Aπό την Αθήνα στο Τόκιο – συνέντευξη με τον Γρηγόρη Μηλιαρέση

Οι αναγνώστες του GreeceJapan.com τον γνωρίζετε από τα γράμματα που μας στέλνει ανελλιπώς κάθε Δευτέρα (με ξεκίνημα την 8η Απριλίου του 2012) από το Τόκιο, δηλαδή την εβδομαδιαία στήλη «Γράμματα από έναν αιωρούμενο κόσμο». Όπως έχουμε ξαναγράψει χωρίς υπερβολή, τα άρθρα αυτά είναι μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για την Ιαπωνία και τον πολιτισμό της (και μάλιστα στα ελληνικά). 

Γνωρίστε τον δημοσιογράφο Γρηγόρη Μηλιαρέση και πιο προσωπικά, στη συνέντευξη που μας έδωσε.

Grigoris A. Miliaresis
Photo: © Atsuko Toyama, 2011

Ένας Έλληνας στο Τόκιο. Ποιος άνεμος σε έφερε στην Ιαπωνία;

Για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, είχα ένα ενδιαφέρον για την Ιαπωνία από παιδί –υποθέτω ότι κάποια στιγμή, την περίοδο που πήγαινα στο δημοτικό κάτι άκουσα ή κάτι διάβασα και αυτό μου πυροδότησε ένα ενδιαφέρον που στην πραγματικότητα δεν έπαψε ποτέ. Με τα χρόνια κατέληξα (επειδή είναι η πιο ρεαλιστική εξήγηση) να αποδίδω το έναυσμα σε κάποια πράγματα που έτυχε να ακούσω (χωρίς ωστόσο να τα θυμάμαι) από έναν φίλο του πατέρα μου, τον δημοσιογράφο Γιώργο Καράγιωργα ο οποίος είχε συνυπάρξει με τον πατέρα μου στο εκστρατευτικό σώμα Κορέας την περίοδο του πολέμου εκεί. Όντας δημοσιογράφος, ο Καράγιωργας είχε σαν βάση το Τόκιο (εξ ου και η εμπλοκή του με το τζούντο την οποία γνωρίζουν όσοι ασχολούνται μ’ αυτό στην Ελλάδα) οπότε είμαι βέβαιος ότι κάτι θα είχε πει που μου κίνησε την περιέργεια –λογικά και ο πατέρας μου θα πρέπει να είχε επισκεφθεί την Ιαπωνία στον έναν χρόνο που έμεινε στην Κορέα, όμως πραγματικά δεν μπορώ να θυμηθώ καμία σχετική αναφορά και δεν έχω καμία σχετική φωτογραφία.

Είναι δύσκολα για έναν γκαϊτζίν στην Ιαπωνία;

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι η λέξη «γκαϊτζίν» από μόνη της είναι σχετικά υποτιμητική –η σωστή (ή εν πάση περιπτώσει, η… πολιτικώς ορθή) λέξη για τον «μη-Ιάπωνα» δηλαδή για τον «ξένο» είναι «γκαϊκόκου-τζιν». Εν συνεχεία θα έλεγα ότι το πράγμα είναι αρκετά σύνθετο καθώς δεν υπάρχει ακριβώς «τυπικός ξένος»: άλλα προβλήματα θα αντιμετωπίσει ένας ξένος που σπουδάζει σε ένα ιαπωνικό πανεπιστήμιο, άλλα κάποιος που έρχεται με μετάθεση από τη δουλειά του σε μια πολυεθνική και ζει στο σχετικά (απο)μονωμένο περιβάλλον της εταιρείας του, άλλα κάποιος που προέρχεται από μια χώρα της Άπω Ανατολής κ.ο.κ. Αν μπορούσε κανείς να δώσει μια όσο το δυνατόν γενική απάντηση, αυτή θα πρέπει αναγκαστικά να είναι «ναι» αφού η Ιαπωνία είναι πολύ λιγότερο κοσμοπολίτικη από ό,τι έχουμε συνηθίσει να προσδοκούμε από μια χώρα με το δικό της βαθμό ανάπτυξης (π.χ. ΗΠΑ, Γερμανία, Βρετανία κ.λπ.) Όμως όπως λένε και οι Ιάπωνες, είναι «κέισου-μπάι-κέισου» –δηλαδή «κατά περίπτωση».

