Σενζόκου Ικέ

senzokuike

Κείμενο-φωτογραφίες: Στέλιος Λ. Παπαλεξανδρόπουλος

Πανύψηλοι οὐρανοξύστες, ὑπέργειοι δρόμοι ποὺ διασταυρώνονται χωρίς τέλος σὲ διάφορα ἐπίπεδα, ἡ ἀπέραντη κυψέλη τῆς ὑπόγειας πόλης, ὁ τεράστιος λαβύρινθος τοῦ μετρό, ποὺ ὅλοι μόνο ἕνα μικρὸ μέρος του ξέρουν, ὑπερσύγχρονα ντηζάϊν, νέοι ντυμένοι ντέκορα…Κι ὅμως, τὸ Τόκυο δὲν εἶναι μόνο αὐτὸ.  Ἄν τὸ δοῦμε ἀπὸ ψηλά, οἱ οὐρανοξύστες εἶναι μαζεμένοι σὲ διάφορα σημεῖα, ποὺ ἀποτελοῦν ἰσάριθμα κέντρα ἤ «πόλεις».  Ἐξέχουν σὰν νησῖδες μέσα ἀπὸ τὴ γύρω, τεράστια ἔκταση, μὲ τὰ χαμηλότερα κτήρια ἤ σπίτια καὶ τοὺς στενότερους δρόμους. Συχνά τὰ μεγάλα κτήρια εἶναι διαταγμένα στὶς δύο πλευρὲς ἑνός μεγάλου δρόμου, ἐνῶ πίσω τους ἁπλώνονται παρόμοιες ἐκτάσεις.  Ἐκεῖ, μαζεμένα στὸ συχνὰ στενότατο πέρασμα ποὺ ἀφήνουν ἀνάμεσά τους τὰ σπίτια, στριμώχνονται γλάστρες, μπουγάδες, ποδήλατα, ὅποια  πράγματα ἤ σκεύη δὲ χωροῦν στὸ σπίτι καὶ, βέβαια, μωρά, μητέρες, γιαγιάδες καὶ κάθε λογῆς λαϊκός κόσμος.   Εἶναι οἱ γειτονιὲς τοῦ Τόκυο, ποὺ τόσο μ’ ἀρέσει νὰ τὶς περπατάω.

Παντοῦ, ἄν καὶ, ὅπως φαίνεται, περισσότερο σὲ τέτοια μέρη, κάνουν τὴν παρουσία τους πολλὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουν ἐπιβιώσει ἀπὸ τὶς ἐποχὲς ποὺ πέρασαν πάνω ἀπ’ αὐτὴ τὴν πόλη. Σπαρμένοι σ’ ὅλη τὴν ἔκτασὴ της, σὲ κάποια γωνιὰ, στὴν παρυφὴ μιᾶς παιδικῆς χαρᾶς, σὲ μιὰ συστάδα θάμνων, παλιοὶ ναοὶ, τάφοι, Τζίζο μποσάτσου καὶ Κάννον μποσάτσου,  φτιαγμένοι ἀπὸ γκρίζο γρανίτη γεμᾶτο πιὰ λειχῆνες καὶ σκουριὲς, ἔρχονται νὰ σὲ συναντήσουν ἀπ’ τὴν ἐποχὴ Ἐντό, ἀπ’ τὴν ἐποχὴ Μέϊτζι, Ταϊσό, μεταφέροντας την ἁπλότητα καὶ τὴ  ζεστασιά τοῦ περιβάλλοντος ποὺ τὰ δημιούργησε. Δεμένα συχνὰ μὲ κάποια λαϊκή ἱστορία, κατὰ κανόνα μὲ κάποιο γνωστό βουδιστή μοναχό, μὲ κάποια ἡρωϊκὴ μορφή ἀπ’ τὸν κόσμο τῶν σαμουράϊ, μεταφέρουν σιωπηλά τοὺς ἀπόηχους τοῦ παρελθόντος.

Μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ τέτοια στοιχεῖα συχνὰ στρίβοντας μόνο σὲ κάποια πάροδο μιᾶς μεγάλης λεωφόρου καὶ περνώντας πίσω, μέσα σὲ κάποια γειτονιά. Μπορεῖ νὰ περιδιαβάσει τὶς λαϊκὲς συνοικίες τοῦ «σιτὰ-ματσί», τῆς κάτω πόλης, στὸ Οὐένο, στὸ Ο-κατσιμάτσι, στὴν Ἀσάκουσα. Ἄν κανεὶς θελήσει νὰ τὸ ψάξει περισσότερο μπορεῖ νὰ πάει, ὄχι πάλι πολὺ μακρυά: στὶς παρυφές τοῦ Τόκυο, σὲ σημεία ποὺ δὲ φτάνει ἡ βουή, ὑπάρχουν μέρη ποὺ σὲ κάνουν νὰ ξεχνᾶς ὅτι βρίσκεσαι στὴ μητρόπολη. Ἕνα τέτοιο εἶναι ἡ Σενζόκου-Ἰκέ: μιὰ λίμνη ποὺ βρίσκεται δυτικὰ ἀπ’ τὸ Μέγκουρο, πρὶν ἀπ’ τὸν ποταμὸ Ταμαγκάουα. Πῆρε τ’ ὄνομὰ της ἀπὸ τὸν Νιτσιρέν, περίφημο ἱδρυτὴ τῆς ὁμώνυμης σχολὴς τοῦ ἰαπωνικοῦ Βουδισμοῦ, ποὺ κάποτε σταμάτησε σ’ αὐτὴν γιὰ νὰ πλύνει (σεν) τὰ πόδια του (ζόκου).

