Η κολοσσιαία Κάννον στην πόλη Τακασάκι

Με αφορμή το πρόσφατο ταξίδι μας στην πόλη Τακασάκι του νομού Γκούνμα της Κεντρικής Ιαπωνίας, όπου υπάρχει το – ύψους 42 μέτρων περίπου – άγαλμα της θεότητας Κάννον ζητήσαμε από τον θρησκειολόγο και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στέλιο Παπαλεξανδρόπουλο (και τον ευχαριστούμε θερμά για τη θετική του ανταπόκριση) να μας κάνει μια εισαγωγή στα κολοσσιαία αυτά βουδιστικά αγάλματα της Ιαπωνίας.

photo: Junko Nagata/ GreeceJapan.com

Κείμενο: Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος

Στην Iαπωνία υπάρχουν από παλιά κολοσσιαία βουδιστικά αγάλματα. Συνοδευόμενα με το επίθετο «ντάι» =μεγάλος, πολύ γνωστά είναι ο Άσουκα Νταιμπούτσου, το πρώτο βουδιστικό άγαλμα που κατασκευάστηκε στην Ιαπωνία, ο Νταιμπούτσου (Ρουσάνα) του Τοοντάιτζι, στη Νάρα, η Ρυοζέν Κάννον πίσω από το πάρκο Μαρουγιάμα στο Κυότο, η Σεντάι Νταικάννον, η Κάννον της Χασεντέρα, ο Αμιντά Νταιμπούτσου της Καμακούρα, κ.α. Σύγχρονα τέτοια αγάλματα έχουν ως αντικείμενο σχεδόν αποκλειστικά την μποντισάτβα (ιαπ. μποσάτσου) Κάννον. Αυτή η αποκλειστικότητα προέρχεται από τη δημοτικότητα που έχουν οι μποντισάτβα στο λαϊκό ιαπωνικό Βουδισμό (δηλαδή στο Βουδισμό του μέσου Ιάπωνα, ο οποίος αποτελείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από τη λατρεία Βουδών (ιαπ. μπούτσου), μποντισατβών (ιαπ. μποσάτσου) και προγονικών πνευμάτων που βρίσκονται στον παράδεισο (η «καθαρή χώρα») κάποιου Βούδα, κατά κανόνα του Αμιντά. Σ’ αυτή, τη θρησκεία του μέσου Ιάπωνα, αυτά τα όντα αποτελούν μέρος ενός γενικότερου πανθέου, που περιλαμβάνει επίσης θεότητες του Σίντο, πνευμάτων δασκάλων του Κομφουκιανισμού κ.α. Οι μποντισάτβα είναι όντα (σανσκρ. σάτβα) που έχουν βάλει ως σκοπό κάποτε να αποκτήσουν το φωτισμό (σανσκρ. μπόντι), να γίνουν δηλαδή Βούδες. Όμως, επειδή κατέχονται από συμπόνια (ιαπ. τζίχι) για τα οδυνώμενα όντα στο σύμπαν, καθυστερούν επ’ αόριστο την είσοδό τους στη νιρβάνα, μένουν δηλαδή στους αναρίθμητους κόσμους που αποτελούν το σύμπαν για να βοηθήσουν τα όντα που βρίσκονται σε διαφόρων ειδών οδυνηρές καταστάσεις.

Αυτή ακριβώς η ιδέα της «βοήθειας» άνοιξε το δρόμο για τη διεύρυνση αντίληψης του τι κάνει ένας μποντισάτβα, εφόσον οι εν λόγω οδύνες (και η αντίστοιχη μ’ αυτές βοήθεια) μπορεί να έχει άπειρες μορφές και τρόπους, που διευρύνουν το ρεπερτόριο των ρόλων (και στη συνέχεια και των μορφών που μπορεί να πάρει και που εκφράζονται στην εικονογραφία του). Επίσης, η ιδέα της «βοήθειας», με τη γενικότητά της, άνοιξε το δρόμο για να συμπεριληφθεί κάθε είδους βοήθεια, με την έννοια της «οδύνης» να διευρύνεται αντίστοιχα, για να συμπεριλάβει κάθε είδους ανάγκη. Τέλος, η ίδια ιδέα, της βοήθειας, άνοιξε το δρόμο για την αύξηση της δημοτικότητας των μποντισάτβα, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να γίνει μεγαλύτερη κι από εκείνη των Βουδών.