Πώς ζεις στην Ιαπωνία; Η δουλειά σου σαν δημοσιογράφος αρκεί;

Από πλευράς εσόδων, η δημοσιογραφία είναι εξίσου προβληματική σε όλον τον κόσμο –τα πράγματα θα ήταν κάπως διαφορετικά αν δούλευα σε κάποια μεγάλη ιαπωνική εφημερίδα, όμως τέτοια προοπτική δεν υπάρχει στον ορίζοντα για διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους είναι ότι τα ΜΜΕ στην Ιαπωνία λειτουργούν πολύ διαφορετικά από ό,τι οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Πάντως κάτι το γεγονός ότι συνεργάζομαι και με ελληνικά και με ιαπωνικά ΜΜΕ, κάτι το ότι δουλεύω παράλληλα και σαν μεταφραστής και σαν περιστασιακός φωτορεπόρτερ, κάτι το ότι οι online δουλειές μου (αυτή που κάνουμε εδώ στο GreeceJapan με τα «Γράμματα από έναν αιωρούμενο κόσμο», το μπλογκ μου, το «Nihon Arekore» και το πρότζεκτ «Asakusa» στο Pinterest) έχουν αρχίσει να κινούν το ενδιαφέρον κάποιων τοπικών φορέων και εταιρειών, τελικά βγαίνουν αρκετά ώστε να μπορώ να ζω αξιοπρεπώς.

Για ποιο ιαπωνικό θέμα αγαπάς να γράφεις ή να φωτογραφίζεις;

Λόγω σχέσης με τα ΜΜΕ, είχα πάντα μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς τη λεγόμενη «φωτογραφία του δρόμου» πράγμα που σημαίνει ότι μου αρέσει να τραβάω ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή, χωρίς ποζάρισμα και χωρίς ιδιαίτερη σκηνοθεσία (και κατά προτίμηση χωρίς να το καταλάβουν)∙ κάτι που συνειδητοποίησα στην Ιαπωνία είναι ότι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα λαϊκά πανηγύρια, αυτά που συλλήβδην ονομάζονται «ματσούρι» οπότε ένα μεγάλο μέρος του φωτογραφικού μου αρχείου είναι σχετικό μ’ αυτά. Για το γράψιμο δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση –είναι η δουλειά μου οπότε γράφω πρόθυμα οτιδήποτε για οτιδήποτε- όμως στην υποθετική περίπτωση που θα έγραφα μόνο για γούστο, θα στρεφόμουν περισσότερο σε θέματα σχετικά με τον πολιτισμό και ειδικά με τον αστικό πολιτισμό που ξεκίνησε στην περίοδο Έντο (1603-1868) και συνεχίστηκε στις περιόδους Μέιτζι (1868-1912) Τάισο (1912-1926) και μέχρι τις αρχές της εμπλοκής της Ιαπωνίας στον Β’ ΠΠ. Δε λέω ότι η μεταπολεμική Ιαπωνία δεν έχει ενδιαφέρον –λέω απλώς ότι προσωπικά βρίσκω την Ιαπωνία μέχρι τον πόλεμο πραγματικά συναρπαστική.

Είπες παραπάνω ότι μπορείς να ζεις αξιοπρεπώς –τελικά είναι ακριβή χώρα η Ιαπωνία; Ποιο είναι το κόστος ζωής αν το συγκρίνεις με αυτό της Ελλάδας;