Ἡ λίμνη, ἀρκετὰ μεγάλη, πλαισιωμένη ἀπὸ δέντρα, κυρίως κερασιὲς, ποὺ γέρνουν τὰ κλαδιά τους μὲχρι τὰ νερὰ της, εἶναι ταυτόχρονα ἕνας ὑδροβιότοπος. Ἀποδημητικὰ πουλιὰ περνοῦν ἀπὸ δῶ καὶ μένουν ἕνα διάστημα, τὸ χειμώνα. Μονιμότερες εἶναι οἱ πάπιες καὶ οἱ κορμοράνοι. Σὲ μιὰ πλευρὰ ἔχει ἕνα νησάκι, ποὺ ἐπικοινωνεῖ μὲ γέφυρα μὲ τὴν ὄχθη. Ἐκεῖ, βαμμένος μὲ τὸ κόκκινο πορτοκαλί χρῶμα ποὺ εἶναι συχνὰ αὐτό ποὺ χρησιμοποιεῖται στὸ Σίντο καὶ ποὺ κάνει ἐδῶ ὡραία ἀντίθεση μὲ τὸ βαθὺ πράσινο φύλλωμα ποὺ τὸν περιβάλλει, εἶναι ἕνας ναός τῆς πατρογονικῆς ἰαπωνικῆς θρησκείας. Ἄλλος ἕνας σιντοϊστικός ναός, μιὰ τζίν’τζα, βρίσκεται πάνω σ’ ἕνα λόφο, κοντὰ στὴν εἴσοδο τοῦ μονοπατιοῦ ποὺ περιτρέχει τὴ λίμνη. Θυμᾶμαι τὸ ματσούρι, δηλαδή τὸ σιντοϊστικὸ πανηγύρι ποὺ γίνεται ἐδῶ, ὅταν γιορτάζει τὸ κάμι, ἡ θεότητα ποὺ εἶναι ἀφιερωμένος. Εἶχα μείνει ἐδῶ κοντὰ τὸ 95, περίπου ἕνα χρόνο, κι εἶχα παρακολουθήσει ὅλη τὴ διαδικασία τοῦ ματσούρι: ἀπὸ τὴν ὀργάνωσὴ του που τὴν εἶχε ἀναλάβει μιὰ ἐπιτροπὴ τῆς γειτονιᾶς, μέχρι τὴν κύρια ἡμέρα, τῆς περιφορᾶς τοῦ μικόσι (φορητοῦ ναϋδρίου). Μικροπωλητὲς, πάγκοι μὲ λογῆς παιχνίδια καὶ παραδοσιακά γλυκά, καραμέλλες κ.λπ., ποὺ πωλοῦνται τώρα ἴσως μόνο σ’ αὐτὰ τὰ πανηγύρια, ὁ ἀέρας γεμάτος ἀπὸ τὴν τσίκνα και τὸν καπνὸ τῶν ψητῶν καλαμαριῶν, τῶν γιακιτόρι, τῆς σόγια. Κόσμος, νέοι, γέροι, παιδιά παντοῦ. Στὴ μικρὴ αὐλὴ τοῦ ναοῦ, πάνω στὸ βάθρο ποὺ στήνουν ἐπίτηδες, ἡθοποιοί μὲ κοστούμια ποὺ θυμίζουν Νό, ἀναπαριστοῦν κάποια ἱστορία συνδεδεμένη μὲ τὸ κάμι.

