησιού Κιούσου∙ από εκεί πήραν και την ονομασία «σατσούμα-ίμο» (薩摩芋) που χρησιμοποιείται γι αυτές ακόμα και σήμερα. Και κάποια στιγμή, εκατό χρόνια πριν το μεγάλο λιμό της Ιρλανδίας στον οποίο οι πατάτες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο (αλλά για αντίθετους λόγους), οι σατσούμα-ίμο έσωσαν τους κατοίκους του Έντο του 18ου αιώνα από την πείνα, χάρη στην επιμονή του  λόγιου Αόκι Κόνιο (1698–1769) να καλλιεργηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο και στο Κάντο όταν οι σοδειές ρυζιού είχαν καταστραφεί∙ σε ανάμνηση του γεγονότος, κάθε φθινόπωρο οι μαθητές του νηπιαγωγείου και του δημοτικού συμμετέχουν στο «ίμο-χόρι» (いもほり) την συγκομιδή πατατών, έστω και συμβολικά.

Φυσικά μια και μιλάμε για Ιαπωνία τα πράγματα δε θα μπορούσαν να μην έχουν τις ιδιαιτερότητές τους: η φλούδα στις γλυκοπατάτες των γιάκι-ίμο-για-σαν έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, το οποίο σε κάποιες ποικιλίες επεκτείνεται και στη σάρκα τους ενώ πέρα από το απλό ψήσιμο στις πέτρες, είναι πολύ δημοφιλής γεύση σε παγωτά και πρωταγωνιστούν σε ένα επιδόρπιο που λέγεται «νταϊγάκου-ίμο» (大学いも) ή «πατάτες πανεπιστημίου» και συνίσταται στο κόψιμό τους σε μικρά κομμάτια, στο καραμέλωμά τους με σιρόπι και στο σερβίρισμά τους με  ψητούς σπόρους σουσαμιού∙ η ονομασία τους οφείλεται πιθανότατα στο ότι έτσι τις σέρβιραν τα φτηνά εστιατόρια γύρω από τις φοιτητικές εστίες των πρώτων ιαπωνικών πανεπιστημίων μετά την παλινόρθωση του αυτοκράτορα Μέιτζι. Στο σιταμάτσι πάντως, στις παλιές γειτονιές του Τόκιο, ο κόσμος εξακολουθεί να προτιμάει τις απλές ψητές πατάτες, κάνοντας μια ιδιότυπη συναλλαγή με τον πωλητή τους: οι γιάκι-ίμο δεν έχουν τιμή –απλώς λες στον γιάκι-ίμο-για-σαν πόσα έχεις να ξοδέψεις και αυτός σου δίνει την ποσότητα που θέλει. Και παρότι κάποιοι θα έλεγαν ότι τελικά είναι κάπως ακριβές (αυτές που πουλούν τα σούπερ-μάρκετ είναι όντως φτηνότερες) μερικά πράγματα δεν έχουν τιμή –έχουν αξία.

ΥΓ

Αυτό το γράμμα θα ήταν ελλιπές χωρίς το τραγούδι του γιάκι-ίμο-για-σαν. Μπορείτε να το ακούσετε εδώ:

(Tο αρχείο ήχου είναι από την ιαπωνική Wikipedia)

Γράμματα από έναν αιωρούμενο κόσμο

ENGLISH

scroll to top