Κι αυτό είναι σύνθετη ερώτηση: υπάρχουν ορισμένα πράγματα που κάνουν το καλάθι της γιαπωνέζας νοικοκυράς πολύ πιο βαρύ από αυτό της ελληνίδας –το βαρύτερο είναι το κόστος γης το οποίο ειδικά στις μεγάλες πόλεις (και ακόμα πιο ειδικά στο Τόκιο) μπορεί να φανεί απαγορευτικό, ακόμα και για τα δεδομένα της Ελλάδας πριν την οικονομική κρίση των τελευταίων πέντε χρόνων. (Ενδεικτικά αναφέρω ότι ένα ποσό της τάξης των 1.000 ευρώ για νοίκι δε θεωρείται εξωπραγματικό στο Τόκιο, ούτε αναφέρεται υποχρεωτικά σε ένα διαμέρισμα μεγαλύτερο από 60 τ.μ.) Όμως ένα καλό που έχει η Ιαπωνία –και στην πραγματικότητα όλες οι αναπτυγμένες χώρες- είναι το εύρος των επιλογών, οπότε μπορεί κανείς να διαμορφώσει ένα μοντέλο ζωής που να ταιριάζει στο εισόδημά του όποιο κι αν είναι αυτό∙ με δεδομένο ότι πολλά από τα καθημερινά αγαθά (π.χ. οι ΔΕΚΟ ή τα τρόφιμα) είναι αρκετά φθηνά –ή έστω, φθηνότερα από την Ελλάδα- θα έλεγα ότι κάποιος μπορεί με τα ίδια περίπου χρήματα να ζήσει εξίσου καλά σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες. Από την άλλη, και αυτό είναι σχετικό καθώς η ποιότητα ζωής στην Ιαπωνία είναι πολύ ψηλότερη από ότι είναι στην Ελλάδα πράγμα που σημαίνει ότι, τελικά, με τα ίδια χρήματα ζει κανείς καλύτερα στο Τόκιο από ό,τι στην Αθήνα.

Σε ποια περιοχή στο Τόκιο σου αρέσει να περπατάς;

Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του Τόκιο που αποκαλείται –ακόμα- «σιταμάτσι» και που περιλαμβάνει χοντρικά τις περιοχές που βρίσκονται ανατολικά των αυτοκρατορικών ανακτόρων –στο κομμάτι αυτό βρίσκονται μερικές από τις γνωστότερες και πιο τουριστικές περιοχές του Τόκιο όπως το Νιχονμπάσι, η Γκίνζα, το Ουένο, η Ακιχαμπάρα, η Κάντα ή η Ασακούσα. Κατά κανόνα, η ατμόσφαιρα στις περιοχές αυτές είναι αρκετά διαφορετική από την εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος για το Τόκιο και αρκετά κοντά σ’ αυτό που θεωρώ εγώ «ωραίο» ή «ενδιαφέρον» σε μια πόλη∙ θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για την «παλιά πόλη» όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει ακριβώς καθώς λόγω των διαφόρων καταστροφών, το Τόκιο δε διαθέτει στην πραγματικότητα «παλιά πόλη» (επιπλέον, το Τόκιο δεν είναι, τεχνικά, «πόλη» αλλά «νομός»). Αυτό που κάνει το σιταμάτσι διαφορετικό είναι περισσότερο η νοοτροπία και η συμπεριφορά των ανθρώπων παρά το σκηνικό το οποίο, από όποια άποψη και αν το δει κανείς, είναι άσχημο αφού αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά το Τόκιο είναι πραγματικά άσχημο.

Ποιό ιαπωνικό φαγητό προτιμάς;

Δεν νομίζω ότι έχω κάποιο φαγητό που προτιμάω –η ιαπωνική κουζίνα είναι η πιο πολυδιάστατη που έχω δοκιμάσει οπότε διαρκώς ανακαλύπτω πράγματα που μου αρέσουν. Επιπλέον, και αυτό είναι κάτι που νομίζω δεν είναι πολύ γνωστό, η κουλτούρα του φαγητού στην Ιαπωνία είναι πραγματικά τεράστια γεγονός που, σε συνδυασμό με την αγάπη των Ιαπώνων για τα καινούρια πράγματα, κάνει τις επιλογές να αυξάνονται κυριολεκτικά καθημερινά. Για παράδειγμα, λέω συχνά ότι μου αρέσουν τα μακαρόνια σούπα ράμεν όμως αυτό δε σημαίνει τίποτα: στα βιβλιοπωλεία μπορεί να βρει κανείς τουλάχιστον τέσσερα μηνιαία περιοδικά των 100-150 σελίδων με θέμα τα ράμεν (μόνο τα ράμεν!) πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα και αν αποφασίσει κανείς να τρέφεται μόνο με ράμεν, αμφιβάλλω αν θα προλάβει στη ζωή του να δοκιμάσει όλες τους τις ποικιλίες.

Εν συντομία, τι σου αρέσει και τι δεν σου αρέσει περισσότερο στην Ιαπωνία.

