Δυο λεπτά πριν το μεσημέρι

Greecejapan_Kanto_Dai_Shinsai

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Περνώντας απ’ έξω βλέπεις έναν ακόμα βουδιστικό ναό μέσα σε ένα ακόμα αστικό πάρκο. Ούτε η ονομασία του πάρκου παραπέμπει σε τίποτα ιδιαίτερο: Υοκοάμι-τσο Κοέν (横網町公園)  ή «Δημόσιος Κήπος του Γιοκοάμι», της περιοχής στην οποία βρίσκεται, στο δήμο του Σουμίντα, μεταξύ της γέφυρας του Κουραμαέ και του Ριογκόκου, της «πρωτεύουσας» του σούμο. Αν ωστόσο κοιτάξεις λίγο καλύτερα βλέπεις ότι δεν πρόκειται για ναό αλλά για μνημείο και μουσείο –οι Ιάπωνες το μεταφράζουν «Μητροπολιτικό Μνημείο του Τόκιο» όμως η ιαπωνική ονομασία δίνει μερικά στοιχεία παραπάνω: Τόκιο-το Ιρέι-ντο (東京都慰霊堂) ή «μέγαρο για την ανάπαυση των νεκρών του Τόκιο». Γιατί το κτήριο, υπογεγραμμένο από τον Τσουούτα Ίτο, τον άνθρωπο που σχεδίασε και το Μέιτζι Τζίνγκου, το τέμενος για τον αυτοκράτορα Μέιτζι, είναι  αφιερωμένο στους νεκρούς της μεγαλύτερης φυσικής καταστροφής που γνώρισε αυτή η πόλη: το μεγάλο σεισμό του Κάντο.

 Το Τόκιο είχε εδραιώσει καλά την ταυτότητά του ως «Τόκιο» και είχε αποσυνδεθεί εντελώς από το Έντο. Ο αυτοκράτορας Τάισο, γιος του λατρεμένου Μέιτζι είχε 12 χρόνια στο θρόνο όμως τα νευρολογικά του προβλήματα τον είχαν ήδη απομακρύνει ουσιαστικά από όλα του τα καθήκοντα και στο προσκήνιο είχε αρχίσει να εμφανίζεται ο γιος του που θα γινόταν αυτοκράτορας 3 χρόνια μετά και που θα έμενε στην ιαπωνική ιστορία σαν «Σόουα» αλλά που όλος ο κόσμος θα γνώριζε σαν «Χιροχίτο». Σε όλη τη χώρα χτίζονταν κτήρια με το καινούριο, δυτικό στιλ, με τα κόκκινα τούβλα, σιδηροδρομικές γραμμές ένωναν γειτονιές, δήμους, πόλεις και χωριά, εργοστάσια κατασκεύαζαν μηχανήματα, τα δυτικά ρούχα αντικαθιστούσαν τα κιμονό και η Ιαπωνία ατένιζε το μέλλον για το οποίο οι στρατοκράτες που περιστοίχιζαν τον πρίγκιπα-διάδοχο, της σχεδίαζαν το ρόλο του ηγέτη –τουλάχιστον- της Ασίας. Και τότε, στα βάθη του κόλπου του Σαγκάμι, 30 μίλια νότια του Τόκιο δυο γιγάντιες πλάκες κουνήθηκαν –και συνέχισαν να κουνιούνται για 4 λεπτά.

Εκείνη την ημέρα, το Τόκιο (και οι γειτονικοί νομοί της Καναγκάουα, της Τσίμπα και της Σιζουόκα) συνειδητοποίησε ότι όσο και αν είχε εκμοντερνιστεί υπήρχαν πράγματα που δε θα μπορούσε ποτέ να αντιμετωπίσει: χιλιάδες μαγκάλια και κουζίνες που μαγείρευαν αναποδογύρισαν και δημιούργησαν αμέτρητες εστίες φωτιάς, οι φωτιές ενώθηκαν μεταξύ τους σε μια πυροθύελλα κι αυτή, ενισχυμένη από τον τυφώνα που χτύπησε την πόλη σχεδόν ταυτόχρονα, δημιούργησε ανεμοστρόβιλους φωτιάς που άρπαζαν και έκαιγαν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους –ο μεγαλύτερος από αυτούς χτύπησε στην παλιά στρατιωτική αποθήκη ιματισμού στο Γιοκοάμι-τσο, εκεί που είχαν βρει καταφύγιο 38.000 άνθρωποι ελπίζοντας ότι περνώντας το ποτάμι θα ήταν ασφαλείς. Και εκεί που επτά χρόνια μετά, το 1930, η πόλη θα έχτιζε το Ιρέι-ντο για να στεγάσει τις στάχτες τους, μαζί με τις στάχτες άλλων 20.000 ανθρώπων που δεν μπόρεσαν να αναγνωριστούν από τις 140.000 που πέθαναν εκείνη την ημέρα, δυο λεπτά πριν το μεσημέρι της 1ης Σεπτεμβρίου 1923.

 

Ο Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης είναι δημοσιογράφος και μεταφραστής. Έχει συνεργαστεί με πλειάδα εφημερίδων, περιοδικών (τόσο του γενικού όσο και του ειδικού τύπου) και εκδοτικών οίκων και με ειδίκευση στο Ίντερνετ, τις πολεμικές τέχνες και την Ιαπωνία όπου και ζει τα τελευταία χρόνια. Περισσότερες πληροφορίες για τη δουλειά του, μπορείτε να βρείτε στις διευθύνσεις http://about.me/GrigorisMiliaresis και http://www.japanarekore.gr/ καθώς και στη συνέντευξη που μας έδωσε.

ENGLISH

    scroll to top