Εἶναι ἀπόλαυση νὰ περπατᾶς γύρω ἀπ’ τὴ λίμνη,  νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς τοὺς ναοὺς, τοὺς γρανιτένιους, σκουριασμένους τάφους, ποὺ στίζουν τὰ ἐνδότερα τῆς ὄχθης καὶ ὅπου ἀναπαύονται σαμουράϊ οἰκογενειῶν τῆς ἐποχὴς Ἐντό, γιὰ τὶς ὁποῖες κάτι θυμᾶσαι ἀπ’ τὰ διαβάσματὰ σου, ἤ νὰ μπαίνεις στὶς εἰδικὰ φτιαγμένες γιὰ τὴν παρατήρηση τῆς πανίδας, ξύλινες διαδρομὲς καὶ νὰ χαζεύεις πουλιὰ καὶ ψάρια. Πλῆθος οἱ κυπρῖνοι, κόκκινοι, ἀσημένιοι, μαύροι,  χρυσοί. Εἶναι τόσο συνηθισμένοι νὰ τοὺς πετᾶνε τροφὴ (γιὰ κακοκεταχείριση οὔτε λόγος), ποὺ μόλις ἀντιληφθοῦν ἀνθρώπινη παρουσία μαζεύονται σμάρι ἀπὸ κάτω ἀνοίγοντας τὰ στόματὰ τους. Συχνά μπαίνουν μέσα σ’ ἕνα εὑρύ αὐλάκι, ποὺ τρέχει ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη, τὸ Σενζόκου-ναγκαρέ, ποὺ, πλαισιωμένο κι αὐτὸ μὲ κερασιὲς, πάει μέχρι τὸ Ἰκεγκάμι Μπαϊέν, δηλαδή τὸν κῆπο μὲ τις δαμασκηνιὲς τῆς περιοχῆς Ἰκεγκάμι. Ἡ διαδρομὴ εἶναι πασίγνωστη γιὰ τὴν ὀμορφιὰ της, ὅταν ἀνθίζουν οἱ κερασιές, τὸν Ἀπρίλιο, καὶ ὁ κῆπος γιὰ τὶς ἑκατοντάδες δασμακηνιές, ποὺ ἀνθίζουν ἄλλες μὲ λευκὰ κι ἄλλες μὲ κόκκινα ἄνθη τὸ Μάρτιο.

Ἡ λίμνη εἶναι ἰδανικὴ καὶ γιὰ ποδηλατοβαρκάδα. Οἱ βάρκες, ἐδῶ ὅπως καὶ ἀλλοῦ (ὅπως π.χ. στὶς λίμνες γύρω ἀπὸ τὸ Φούτζι) εἶναι λευκὲς σὲ σχῆμα κύκνου. Κοπέλλες γυρίζουν μέσα τὰ πεντάλ, χασκογελώντας καὶ συζητώντας. Στὸ βάθος, στὴν ἀπέναντι ὄχθη, ἔχει δυὸ-τρεῖς καφετέριες.  Συνήθως, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς γειτονιᾶς, συνταξιούχους, μητέρες μὲ καρροτσάκια κ.λπ., ἡ λίμνη εἶναι ἥρεμη. Μόλις ἀνθίσουν οἱ κερασιὲς ἤ κοκκινίσουν τὰ φύλλα, τὸ φθινόπωρο, γίνεται ἐδῶ τὸ πατεῖς με πατῶ σε. Γι  αὐτὸ, καλὸ εἶναι ναρθεῖ κανεὶς πρὶν τὸ ἀποκορύφωμα αὐτῶν τῶν ἐποχῶν.

Ἀκόμη καὶ ἡ γειτονιὰ τῆς Σενζόκου-Ἰκέ, ἀπὸ τὴν πλευρά ποὺ εἶναι ὁ ναὸς, εἶναι ὄμορφη. Μονοκατοικίες, στολισμένες ἀνάλογα τὴν ἐποχὴ μὲ ὄμορφες μανόλιες, μὲ μεγαλοπρεπεῖς καμέλιες, μὲ χρυσάνθεμα ἤ ἴριδες, συνοδεύουν τὸν περίπατό σου.

Ὁ περίπατος στὴ Σενζόκου –Ἰκέ μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὴν ἐξερεύνηση τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Ἡ γραμμὴ Ἰκεγκάμι, ποὺ φτάνει ἐδῶ (μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς, ἀλλὰ ἡ πιὸ «τοπικὴ» καὶ γραφικὴ, μπορεῖ νὰ σὲ πάει μέχρι τὸ Χονμόν’τζι, ὅπου πέθανε ὁ Νιτσιρέν τὸ 1282. Ἕνας μεγάλος ναὸς τῆς σχολῆς, πάνω σ’ἕνα καταπράσινο, ἐκτεταμένο λόφο, ὅπου καταφτάνουν συνεχῶς λεωφορεῖα προσκυνητῶν, ἕνα μεγάλο νεκροταφεῖο μὲ ἐνδιαφέρουσες, παλιὲς παραστάσεις σκαλισμένες στοὺς τάφους καὶ ἡ θέα, μακρυά, σὰν νὰ εἶναι σὲ ἄλλη πόλη, τοῦ Τόκυο, σὲ ἀποζημιώνουν γιὰ τὸν κόπο.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος
Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 έλαβε το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα.

scroll to top

Send this to a friend