Αυτή κι αν είναι γενική ερώτηση –πόσο χώρο έχουμε να διαθέσουμε; Μιλάμε για μια πολιτισμένη χώρα (και λέγοντας «πολιτισμένη» αναφέρομαι στον καθημερινό πολιτισμό που συνεπάγεται ποιότητα ζωής) συνεπώς μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο κυλάει η ζωή εδώ, χωρίς τα απλά πράγματα να μετατρέπονται σε ψυχοφθόρα περιπέτεια –πιστεύω ότι αυτό σχετίζεται άμεσα με το πού γεννήθηκα και μεγάλωσα καθώς τέτοιες διαφορές θα είναι, φαντάζομαι, πολύ μικρότερες στα μάτια π.χ. ενός Γερμανού ή ενός Γάλλου. Τα πράγματα που δε μου αρέσουν σχετίζονται με την υπερβολή των Ιαπώνων: αντίθετα με ότι πιστεύουν οι περισσότεροι, οι Ιάπωνες δεν είναι λιγότερο υπερβολικοί από τους Έλληνες –σε αρκετά σημεία μάλιστα, θα έλεγα ότι είναι πολύ περισσότερο- και η υπερβολή κουράζει.

Συχνοί ισχυροί σεισμοί, τουλάχιστον 10 τυφώνες το χρόνο, μουσώνες το καλοκαίρι (η περίοδος των βροχών ή τσουγιου), αφόρητος καύσωνας με συνδυασμό μεγάλης υγρασίας για τα ελληνικά δεδομένα τον Ιούλιο-Αύγουστο. Πόσο δύσκολο είναι να συνηθίσει κάποιος που προέρχεται από μια μεσογειακή χώρα αυτές τις ιαπωνικές «ιδιαιτερότητες»;

Πρέπει να πω ότι ποτέ δεν κατάλαβα το πρόβλημα που έχουν πολλοί άνθρωποι με τον καιρό: ο καιρός είναι αυτό που είναι και τον συνηθίζεις∙ άλλωστε ο σύγχρονος τρόπος ζωής και δη σε μια αναπτυγμένη χώρα, προσφέρει πολλές δυνατότητες αντιμετώπισης των καιρικών φαινομένων, ακόμα και των ακραίων όπως είναι οι τυφώνες (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, στις μεγάλες πόλεις δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς η μόνη τους συνέπεια είναι ότι σταματούν τα τρένα για μερικές ώρες –όμως κι αυτό είναι σχετικά προγραμματισμένο αφού οι τυφώνες είναι αρκετά προβλέψιμοι).

Οι σεισμοί είναι κάτι διαφορετικό, όμως η αλήθεια είναι ότι στην αντιμετώπισή τους παίζει μεγάλο ρόλο (πέρα από τη, συνήθως βάσιμη, βεβαιότητα ότι οι υποδομές είναι σχεδιασμένες για να τους αντέξουν) η ψυχολογία των ανθρώπων: όταν γίνεται ένας σεισμός, υπάρχει άμεση –για την ακρίβεια, αυτόματη- ενημέρωση από τα ΜΜΕ για την ταυτότητά του και το θέμα λήγει εκεί, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για το κλίμα πανικού και καταστροφολογίας που συνοδεύει το ίδιο φαινόμενο π.χ. στην Ελλάδα. Αν εξαιρέσει κανείς κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπως ο μεγάλος σεισμός του 2011, η ιδέα ότι στο δελτίο των 9 θα εμφανιστούν δύο σεισμολόγοι από διαφορετικά ιδρύματα και θα αντιπαρατεθούν ανοιχτά (και δη έντονα) για τη σημασία του σεισμού ή για την πιθανή εξέλιξη της σεισμικής δραστηριότητας είναι εντελώς έξω από τα ιαπωνικά δεδομένα και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση μιας αντιμετώπισης του τύπου «έγινε σεισμός, πέρασε, βλέπουμε πού έγινε και αν χρειάζεται να ανησυχούμε –κυρίως σε σχέση με την πιθανότητα τσουνάμι και αυτό αν ζούμε κοντά στη θάλασσα- και συνεχίζουμε τη ζωή μας σαν να μην έγινε τίποτα».