Στην πράξη, οι λατρευόμενοι μποντισάτβα είναι λίγοι. Κι από αυτούς αυτές οι διευρύνσεις της έννοιάς τους ιστορικά παρατηρούνται σε ακόμα λιγότερους, όπως ο Κσιτιγκάρμπα (ιαπ. Τζίζο), που είναι προστάτης όσων μετενσαρκώθηκαν στις διάφορες κολάσεις της βουδιστικής κοσμολογίας, των οποίων απαλύνει  τα βάσανα (στο σύγχρονο ιαπωνικό Βουδισμό ιδίως των παιδιών που πεθαίνουν πρόωρα, είτε από φυσικές αιτίες είτε από αμβλώσεις (γνωστά ως μίζουκο), επίσης των εγκύων, αλλά και των δρόμων, των ταξειδιωτών κ.λπ. Κατ’ εξοχήν όμως παρατηρούνται στην Κάννον. Αυτή, σε μια πορεία που άρχισε από παλιά, διεύρυνε συνεχώς τους ρόλους της. Στο 25ο κεφ. της Σούτρας του Λωτού, περιγράφεται ως δότρια παιδιών, προστάτιδα συντεχνιών (ψαράδων, αλογάρηδων), βοηθός των κολασμένων και άλλα πολλά (πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την παράστασή της ως ενδεκακέφαλης η χιλιοχερούσας, που εκφράζουν τους πολλούς της ρόλους). Στη σύγχρονη εποχή  τη βλέπομε να αναλαμβάνει κι άλλους, αντίστοιχους με καινούργιες οδύνες που εμφανίζονται, π.χ. προφυλάσσει τις γιαγιάδες και τους παπούδες από την άνοια (μποκέ). Υπάρχουν ειδικοί ναοί της Κάννον που ειδικεύονται σ’ αυτό το ρόλο.

Η Κάννον είχε μια ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη. Τον 6ο αι. μ.Χ. τη βλέπομε εικονογραφημένη με αρσενικό φύλο (μ’ όλο που ο Μαχαγιάνα Βουδισμός, στον οποίο αυτή η ιδέα κάπως χαλάρωσε, είχε ήδη αναπτυχθεί, και μ’ όλο που υπάρχει και η θεωρία ότι οι μποντισάτβα είναι πέρα από φύλο, μόνο άντρες μπορούσαν να γίνουν μποντισάτβες και Βούδες) με το όνομα Αβαλοκιτεσβάρα στα σπήλαια Ατζάντα, στη δυτική Ινδία, όπου κρατάει ένα νούφαρο, σύμβολο καθαρότητας. Αργότερα, στην Κίνα, για άγνωστους λόγους (πιθανολογείται η επικράτηση των θηλυκών μορφών, από τις πολλές που μπορεί να πάρει, όπως περιγράφονται στο 25ο κεφ. της Σούτρας του Λωτού η η αντίληψη της συμπόνιας ως κυρίως γυναικείου χαρακτηριστικού κ.λπ.) αλλάζει φύλο και γίνεται η Γκουάν-γιν. Από το προηγούμενο φύλο μένει στις παραστάσεις της, κυρίως τις ινδικές και κινεζικές, ένα λεπτό μουστάκι.

Καινούργιες παραστάσεις της δημιουργούνται στην Κίνα. Γνωστή και από διάσημους πίνακες είναι αυτή, στην οποία φορεί λευκό πέπλο (ιαπ. Μπιακουέ Κάννον), που συμβολίζει και πάλι την καθαρότητα. Όμως το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι η συμπόνια, που η Κάννον, περισσότερο από κάθε άλλον μποντισάτβα, εκφράζει. Αυτό το χαρακτηριστικό, της συμπόνιας, συνετέλεσε να θεωρηθεί κάποια στιγμή αβατάρ του κατεξοχήν Βούδα της συμπόνιας, του Αμιντά, εικόνα του οποίου φέρει πάνω από το μέτωπό της. Στο Βουδισμό της Καθαρής Χώρας, η Κάννον οδηγεί τις ψυχές των πιστών του Αμιντά στον παραδείσιο κόσμο του. Τέλος, το φύλο της έχει απήχηση σε ένα μεγάλο μέρος της ιαπωνικής ψυχής.

