Ακούγοντας τη ζέστη

Greecejapan_Semi

Κείμενο-φωτογραφία: Γρηγόρης Α. Μηλιαρέσης

Την πρώτη φορά που διάβασα το “Γκέντζι Μονογατάρι” τα ιαπωνικά μου ήταν θλιβερά ανεπαρκή για να αντιληφθώ γιατί η συγγραφέας είχε  χρησιμοποιήσει τη λέξη “Ουτσουσέμι” (空蝉) σαν το όνομα της πρώτης αριστοκράτισσας που κίνησε το ενδιαφέρον του νεαρού “λαμπερού πρίγκιπα” -τη δεύτερη φορά τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα καθώς συνδυάζοντας τα ιδεογράμματα (“κενό” και “τζιτζίκι”) κατάλαβα τον συσχετισμό με το επεισόδιο όπου στην απόπειρά της να ξεφύγει από τον Γκέντζι, η Ουτσουσέμι αφήνει πίσω της το εξωτερικό της κιμονό. Όμως και πάλι η αντίληψή μου ήταν ελλιπής καθώς θεωρούσα, εσφαλμένα όπως αποδείχτηκε, ότι η ταύτιση των τζιτζικιών με το καλοκαίρι (και του θανάτου τους με το φθινόπωρο) ήταν προνόμιο των χωρών της Μεσογείου. Η (ευτυχής από διάφορες απόψεις) συγκυρία του ερχομού μου στην Ιαπωνία ακριβώς την περίοδο που τα τζιτζίκια ξεκινούν το ολιγοήμερο πέρασμά τους από τον κόσμο αυτό, ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να καταλάβω γιατί από το πιο κλασικό από όλα τα κλασικά ιαπωνικά λογοτεχνήματα δε θα μπορούσε να απουσιάζει το τζιτζίκι.

Τα τζιτζίκια στην Ιαπωνία είναι ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ της άποψης ότι η υπερευαισθησία των Ιαπώνων απέναντι στις εποχές ίσως να μην είναι τελικά ένα ακόμα από τα επινοήματα του “νιχοντζίν-ρον”. Οι εντομολόγοι λένε ότι υπάρχουν πάνω από 30 είδη και φαντάζομαι ότι έχουν δίκιο -προσωπικά μπορώ να ξεχωρίσω μόνο τα μίνμιν-ζέμι (ミンミンゼミ ), τα χιγκουράσι (ヒグラシ) και τα τσουκουτσούκου-μπόσι (ツクツクボウシ) όμως ακόμα και μόνο αυτά είναι αρκετά για να παραδεχτεί κανείς ότι οι Ιάπωνες έχουν δίκιο: καθένα τους δίνει και μια διαφορετική αίσθηση τόσο της εποχής όσο και του χώρου που μπορεί να τα βρει κανείς. Και από τη στιγμή που θα τα ακούσεις, είναι αδύνατον να μη συνδέσεις τον ήχο τους με αυτό που βιώνεις στο χώρο και τον χρόνο -η δε ένταση και η ποικιλία των ήχων τους (καμία σχέση με τα τζιτζίκια της Μεσογείου) εξασφαλίζουν ότι η εμπειρία δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ από τη μνήμη σου. Δεν είναι περίεργο ότι όταν μια ιαπωνική ταινία ή σειρά θέλει να δείξει ότι μια σκηνή διαδραματίζεται καλοκαίρι, ο σκηνοθέτης βάζει πάντα (αλλά πάντα!) να ακούγεται ένας ήχος τζιτζικιού.

Τώρα πια καταλαβαίνω γιατί το καλοκαίρι έρχεται με το μίνμιν-ζέμι και φεύγει με το τσουκουτσούκου-μπόσι: όταν ακούς τις φωνές του τελευταίου και αρχίζεις να βλέπεις στο έδαφος το κενό του κέλυφος καταλαβαίνεις, όπως κατάλαβε ο Γκέντζι πριν από χίλια χρόνια ότι δεν μένει πολύς καιρός ως το φθινόπωρο. Κάποιοι λένε ότι η φωνή τους μοιάζει να λέει “τσούκου-τζούκου-οσίι” δηλαδή “πραγματικά κρίμα” -όντας στη διαδικασία διαμόρφωσης μιας σχέσης αγάπης-μίσους με το ιαπωνικό καλοκαίρι δεν είμαι βέβαιος ότι συμμερίζομαι την ερμηνεία αυτή όμως αν υπάρχει κάτι που οι Ιάπωνες αγαπούν περισσότερο από τις εποχές είναι η υπενθύμιση της παροδικότητας των πάντων. Μπορεί τα τεράστια και, κατά κοινή ομολογία πανάσχημα τζιτζίκια να μην έχουν καμία σχέση με τα λεπτεπίλεπτα και πανέμορφα λουλούδια της κερασιάς όμως τελικά το μήνυμα που μεταφέρουν στη συνείδηση του κόσμου είναι το ίδιο -αν είναι θλιβερό ή όχι επαφίεται, όπως και όλα τα πράγματα, στην κρίση του αποδέκτη.

ΥΓ

Όπως και το παλιότερο γράμμα με τις ψητές γλυκοπατάτες και ετούτο εδώ υστερεί πολύ χωρίς τους ήχους των τζιτζικιών. Μια σελίδα με αρκετούς από αυτούς υπάρχει εδώ -το μίνμιν-ζέμι και το χιγκουράσι είναι, δεύτερο και τρίτο από κάτω στη δεξιά στήλη και το τσούκουτσούκου-μπόσι είναι τέταρτο από κάτω στη μεσαία.  

ENGLISH

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΑΣ ΣΤΟ ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΚΟΙΝΟ

GreeceJapan
scroll to top