Δεν θα σου κάνω την κοινότυπη ερώτηση, τι ομοιότητες έχουν Έλληνες και Ιάπωνες –άλλωστε πιστεύω ότι οι διαφορές είναι περισσότερες. Κατά τη γνώμη σου, τι θα πρέπει να έχει στο νου του ένας Έλληνας που θα συναναστραφεί Ιάπωνες;

Ότι προέρχεται από μια χώρα την οποία η συντριπτική πλειονότητα των Ιαπώνων δε γνωρίζει ούτε εγκυκλοπαιδικά –ειδικά τα τελευταία χρόνια, αν κάποιοι έμαθαν την Ελλάδα, την έμαθαν σαν τη χώρα που συνέβαλλε καθοριστικά στην ευρωπαϊκή κρίση και παρότι δεν έχω γνωρίσει ακόμα κανέναν Ιάπωνα που να με θεωρεί προσωπικά συνυπεύθυνο για το πώς η συγκεκριμένη κρίση επηρέασε την οικονομία της δικής του χώρας, συχνά εισπράττω βλέμματα και σχόλια συμπόνιας και κατανόησης για τις δυσκολίες που περνάει ο ελληνικός λαός. (Αυτό βεβαίως γίνεται επειδή είναι Ιάπωνες και έτσι πρέπει να συμπεριφερθούν: αμφιβάλλω αν ένας νεότερος Ιάπωνας που δεν έζησε τα χρόνια της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει την κατάσταση στην Ελλάδα και ακόμα κι αυτός που τα έζησε δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τις διαφορές νοοτροπίας). Μ’ άλλα λόγια, θα έλεγα ότι αυτό που πρέπει να έχει στο νου του ένας Έλληνας είναι ότι για τον Ιάπωνα (όσο γενικό και απλουστευτικό και αν είναι το «Έλληνας» και το «Ιάπωνας» στην πρόταση αυτή) το ότι είναι Έλληνας δε σημαίνει στην πραγματικότητα τίποτα –για τους Ιάπωνες δεν υπάρχουν «Έλληνες» «Αμερικανοί», «Γερμανοί», «Σομαλοί» ή «Σουηδοί»: υπάρχουν «Ιάπωνες» και «μη-Ιάπωνες». (Τα μόνα πιθανά διακριτά υποσύνολα του δεύτερου συνόλου είναι οι Κινέζοι και οι Κορεάτες για εύκολα εξηγήσιμους ιστορικούς λόγους.)

Υπάρχει η Ελλάδα στην καθημερινότητα των Ιαπώνων εκτός από την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων; Όπως η Ιαπωνία για τον Έλληνα (τα σπίτια μας είναι γεμάτα ιαπωνικές συσκευές, πολλοί Έλληνες ασχολούνται με ιαπωνικές πολεμικές τέχνες κ.λπ).

Νομίζω ότι το απάντησα εν μέρει παραπάνω αλλά το λέω ξανά: όχι! Η συνείδηση των Ιαπώνων δεν είναι τόσο καλά συντονισμένη στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των άλλων λαών και αυτός ο ελλιπής συντονισμός βρίσκεται σε έναν διαρκή βρόγχο ανάδρασης με το εκπαιδευτικό σύστημα και με το σύστημα ενημέρωσης: επειδή δεν καταλαβαίνουν πολύ καλά τον υπόλοιπο κόσμο δεν ενδιαφέρονται να μάθουν πολλά πράγματα γι αυτόν και επειδή δεν ενδιαφέρονται να μάθουν πολλά πράγματα γι αυτόν, η εκπαίδευση και η ενημέρωσή τους δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία που χρειάζονται για να τον μάθουν, γεγονός που οδηγεί με τη σειρά του στο να μην τον καταλαβαίνουν πολύ καλά –όποιος αναρωτιέται γιατί οι Ιάπωνες δεν ξέρουν αγγλικά, το παραπάνω σχήμα δίνει τη μισή, τουλάχιστον, απάντηση. (Η άλλη μισή, είναι επειδή στην πραγματικότητα δεν τα χρειάζονται.)