Αυτά, λοιπόν, τα στοιχεία, δηλαδή οι πολλοί ρόλοι (πολλές μορφές βοηθείας που μπορεί να προσφέρει), η συμπόνια κ.λπ. έχουν συντελέσει στο να υπάρχουν τόσα πολλά κολοσσιαία αγάλματα της Κάννον σε όλη την Ιαπωνία. Είναι φτιαγμένα μεγάλα, μεταξύ άλλων λόγων (όπως για να σκέπουν μια μεγάλη περιοχή, για να θυμίζουν σε όσο το δυνατόν περισσότερους τις αρετές της συμπόνιας, της μητρικής – γυναικείας τρυφερότητας και γλυκύτητας  κ.ο.κ.), για να φαίνονται και από μακριά. Φαίνονται επίσης από τους ταξειδιώτες. Ποιός δεν ξέρει την  Όφουνα Κάννον, ποὺ ξεπροβάλλει γιγάντια πάνω από τους λόφους με τα μπαμπού, καθώς κανείς αφήνει με το τραίνο το Τόκυο κατευθυνόμενος προς το νότο; Αυτή η συνήθεια έχει επεκτείνει πολύ τη λατρεία της Κάννον (υπάρχει ειδική λατρεία της, με προσκυνηματικές αποδημίες κ.λπ.) στη χώρα, κάνοντας την  Ιαπωνία σε αρκετά μεγάλο βαθμό χώρα της Κάννον, με την έννοια της χώρας που λατρεύει ιδιαίτερα την Κάννον και προστατεύεται από αυτήν.

Η κολοσσιαία, Μπιακουέ Κάννον της πόλης Τακασάκι, στο νομό Γκούνμα, κατασκευάστηκε το 1936 από έναν δωρητή επιχειρηματία, τον Ινουέ Χοτζιρό. Εκείνη την εποχή ήταν το μεγαλύτερο άγαλμα της  Άπω Ανατολής.  Ανήκει στο ναό Τζιγκέν ιν, τής σχολής του Σινγκόν. Έχει όπως και αλλού, μεταξύ των άλλων που αναφέραμε, το ρόλο της προστάτιδας της πόλης.  Ο λευκός της μανδύας συμβολίζει, όπως είπαμε, την καθαρότητά της. Βέβαια, στους συμβολισμούς προστίθενται και ερμηνείες κατά το δοκούν.  Σε ιαπωνικούς, τοπικούς ιστότοπους, μπορεί κανείς να δει ότι ο λευκός μανδύας της ίδιας δείχνει «την καθαρή καρδιά, που αναζητά το φωτισμό» κ.α.   Όπως εξηγείται με καμάρι από τους ίδιους ιστότοπους, έχει ύψος 41.8 μέτρα και βάρος 6.000 τόνους.  Όπως στον Αμιντά της Καμακούρα, μπορεί κανείς να μπει στο εσωτερικό της και ν’ ανεβεί μέχρι τους ώμους της. Αποτελεὶ σίγουρα έναν προσκυνηματικὸ προορισμό, αλλά ἐπίσης το σύμβολο καθώς και έναν τουριστικό πόλο έλξης της πόλης Τακασάκι.

Video από το ταξίδι με το τρένο

Φωτογραφίες: Junko Nagata/ GreeceJapan.com

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος
Ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και ιδιαίτερα στον Ιαπωνικό Βουδισμό. Εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2014 τιμήθηκε με το «Βραβείο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη και προώθηση των σχέσεων Ελλάδος-Ιαπωνίας. Είναι μέλος της EAJS (European Association for Japanese Studies) και της EJEA (European Japan Experts Association). Μόνιμη επιδίωξη του κ. Παπαλεξανδρόπουλου είναι η ίδρυση τμήματος Ιαπωνικών Σπουδών σε ελληνικό πανεπιστήμιο και η εισαγωγή της επιστήμης της Ιαπωνολογίας στην Ελλάδα.
scroll to top

Send this to a friend