Ένα πρόβλημα που έχουμε όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην Ελλάδα είναι ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά σε πολιτισμούς –και εδώ περιλαμβάνω και τον αμερικανικό- που επηρεάστηκαν από αυτή (ή την αρχαία Ελλάδα εν πάση περιπτώσει) με αποτέλεσμα να θεωρούμε δεδομένο ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν τη χώρα και να αναγνωρίζουν τη συμβολή της στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμικού τοπίου. Και λέω ότι αυτό είναι πρόβλημα επειδή αγνοούμε, ενίοτε σκόπιμα, ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δε διαμορφώθηκε από την Ελλάδα αλλά από άλλους αρχαίους πολιτισμούς (όπως ο κινεζικός ή ο ινδικός) και η Ιαπωνία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι επιρροές της προέρχονται κατά κύριο λόγο από την Κίνα. Όσο για τη νέα Ελλάδα, αυτή που είναι λίγο-πολύ σύγχρονη της νέας Ιαπωνίας (δηλαδή της Ιαπωνίας μετά την παλινόρθωση του Μέιτζι το 1868) θα πρέπει να είναι κανείς πολύ φανατικός, και άρα κοντόφθαλμος, ώστε να θεωρήσει ότι έχει την δύναμη –πολιτισμική, οικονομική ή άλλη- ώστε να καλύψει τα δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα της Ασίας που χωρίζουν την Αθήνα από το Τόκιο και να ασκήσει κάποια επιρροή.

Συμπληρωματικά θα ήθελα να πω ότι η Ελλάδα δεν έρχεται στο προσκήνιο της συνείδησης των Ιαπώνων ούτε και την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων: οι Ιάπωνες –και αναφέρομαι σ’ αυτούς που είναι κάτω των 50 και που πιθανότατα δεν έχουν ταξιδέψει ως την Ελλάδα (ή οπουδήποτε αλλού εδώ που τα λέμε καθώς στην Ιαπωνία ταξιδεύουν, βασικά, οι συνταξιούχοι)- δεν κάνουν άμεσα τον συσχετισμό μεταξύ των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και της (κλασικής ή σύγχρονης, πραγματικής ή ιδανικής) κοιτίδας τους γιατί δε γνωρίζουν πάντα τον συσχετισμό αυτόν. Άλλωστε, η λέξη «ολυμπιακός» και τα παράγωγά της συχνά αναφέρεται στα ΜΜΕ με την ιαπωνική της ονομασία η οποία είναι «γκορίν» (δηλαδή «πέντε κύκλοι») αντί για την ελληνική και αυτό γίνεται (και) για λόγους εξοικονόμησης χώρου: το «γκορίν» γράφεται με δύο χαρακτήρες/ιδεογράμματα (五輪) ενώ η ιαπωνική απόδοση της λέξης «ολυμπιακός», δηλαδή «ορίνμπικου», με έξι (オリンピック) .

Ασχολείσαι πολλά χρόνια με τις πολεμικές τέχνες και τον βουδισμό ζεν. Τι σημαίνει το να ζεις στην χώρα που γέννησε πολλές από τις μεν και τον δε;

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσω ότι έχω εμπλακεί μόνο με ιαπωνικές πολεμικές τέχνες (συνέπεια του ενδιαφέροντός μου για την Ιαπωνία) άρα ζω στη χώρα που γέννησε όλες τις τέχνες με τις οποίες ασχολούμαι –ως προς τον βουδισμό ζεν, δε γεννήθηκε μεν στην Ιαπωνία αλλά διαμορφώθηκε αρκετά εδώ ώστε να τον αισθάνομαι (όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι και εν γνώσει του ιστορικού λάθους) περισσότερο ιαπωνική υπόθεση παρά κινεζική. Επιστρέφοντας στην ερώτηση, και με κίνδυνο να ακουστώ μπλαζέ, θα έλεγα ότι δε σημαίνει πολύ σπουδαία πράγματα: σαφώς υπάρχουν ορισμένες πρακτικές ευκολίες όπως είναι η ύπαρξη σημείων εξάσκησης και ικανών/διαπιστευμένων δασκάλων σχετικά κοντά σου, η γρήγορη πρόσβαση στον εξοπλισμό ή τη βιβλιογραφία που θα χρειαστείς ή η ευκολία του περιβάλλοντός σου να αντιληφθεί τι κάνεις (αν και όχι αναγκαστικά γιατί το κάνεις!) όμως πέρα από αυτά, η άσκηση –στις πολεμικές τέχνες ή στο βουδισμό- είναι κάτι που αφορά βασικά αυτόν που ασκείται και που μπορεί να γίνει παντού αρκεί ο ενδιαφερόμενος να είναι όντως… ενδιαφερόμενος.

Πέραν αυτού, πιστεύω ότι αν κανείς ασχολείται με τις πολεμικές τέχνες, το ζεν ή οποιαδήποτε άλλη έκφανση του ιαπωνικού πολιτισμού, καλά θα κάνει να ταξιδέψει τουλάχιστον μια φορά στην Ιαπωνία ώστε να δει το αντίστοιχο φαινόμενο μέσα στο σύστημα που το δημιούργησε∙ κάνοντας το, θα συνειδητοποιήσει τις αληθινές του διαστάσεις και θα μπορέσει να διαχωρίσει τη φαντασία (που έχει διαμορφωθεί από δεκαετίες παραπληροφόρησης, εξιδανίκευσης και, τελικά, άγνοιας) από την πραγματικότητα με αποτέλεσμα να ξεκαθαρίσει μέσα του καλύτερα τι κάνει, γιατί το κάνει, τι προσδοκίες έχει και τι προσδοκίες δεν πρέπει να έχει από αυτό κ.λπ. Προσωπικά υπήρξα τυχερός από την άποψη της απομυθοποίησης (γιατί περί αυτού πρόκειται) επειδή διασταυρώθηκα από νωρίς και με πολύ σοβαρούς και με πολύ φαιδρούς ανθρώπους, οπότε αυτό που είδα αργότερα στην Ιαπωνία ήταν πολύ κοντά σ’ αυτό που υπολόγιζα ότι θα δω, όμως έχω γνωρίσει ανθρώπους που το πολιτισμικό σοκ τους έκανε να φύγουν τρέχοντας και στη συνέχεια να επιδοθούν σε σωρεία χαρακτηρισμών εναντίον των Ιαπώνων, ωσάν να έφταιγαν εκείνοι για τις δικές τους προϊδεάσεις (αν και για να είμαστε δίκαιοι, κάπου εδώ θα πρέπει να πούμε ότι οι Ιάπωνες καλλιεργούν σε ένα βαθμό τις προϊδεάσεις αυτές –και όχι κατ’ ανάγκη κακοπροαίρετα ή υποβολιμαία).

Ένα καλό παράδειγμα είναι το σάντο, η «τελετή του τσαγιού», μια από τις εκφάνσεις του ιαπωνικού πολιτισμού που έχει προβληθεί ιδιαίτερα (πρωτίστως από τους ίδιους τους Ιάπωνες) σαν υπέρτατη έκφραση των αισθητικών ιδεωδών της χώρας και σαν κορωνίδα του πολιτισμού της: όποιος ασχοληθεί έστω και λίγο με το αντικείμενο αντιλαμβάνεται εύκολα ότι πέρα από τα παραπάνω, πρόκειται παράλληλα για μια πυραμιδοειδή οργάνωση που εξυπηρετεί (και) οικονομικά ένα σύστημα οικογενειών και δασκάλων και μια πολυδιάστατη μικρό-βιομηχανία εξοπλισμού και τροφίμων και που, κυρίως, λειτουργεί σαν κοινωνική διέξοδος για τις μεσήλικες και ηλικιωμένες Γιαπωνέζες που θέλουν να γεμίσουν το χρόνο τους εξαντλώντας όλη τη σχολαστικότητα που συνήθως τις χαρακτηρίζει. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι κάθε μια από τις κυρίες (το σάντο είναι κυρίως γυναικεία υπόθεση) αυτές είναι κινητή εγκυκλοπαίδεια για ό,τι σχετίζεται με την κεραμική, τα κιμονό ή την εθιμοτυπία όμως είναι, πιστεύω, αναγκαίο και ωφέλιμο να γνωρίζει κανείς ότι όσο σημαντικό είναι γι αυτές να μπορούν να ξεχωρίσουν μια κούπα Μπίζεν-γιάκι από μια κούπα Ορίμπε-γιάκι, είναι εξίσου –αν όχι περισσότερο- σημαντικό να σχολιάσουν ότι η συνάδελφός τους, η Τανάκα-σαν, δεν μπορεί.

Δεκέμβριος 2014

 

scroll to top

Send this to a friend